Ο ορεσίβιος συμμαθητάκος, η απόγνωση της γιαγιάς στο παζάρι, το φευγιό του γιου

Ημερομηνία: 14-05-2022


Λυδία λίθος η μνήμη και η κρησάρα των χρόνων για περασμένα που δεν καταχωρίζονται στα ξεχασμένα ούτε χωνεύονται σε αποθέτες λησμοσύνης. Ανακλήσεις από διά βίου ζικ ζακ, κατηφόρες κι ανηφόρες, από τα χαρμόσυνα και ανέμελα ώς τα βαριά και αγιάτρευτα. Ο επιστολογράφος της «Κ» ξεφυλλίζει εν τάχει ημερολόγιο που ξεσκονίστηκε νοερά σε επιχώρια εαρινή σύναξη: Ο κάτισχνος συμμαθητής που βρέθηκε στη φαρμακερή δίνη χαχανητών· η γιαγιά που περίμενε να κάνει σεφτέ στον πάγκο της αγοράς για το δώρο της εγγόνας· ο μπεκρής συντοπίτης που έπινε αξεδίψαστος στην υγειά της καλοσύνης του· εκείνος ο άνηβος που με νωπό τον αχό του Εμφυλίου ζαχάρωνε ένα πιστόλι· η μάνα που έτρεμαν τα πόδια της όταν ο γιος έφευγε για τη μεγάλη πόλη. Δύσβατοι καιροί. Στη φωτογραφία, Ελληνες μετανάστες στη Γερμανία. Ενα δωμάτιο για τέσσερις, όπως μαρτυρούν οι κουκέτες, εισαγόμενοι μεροκαματιάρηδες του Νότου, μία τουαλέτα για τους ενοίκους δέκα αντίστοιχης ευρυχωρίας δωματίων, και το μπάνιο στο υπόγειο – δεν έλεγαν να τελειώσουν εκεί οι χειμώνες. Απλωμένες εφημερίδες για τραπεζομάντιλο, στη μέση η κατσαρόλα, άδεια από γεύση οικείας κουζίνας, μπουκάλια της πιο φθηνής μπίρας, τα πουκάμισα διπλωμένα ώς τους αγκώνες, χείλη λακωνικά, ο κάματος κοιμίζει για λίγο τις νοσταλγικές σκέψεις που θα βρουν αργότερα διέξοδο στα όνειρα· αύριο πάλι για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι, και δόξα τω Θεώ (φωτ., αρχείο Γ. Μαντζουράνη, από το αφιέρωμα της «Κ» Η Ελλάδα τον εικοστό αιώνα, Επτά Ημέρες).

Κύριε διευθυντά
Ευτυχώς, δεν έλειψαν και φέτος –το αντίθετο– οι επ’ ευκαιρία του Πάσχα επιχώριες εαρινές συνάξεις παρεπιδημούντων στα πάτρια. Νοσταλγικές ως επί το πλείστον αυτές οι συνάξεις ανακαλούν, κάθε φορά, εν είδει μνημοσύνων, αγαπημένα πρόσωπα, τα οποία, μέσα από λόγια ή περιστατικά, πρωταγωνιστούν φωτίζοντας ξεχασμένες πτυχές του κοινωνικού μας βίου. Τελευταία συγκομιδή, υπό μορφήν δραματοποιημένων συντομευμένων ανακλήσεων, από τον γράφοντα. Χαριτωμένες ίσως ναι, γραφικές επ’ ουδενί: 

– Τι να απέγινε άραγε ο καχεκτικός συμμαθητάκος μας, από τα ορεινά χωριά της περιοχής, ο οποίος, όταν με τη σειρά του χρειάστηκε να δώσει κι εκείνος ένα παράδειγμα πρωτόκλιτου θηλυκού στην αιτιατική πληθυντικού, βροντοφώναξε, εν μέσω των χαχανητών της πολυπληθούς πρώτης τάξης του γυμνασίου της εποχής, με καταφανή λύτρωση την απάντησή του: «τας πατάκας».

– Τι να συμμερισθεί κανείς περισσότερο; Την απόγνωση της γιαγιάς στο παζαράκι της επαρχιακής μας κωμόπολης τη δεκαετία του ’50, από την παρατεταμένη αργοπορία της πρώτης πώλησής της, το αντίτιμο της οποίας είχε τάξει στην εγγονούλα της, μαθήτρια της πρώτης τάξης οκταταξίου, που μ’ αυτό εκείνη θα αγόραζε το πρώτο της καθρεφτάκι, ή την κυλιόμενη απογοήτευση της τελευταίας, που σε κάθε σχολικό διάλειμμα πέρναγε με λαχτάρα από το στρωσίδι-πάγκο της γιαγιάς, για να εισπράξει κάθε φορά τη φαρμακωμένη απόκριση-απολογία της: «δεν πούλ’σα τίποτα ακόμα π’λάκι’μ…»

– Πρόσφατη, αυτή, αναφορά-σχόλιο γηραιάς συγχωριανής, για την ερήμωση του χωριού με το φευγιό των νέων. Αντί των γνωστών δημογραφικών και στατιστικών στερεοτύπων των υπολοίπων της ομήγυρης, η άκρως απεγνωσμένη δήλωσή της: «Τι κακό και τούτο ωρέ παιδιά. Να μη βρίσκω, σα χρειαστώ, έναν νέο άνθρωπο να μου βελονιάσει το βελόνι μου;».

– Τώρα, βεβαίως, το θυμάμαι με νοσταλγική κατανόηση, αλλά μόνον εγώ ξέρω πόσο, δωδεκάχρονον, μου είχαν στοιχίσει οι, παρουσία τρίτων, έντονα απαξιωτικές αναφορές του πατέρα περί αναξιοσύνης μου κ.λπ. κ.λπ., όταν στην ταμπελίτσα, που θα συνόδευε το δέμα-πεσκέσι που είχε ετοιμάσει για τον διοικητή του αστυνομικού τμήματος της περιοχής, έγραψα, υποβαθμίζοντας τη σημαντικότητα τού παραλήπτη: Υποδιοικητήν Διοικήσεως Χωροφυλακής, αντί του ορθού Διοικητήν Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής.

– Σε τι πράγμα να εννοούσε ότι ήταν καλός ο αναξιοπαθής πια αλκοολικός συγχωριανός, όταν κάθε φορά που η γυναίκα του τον περιμάζευε από τα ταβερνεία, με βρισιές και ντροπιαστικούς χαρακτηρισμούς, εκείνος, με μια απρόσμενη δύναμη, κατάφερνε να στυλωθεί στα πόδια του για να της απευθύνει, κάθε φορά, την άκρως μετέωρη, αυτοδιαπιστωτική του παρατήρηση: «είμαι και καλός, όμως, ρε Φιλίτσα».

– Τι λαχτάρα και κείνη, κατά τη μετεμφυλιοπολεμική περίοδο, για κατοχή οπλισμού, ακόμα και για το συγχωριανό μειράκιο της εποχής, που, στην άρνηση ενήλικα γείτονα να του δώσει για λίγο το πιστόλι, που ήταν γνωστό ότι κατείχε, συνέχισε, με απογοήτευση μεν, ελπιδοφόρα συγκατάβαση δε, να εκλιπαρεί: «δώσε μου, έστω, τη θήκη του». Θήκη που, περασμένη σε μια πανάθλια στρατιωτική ζώνη, θα περιέφερε, επιδεικνύοντάς την θριαμβευτικά. Ομως, μ’ ένα αγριεμένο βλέμμα να έχει εγκατασταθεί στο περήφανο και σηκωμένο ψηλά προσωπάκι του… 

– Να το είχε άραγε ξανακούσει, ή της βγήκε αυθόρμητα, αυτό που είπε η μητέρα περασμένων δεκαετιών, στο άκουσμα της απόφασης του γιου της να φύγει για την Αθήνα, ως εσωτερικός μετανάστης του καιρού του; «Πού θα πας παιδί μου; Καλά θα φορτώσεις από ’δω, σκέφτηκες πού θα ξεφορτώσεις;».
– Πιο εντυπωσιακό από την «αλάθητη αίσθηση» της γιαγιάς να καταλαβαίνει, όπως έλεγε, τη μέρα της ομαδικής αναχώρησης των χελιδονιών στο τέλος του καλοκαιριού –από τον τρόπο, λέει, που της έλεγαν «ευχαριστώ» για τη φιλοξενία– ήταν το γεγονός ότι κανένας δεν σκέφτηκε ποτέ να της το αμφισβητήσει.

Και σε άλλα με υγεία.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος