Επενδύσεις 250 δισ. δολ. από τις ΗΠΑ στην τεχνολογία

Ημερομηνία: 11-06-2021


Το νομοσχέδιο, στο οποίο περιλαμβάνεται το νέο πακέτο Μπάιντεν που ψηφίστηκε με μεγάλη πλειοψηφία στην αμερικανική Γερουσία, μεταξύ άλλων απαγορεύει στις υπηρεσίες της αμερικανικής κυβέρνησης να προμηθεύονται drones από κινεζικές βιομηχανίες και στους υπαλλήλους του ομοσπονδιακού κράτους να φορτώνουν στις ηλεκτρονικές τους συσκευές την κινεζική εφαρμογή TikTok (φωτ. REUTERS).

Με μια σπάνια διακομματική συναίνεση που αντανακλά την ανησυχία του αμερικανικού πολιτικού κόσμου για την επέλαση της Κίνας, η Γερουσία των ΗΠΑ υπερψήφισε νομοσχέδιο του προέδρου Μπάιντεν σχετικά με το πακέτο δαπανών, ύψους 250 δισ. δολαρίων, για την ενίσχυση και αναβάθμιση του μεταποιητικού τομέα και την τεχνολογία της υπερδύναμης. Στόχος των προβλεπόμενων δαπανών, εκ των οποίων τα 52 δισ. δολάρια προορίζονται για την εγχώρια παραγωγή επεξεργαστών, είναι να ενισχυθεί η ανταγωνιστική θέση των ΗΠΑ έναντι της δεύτερης οικονομίας στον κόσμο. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη έχει προκαλέσει εκδηλώσεις ενθουσιασμού από πλευράς των αμερικανικών βιομηχανιών που διαμαρτύρονται εδώ και μήνες για τις ελλείψεις επεξεργαστών, καθώς τις έχουν αναγκάσει να περιορίσουν την παραγωγή τους και να καθυστερήσουν την παράδοση παραγγελιών σε όλους τους τομείς, από τα απλά καταναλωτικά προϊόντα μέχρι τα βαριά φορτηγά. Οπως χαρακτηριστικά σχολίασε ο Τζον Νόιφερ, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Ενωσης Βιομηχανιών Ημιαγωγών, «οι επεξεργαστές αποτελούν το κεντρικό νευρικό σύστημα της αμερικανικής οικονομίας, της εθνικής ασφάλειας και κρίσιμων υποδομών». 

Την ίδια στιγμή, όμως, οι προβλέψεις του νομοσχεδίου τείνουν να δώσουν συνέχεια στην επιθετική πολιτική που υιοθέτησε η Ουάσιγκτον έναντι της Κίνας επί Ντόναλντ Τραμπ, καθώς δεν περιορίζονται στην ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανίας, αλλά επιχειρούν ανάσχεση της επιρροής της Κίνας.

Η αντίδραση του Πεκίνου ήταν άμεση και προϊδεάζει για νέα όξυνση στις ήδη τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Το νομοσχέδιο προβλέπει τη δαπάνη 120 δισ. δολαρίων για επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τη λεγόμενη «κβαντική υπολογιστική» που έχει θέσει σε προτεραιότητα η Κίνα. Δεν περιορίζεται, όμως, στην αναβάθμιση της αμερικανικής τεχνολογίας, αλλά μεταξύ άλλων απαγορεύει στις υπηρεσίες της αμερικανικής κυβέρνησης να προμηθεύονται drones από κινεζικές βιομηχανίες, μεταξύ των οποίων και την DJJ, που είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο βιομηχανία drones για επιχειρηματική χρήση. Απαγορεύει, επίσης, στους υπαλλήλους του ομοσπονδιακού κράτους να φορτώνουν στις ηλεκτρονικές συσκευές τους, στους υπολογιστές ή στα κινητά τηλέφωνά τους, την κινεζική εφαρμογή βίντεο και παιχνιδιών TikTok, που έχει γίνει εξαιρετικά δημοφιλής στους Αμερικανούς και ιδιαιτέρως στις νεότερες γενιές. Παράλληλα καλεί το υπουργείο Εξωτερικών αλλά και τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ να ενημερώσουν διεξοδικά το Κογκρέσο με γραπτή έκθεσή τους σε ό,τι αφορά την επιρροή της Κίνας σε διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΔΝΤ, των Ηνωμένων Εθνών και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

Η αντίδραση του Πεκίνου ήταν άμεση, με την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων να εκφράζει «ισχυρή απογοήτευση και αντίθεση» στο εν λόγω νομοσχέδιο, το οποίο κατηγορεί ότι «προωθεί τη διάδοση και υπερβολή της θεωρίας περί της κινεζικής απειλής με στόχο την επιβίωση της αμερικανικής ηγεμονίας, ενώ με πρόσχημα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη θρησκεία επιχειρεί να παρέμβει στην εσωτερική πολιτική της Κίνας και να εμποδίσει το θεμιτό δικαίωμά της στην ανάπτυξη». Και βέβαια η ανακοίνωση προσλαμβάνει απειλητική χροιά, καθώς τονίζει ότι «κανείς δεν μπορεί να περιμένει πως η Κίνα θα καταπιεί άλλο δηλητήριο που πλήττει την εθνική της κυριαρχία, ασφάλεια ή τα συμφέροντά της». 

Οπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η βρετανική εφημερίδα Financial Times, η εναντίωση στην επέλαση της Κίνας είναι ίσως το μοναδικό ζήτημα στο οποίο επικρατεί τέτοια διακομματική συναίνεση στο αμερικανικό Κογκρέσο, στους κόλπους του οποίου υπάρχει συνήθως ακραία πόλωση ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς. Η κοινώς αποδεκτή απόφαση για δυναμική αύξηση των επενδύσεων στις σύγχρονες τεχνολογίες είναι το αποτέλεσμα σειράς προειδοποιήσεων από παράγοντες της αμερικανικής βιομηχανίας σχετικά με τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη της Κίνας, που τείνει να αφήσει πίσω και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ήδη αφήσει πίσω τις ΗΠΑ, και ιδιαιτέρως σε τεχνολογίες στρατηγικής σημασίας για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Από τον Μάρτιο, η Εθνική Επιτροπή Τεχνητής Νοημοσύνης έχει προειδοποιήσει τις αμερικανικές Αρχές ότι η Κίνα ενδέχεται να αναδειχθεί σε πρώτη δύναμη στον κόσμο στην Τεχνητή Νοημοσύνη και να αφήσει πίσω τις ΗΠΑ μέσα στην τρέχουσα δεκαετία.

Ειδικότερα ο Ερικ Σμιντ, πρώην διευθύνων σύμβουλος της Google που προεδρεύει της εν λόγω Επιτροπής, τόνισε πως η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο είναι «πολύ κοντά στο να χάσει» την υπεροχή της στον τομέα της μικροηλεκτρονικής εξαιτίας της υπερβολικής εξάρτησής της από τις βιομηχανίες της Ταϊβάν. Το νομοσχέδιο παραπέμπεται τώρα στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου και είναι προγραμματισμένη η έναρξη της σχετικής διαβούλευσης για την επόμενη εβδομάδα. Αμερικανικά ΜΜΕ επισημαίνουν, πάντως, ότι η υπερψήφισή του στη Γερουσία ήταν εύκολη, αλλά δεν θα ισχύσει το ίδιο και στη Βουλή και πιθανόν το νομοσχέδιο έχει πολύ δρόμο να διανύσει μέχρις ότου εγκριθεί και από τα δύο Σώματα του Κογκρέσου και αποτελέσει νόμο του αμερικανικού κράτους.