Μετ’ εμποδίων η μετάβαση των ΜμΕ στη νέα ψηφιακή εποχή

Ημερομηνία: 14-01-2022

Από την έντυπη έκδοση

Του Σταμάτη Ζησίμου
[email protected]

Ασθενή επίδραση φαίνεται ότι έχει η πανδημική κρίση στις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις ως προ την ανάγκη του ψηφιακού τους μετασχηματισμού, καθώς, παρότι αυτή είναι η επιβεβλημένη τάση, πολλές εξ αυτών αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τη μετάβαση στη νέα εποχή. Αυτό επισημαίνεται στην ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ).

Σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου, οι νέες συνθήκες που διαμόρφωσε η πανδημία, σε συνδυασμό με τις μεταβολές που συντελούνται στο πλαίσιο της λεγόμενης «4ης Βιομηχανικής Επανάστασης», φαίνεται να οδήγησαν σε μία περαιτέρω επιτάχυνση των τάσεων «ψηφιακού μετασχηματισμού», με ασύμμετρη ωστόσο επίδραση σε οικονομικούς τομείς και παραγωγικές δραστηριότητες.

Τα συμπεράσματα βασίζονται σε πρωτογενή έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, από την οποία η γενικότερη αντίληψη που επικρατεί στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις του δείγματος σχετικά με την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού φαίνεται να είναι θετική, αφού σχεδόν 7 στους 10 ερωτώμενους (66,5%) δήλωσαν ότι διαβλέπουν ότι οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης θα είναι θετικές (33,5%) ή μάλλον θετικές (33%).

Το εκπαιδευτικό επίπεδο φαίνεται να σχετίζεται θετικά με τις προσδοκίες, αφού το ποσοστό των αποφοίτων πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχουν αρνητικές ή μάλλον αρνητικές προσδοκίες είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των κατόχων μεταπτυχιακών ή διδακτορικών τίτλων (36,8% έναντι 23,5% αντίστοιχα). Φαίνεται λοιπόν ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός ανησυχεί περισσότερο αυτούς που είναι λιγότερο προετοιμασμένοι να προσαρμοστούν σε αυτόν.

Σε κλαδικό επίπεδο παρουσιάζονται επίσης πολύ σημαντικές διαφορές. Οι επιχειρήσεις του δείγματος που δραστηριοποιούνται τόσο στη μεταποίηση όσο και στο εμπόριο παρουσιάζουν διπλάσια ποσοστά αρνητικών προσδοκιών (29,3% και 33,5% αντίστοιχα) έναντι των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των υπηρεσιών (15%).

Επιπλέον, οι θετικές προσδοκίες από την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού φαίνεται να σχετίζονται στενά και με το ύψος του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων. Όσο δηλαδή χαμηλότερος είναι ο κύκλος εργασιών τόσο υψηλότερο είναι το ποσοστό των επιχειρήσεων που θεωρεί ότι η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού θα έχει αρνητικές συνέπειες. Ειδικότερα, οι επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000 ευρώ παρουσιάζουν σχεδόν διπλάσιο ποσοστό (33,1%) αρνητικών προσδοκιών σε σχέση με τις επιχειρήσεις που δηλώνουν κύκλο εργασιών πάνω από 500.000 ευρώ (17,1%). Πιθανότατα αυτό να οφείλεται κυρίως στο κόστος ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών, όπως είχε αναδειχθεί στην έκθεση του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2020.

Στο ερώτημα σχετικά με τις επιπτώσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού στις θέσεις εργασίας φαίνεται ότι επικρατεί διάχυτη απαισιοδοξία, αφού περισσότεροι από 6 στους 10 επιχειρηματίες (63,9%) του δείγματος απάντησαν ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός θα μειώσει τις θέσεις εργασίας. Πάλι, όμως, το εκπαιδευτικό επίπεδο φαίνεται πως παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς οι κάτοχοι μεταπτυχιακών ή διδακτορικών τίτλων παρουσιάζουν πολύ χαμηλότερο ποσοστό (54,6%) σχετικά με την αρνητική επίδραση του ψηφιακού μετασχηματισμού στις θέσεις εργασίας, έναντι των αποφοίτων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (70,6%).

E-shops

Μόνο το 14,8% των επιχειρήσεων του δείγματος δήλωσε ότι διαθέτει κάποιο σύστημα ηλεκτρονικών πωλήσεων ή συμμετοχής σε κάποια σχετική πλατφόρμα. Το υψηλότερο ποσοστό παρατηρήθηκε στον τομέα του εμπορίου, με το 26,2% να απαντά θετικά έναντι περίπου του 11% που παρατηρήθηκε αντίστοιχα στη μεταποίηση και στις υπηρεσίες.

Επιπλέον, η ενσωμάτωση συστημάτων ηλεκτρονικών πωλήσεων ή συμμετοχής σε διαδικτυακή πλατφόρμα φαίνεται πως σχετίζεται με την ηλικία του επιχειρηματία, το εκπαιδευτικό επίπεδο, αλλά και με την ηλικία της επιχείρησης και το ύψος του ετήσιου κύκλου εργασιών.

Ειδικότερα, το 22,8% και το 18,2% των επιχειρηματιών που ανήκουν στις ηλικιακές ομάδες 18-34 και 35-49, αντίστοιχα, έχουν ενσωματώσει σχετικά συστήματα στην επιχείρησή τους, έναντι μόλις του 10,3% των επιχειρηματιών που είναι από 50 ετών και άνω. Επιπλέον, το 19,1% και το 18,8% των επιχειρήσεων με ηλικία έως 5 έτη και 5-10 έτη αντίστοιχα έχουν ενσωματώσει σχετικά συστήματα, έναντι του 12,2% και του 13% των επιχειρήσεων με ηλικία 10-15 έτη και πάνω από 15 έτη αντίστοιχα.

Χαμηλό ποσοστό ενσωμάτωσης τέτοιων τεχνολογιών παρουσιάζουν επίσης οι απόφοιτοι πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (10,4%), όπως και οι επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000 ευρώ (11%).

Ψηφιακό μάρκετινγκ

Στο ερώτημα εάν η επιχείρηση έχει υιοθετήσει εργαλεία ψηφιακού μάρκετινγκ, ιστοσελίδα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ., τα ποσοστά ήταν σαφώς μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα των ηλεκτρονικών πωλήσεων, όπως έχει αποτυπωθεί και σε άλλη μελέτη του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ. Συγκεκριμένα, το 50,1% των επιχειρήσεων του δείγματος δήλωσε ότι έχει υιοθετήσει εργαλεία ψηφιακού marketing στη δραστηριότητά του. Υψηλότερο ποσοστό υιοθέτησης εργαλείων ψηφιακού Marketing παρατηρούμε στις εμπορικές επιχειρήσεις και στις μεταποιητικές βιοτεχνικές, με 59,7% και 58,6% αντίστοιχα να απαντούν θετικά, έναντι του 46% στον τομέα των υπηρεσιών με 46%.

Όπως και στην περίπτωση των μέσων ηλεκτρονικού εμπορίου, έτσι και στο ψηφιακό μάρκετινγκ οι νεότερες επιχειρήσεις φαίνεται να είναι πιο δραστήριες από τις παλαιότερες. Συγκεκριμένα, το 54,9% και 53,9% των επιχειρήσεων που δημιουργήθηκαν την τελευταία πενταετία και εκείνων που έχουν ηλικία 5-10 έτη αντίστοιχα απάντησαν θετικά, ενώ το ποσοστό αυτό πέφτει στο 45,5% για επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ 10 και 15 ετών πριν και στο 49,1% για επιχειρήσεις που έχουν ηλικία μεγαλύτερη των 15 ετών.

Αντίστοιχα έντονη θετική σχέση υπάρχει και με το εκπαιδευτικό επίπεδο του επιχειρηματία, με 44,1% των αποφοίτων πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να απαντούν θετικά, ενώ το ποσοστό σταδιακά ανεβαίνει στο 53% για αποφοίτους μεταπτυχιακών/διδακτορικών σπουδών. Διαπιστώνεται, συνεπώς, μία σχεδόν γραμμική σχέση με το μέγεθος της επιχείρησης, καθώς ενώ οι αυτοαπασχολούμενοι και όσοι απασχολούν έως 1 εργαζόμενο συγκεντρώνουν περίπου 42%-44% των θετικών απαντήσεων, το ποσοστό αυτό αυξάνεται σημαντικά όσο αυξάνονται οι εργαζόμενοι, φτάνοντας στο 67% για τις επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 11 εργαζομένους.

Όσον αφορά τον κύκλο εργασιών, το χαμηλότερο ποσοστό θετικών απαντήσεων παρατηρήθηκε στις επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000 ευρώ (44,9%).

Τα συμπεράσματα

Από τα παραπάνω ευρήματα φαίνεται ότι υπάρχει ένα πολύ μεγάλο μέρος μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων που δεν έχουν ενσωματώσει στη δραστηριότητά τους ακόμα και ψηφιακά συστήματα χαμηλής τεχνολογικής έντασης. Παρότι είναι κοινός τόπος ότι η πανδημική κρίση έχει επιταχύνει τις διαδικασίες ψηφιακού μετασχηματισμού, μόλις το 11% των επιχειρήσεων που απάντησαν ότι έχουν ενσωματώσει συστήματα ηλεκτρονικών πωλήσεων ή/και διαδικασίες ψηφιακού μάρκετινγκ ανέπτυξαν τη λειτουργία αυτή κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Όπως επισημαίνεται μάλιστα στην έκθεση του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η επιτάχυνση που έχει προκληθεί ως συνέπεια της πανδημίας Covid-19, μάλλον θα οξύνει περαιτέρω το ψηφιακό χάσμα μεταξύ ψηφιακά προηγμένων και λιγότερο ψηφιακά ανεπτυγμένων επιχειρήσεων συναρτήσει διαστάσεων όπως μέγεθος επιχειρήσεων, κλάδος και επίπεδο παραγωγικής εξειδίκευσης.

 

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος