Ο Τάιλερ Τζέιμς για την Έιμι Γουαϊνχάουζ

Ημερομηνία: 22-07-2021


Κείμενο: LOUISE CARPENTER / THE TIMES – Απόδοση: ΜΥΡΤΩ ΚΑΤΣΙΓΕΡΑ

ΣΤΙΣ 23 ΙΟΥΛΙΟΥ 2011, ο Τάιλερ Τζέιμς επέστρεψε στο σπίτι στην Κάμντεν Σκουέρ, που μοιραζόταν με την  Έιμι Γουαϊνχάουζ –την κολλητή και συγκάτοικό του για σχεδόν μία δεκαετία– για να δει ένα ασθενοφόρο απέξω. Στον επάνω όροφο, η Έιμι ήταν νεκρή στο υπνοδωμάτιό της. Δύο μέρες νωρίτερα, ο Τάιλερ είχε φύγει για μία ακόμα φορά από το σπίτι – ήταν ο ύστατος μοχλός πίεσής του για να την κάνει να σταματήσει να πίνει. Οι γιατροί δεν άφηναν αμφιβολία ότι το αλκοόλ, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της μακροχρόνιας βουλιμίας, θα τη σκότωνε. «Είχα στερέψει από ιδέες», θυμάται ο ίδιος. Ως συνήθως, του είχε τηλεφωνήσει μία μέρα αφότου έφυγε: «Είσαι καλά, αγάπη μου; Τ, σε παρακαλώ γύρνα σπίτι».

Όταν άνοιξε την πόρτα, είδε έναν διασώστη στον διάδρομο. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Όμως έπειτα έφτασε άλλο ένα ασθενοφόρο και ένας ακόμη διασώστης ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας. Κάτι πήγαινε πάρα πολύ λάθος. Κι όμως, η Έιμι ήταν καθαρή από ηρωίνη και κρακ για τρία χρόνια πριν πεθάνει, «αλλά ποτέ δεν της το αναγνώρισαν», λέει ο 39χρονος σήμερα Τάιλερ.

Οι παπαράτσι, μόνιμα κατασκηνωμένοι έξω από το σπίτι στην Κάμντεν Σκουέρ (όπως και τα προηγούμενα που είχαν μοιραστεί η  Έιμι και ο Τάιλερ) είχαν καταγράψει όλα τα σημάδια της αυτοκαταστροφής της: το σκελετωμένο σώμα της από τη βουλιμία, τη χρήση ηρωίνης, τις πληγές από αυτοτραυματισμούς, την καταστροφική και συχνά βίαιη σχέση της με τον Μπλέικ Φίλντερ-Σίβιλ, τον άνδρα που παντρεύτηκε και από τον οποίο πήρε αργότερα διαζύγιο –ο οποίος αποτέλεσε την έμπνευση για τους στίχους του εκπληκτικού άλμπουμ Back to Black του 2006–, τις ροζ μπαλαρίνες της λεκιασμένες με αίμα, τα παραπατήματά της μπαίνοντας και βγαίνοντας από αυτοκίνητα με το χτένισμα-σφηκοφωλιά και το αϊλάινέρ της σε σχήμα φτερού.

ΘΕΛΩ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ

Πολύ πριν η σορός της Γουαϊνχάουζ μεταφερθεί με έναν σάκο νεκρών –«Ήταν σαν πρεμιέρα ταινίας εκεί έξω», θυμάται ο Τζέιμς–, ένα τόσο τραγικό τέλος μπορεί να φαινόταν αναπόφευκτο. Όμως ποτέ δεν φαινόταν αναπόφευκτο στον Τζέιμς, το αγόρι που είχε γνωρίσει όταν ήταν 12 ετών στο θεατρικό σχολείο Σίλβια Γιάνγκ και με το οποίο είχε μοιραστεί ολόκληρη την ενήλικη ζωή της. Και στους δύο είχαν προσφερθεί δισκογραφικά συμβόλαια. Από τους δυο τους, o Τζέιμς προοριζόταν να γίνει ποπ σταρ: εμφανισιακά έφερνε στον Λεονάρντο Ντι Κάπριο, ενώ η φωνή του θύμιζε Τζάστιν Τίμπερλεϊκ.

«Πάντα τη θεωρούσαν φανταστική τραγουδίστρια της τζαζ και όχι εμπορική. Δεν νομίζω ότι πίστευε κανείς την εξέλιξη». Υπήρχε μια χρυσή περίοδος που είχαν και οι δύο λεφτά και έκαναν βόλτες στο Μαϊάμι με ένα καμπριολέ αμάξι, αλλά δεν κράτησε πολύ. Το δισκογραφικό ντεμπούτο του Τζέιμς απέτυχε και η εταιρεία τον απέρριψε, γεγονός που σηματοδότησε την αρχή του δικού του εθισμού στο ποτό και στα ναρκωτικά (αργότερα αυτό λύθηκε με πρόγραμμα απεξάρτησης, για το οποίο πλήρωσε η Γουαϊνχάουζ). Από την πλευρά της η  Έιμι έκανε αίσθηση με το πρώτο της άλμπουμ Frank όταν ήταν μόλις 20, έπειτα «σάρωσε» με το Back to Black και άρχισε να παλεύει με την πίεση της παγκόσμιας φήμης και τους δικούς της εθισμούς.

Η Έιμι Γουαϊνχάουζ επί σκηνής στο Higland Ballroom της Νέας Υόρκης, τον Μάιο του 2007. Στην αριστερή σελίδα, ο Τάιλερ Τζέιμς.  

Ουσιαστικά, η ιστορία τους είναι εκείνη δύο φίλων που καταστράφηκαν από τη διασημότητα. Ο ένας επιβίωσε και ο άλλος όχι. «Η  Έιμι ήταν ο κόσμος μου. Δεν έχω αποκτήσει αυτή τη σύνδεση με κάποιον έκτοτε και ούτε πρόκειται. Την αγαπούσα. Είχα μια αποστολή. Είχα ένα καθήκον. Είχα μια δουλειά· να την κάνω καλά. Και αυτό ήταν το μόνο που ήθελα να κάνω.

»Θέλω ο κόσμος να αναγνωρίσει πόσο σκληρά είχε δουλέψει για να σταματήσει τα ναρκωτικά και πόσο κοντά ήταν στο να σταματήσει να πίνει, πόσο κοντά ήταν στο να είναι υγιής. Ήταν τόσο, μα τόσο κοντά στο να βρίσκεται ακριβώς εδώ που βρίσκομαι εγώ τώρα. Μπορώ να τη φανταστώ πού θα ήταν αυτή τη στιγμή στη ζωή της και δεν θα είχε καμία σχέση με το ότι ήταν διάσημη.

»Η  Έιμι ήταν ένα κορίτσι που υπέφερε από τον εθισμό, και όλοι είχαν μερίδιο ευθύνης σε αυτό. Όλοι το παρακολουθούσαν. Όταν πηγαίνεις για απεξάρτηση, πρέπει να είσαι δυνατός περισσότερο από όσο έχεις υπάρξει ποτέ στη ζωή σου, ενώ είσαι όσο πιο αδύναμος έχεις υπάρξει ποτέ. Και έπρεπε να το περάσει όλο αυτό μπροστά στον κόσμο. Και θέλω ο κόσμος να καταλάβει πόσο δύσκολο ήταν για εκείνη. Θέλω ο κόσμος να γνωρίζει τι συνέβαινε, να σταματήσει να τη βλέπει σαν αυτό το καταδικασμένο άτομο».

Ενόψει της δέκατης επετείου του θανάτου της Γουαϊνχάουζ, ο Τζέιμς έγραψε ένα βιβλίο για τη ζωή του μαζί της. Έχει τίτλο H  Έιμί μου: Η ζωή που μοιραστήκαμε και εξιστορεί τα γεγονότα από τη στιγμή που –δεκατριών χρονών τότε και μεγαλωμένος σε μια εργατική κατοικία στο Κάνινγκ Τάουν του ανατολικού Λονδίνου– τη γνώρισε στο θεατρικό σχολείο μέχρι το τέλος, όταν της έγραψε ένα ερωτικό γράμμα, το οποίο άφησε με τις στάχτες της στο κοιμητήριο Έτζγουερμπερι.

ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ

Το Back to Black έγινε νούμερο 1 σε 19 χώρες. Στο βίντεο για το ομώνυμο σινγκλ η Γουαϊνχάουζ είναι σε ένα μνήμα και ακουμπάει ένα σημείωμα σε ένα κουτί με στάχτες, λέγοντας αντίο στον εραστή που την έστειλε «πίσω στο μαύρο». Το τραγούδι είχε εμπνεύσει η μοιραία της σχέση με τον Μπλέικ Φίλντερ-Σίβιλ, ο οποίος της πρόσφερε πρώτη φορά ηρωίνη. Το βίντεο ήταν παραδόξως προφητικό, εφόσον όσοι την αγαπούσαν –όχι μόνο ο Τζέιμς– κατέληξαν να αφήνουν αποχαιρετιστήρια σημειώματα στην τεφροδόχο της. 

«Ο κόσμος νομίζει ότι ξέρει την ιστορία της  Έιμι και προφανώς δεν μπορεί η ίδια να πει την ιστορία της.
»Αλλά ήθελα να δείξω πώς ήταν για εκείνη το να πρέπει να ζει σε αυτόν τον κόσμο. Με αυτό το επίπεδο διασημότητας, αυτό το επίπεδο αδιακρισίας από όλους, αυτή την έλλειψη ιδιωτικότητας. Δεν νομίζω ότι ο κόσμος συνειδητοποιεί πραγματικά πώς όλο αυτό επηρεάζει έναν άνθρωπο. Λαχταρούσε την κανονικότητα. Αυτό που κατέστρεψε την Έιμι ήταν το ότι ήταν διάσημη.

»Η  Έιμι πέρασε πολλά. Ήταν δύσκολο για εκείνη. Τότε ήταν διαφορετικοί καιροί. Αν ήσουν διάσημος, μπορεί να σε κυνηγούσαν. Δεν τους ένοιαζε πώς επηρέαζε αυτό την ψυχική σου υγεία ή αν αυτό έκανε τον εθισμό σου χειρότερο ή σε έκανε να χάνεις τα λογικά σου. Δεν νομίζω ότι αυτό θα συνέβαινε σήμερα. Η  Έιμι δεν ήταν η μόνη… Η πριγκίπισσα Νταϊάνα, η Μπρίτνεϊ Σπίαρς…»

ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΓΙΑ ΚΟΡΟΪΔΑ

Οι ιστορίες που λέει ο Τζέιμς για εκείνη προκαλούν φρίκη: κοβόταν με σπασμένους καθρέφτες και ξερνούσε ολόκληρα πιάτα φαγητού που κατανάλωνε με μανία, έκανε αυτοθεραπεία με αμέτρητα ναρκωτικά, κάθε εβδομάδα έφταναν χρήματα μέσα σε καφέ χαρτοσακούλες – από πού και από ποιον κανείς δεν φαίνεται να ήξερε ή ίσως κανείς δεν ρώτησε. Ποιος πλήρωνε τους εμπόρους ναρκωτικών που εμφανίζονταν με ολοένα και ακριβότερα κοστούμια και οδηγούσαν όλο και καλύτερα αυτοκίνητα; «Δεν ξέρω αν ήταν ένα άτομο ή παραπάνω από ένα άτομο», λέει ο Τζέιμς. «Προφανώς ήταν τα χρήματα της Έιμι».

Μετά τον εθισμό της στην ηρωίνη, του είπε: «Τ, ξόδεψα περίπου 500 χιλιάρικα σε ναρκωτικά. Είναι παιχνίδι για κορόιδα. Θα μπορούσα να είχα αγοράσει ένα σπίτι. Θα μπορούσα να σου είχα αγοράσει ένα σπίτι».

Δεν ήταν μόνο οι έμποροι ναρκωτικών που πλούτισαν. Η σύζυγος ενός στελέχους της μουσικής βιομηχανίας ακούστηκε να λέει: «Χέστ… αν ψοφήσει, θέλω απλώς αυτή τη γ… βίλα στη Γαλλία». Είναι μια ιστορία προσωπικών τραυμάτων, αλλά και μια ιστορία μπίζνες: η «μηχανή» Γουαϊνχάουζ άξιζε εκατομμύρια.

Είναι επίσης μια τραγωδία με την πραγματική έννοια της λέξης: η ιστορία μιας νεαρής γυναίκας προικισμένης με μια απίστευτη φωνή –μια φωνή που εμφανίζεται μία φορά μέσα σε έναν αιώνα–, που δεν ήταν ψυχικά οπλισμένη ώστε να μπορεί να διαχειρίζεται την πίεση που συνόδευε το χαρισμά της. Μια γυναίκα ντροπαλή, εσωστρεφής, ανήσυχη. Ακόμα και στα 14 της, όταν ξεκίνησε να παίρνει αντικαταθλιπτικά.

Ακόμα κι όταν ξέμπλεξε με τα «σκληρά», τρία χρόνια πριν από τον θάνατό της, το ποτό ήταν πάντα εκεί, τρώγοντάς της τα σωθικά (μαζί με τη χρόνια βουλιμία). Έπινε νομίζοντας ότι θα διαχειριστεί το άγχος τού να μην μπορεί να ικανοποιήσει τις προσδοκίες του κόσμου, να μην μπορεί να είναι η «Έιμι Γουαϊνχάουζ». «Συνήθιζα να της λέω: “Καλύτερα να είσαι ζωντανή ούσα η  Έιμι, παρά να πεθάνεις προσπαθώντας να είσαι η Έιμι Γουαϊνχάουζ”. Γά… την Έιμι Γουαϊνχάουζ! Είναι ένας χαρακτήρας! Γά… αυτό το άτομο!”. Η αληθινή Έιμι ήταν ντροπαλή και εσωστρεφής. Δεν συμπαθούσα την “άλλη” Έιμι».

Ο ΕΝΗΛΙΚΑΣ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Υπάρχει μια αποκαλυπτική ιστορία, όχι η πιο φρικιαστική, με κανέναν τρόπο, αλλά πολύ σημαντική. Οι δύο φίλοι εμφανίστηκαν στο σπίτι του ροκ σταρ και φωτογράφου Μπράιαν Άνταμς, στο νησί Μυστίκ. Η Γουαϊνχάουζ ήταν εθισμένη στην ηρωίνη και ο Τζέιμς στην κοκαΐνη και στο αλκοόλ. Ο Άνταμς ήταν ένας αγγελικός οικοδεσπότης και κατάλαβε αμέσως σε τι χάλι βρίσκονταν οι νεαροί καλεσμένοι του. «Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ήταν σαν να υπήρχε ένας ενήλικας εκεί γύρω. Κάποιος που αναγνώριζε ότι ήμασταν παιδιά. Και ήμασταν σκ…».

Από τους δυο τους, ο Τζέιμς ήταν εκείνος που όταν πήγαιναν ακόμα στο σχολείο ήθελε να γίνει διάσημος, ποτέ η Γουαϊνχάουζ. «Θα λάμβανε λαμπρές κριτικές, αλλά ποτέ δεν θα ήταν πολύ διάσημη ή εμπορική. Θα ήταν απλώς κουλ. Στην αρχή οι πάντες γύρω της, οι μάνατζέρ της, η δισκογραφική, αμφιβάλλω αν ποτέ πίστευαν ότι μπορούσε να γράψει κάτι σαν το Back to Black».

Πριν από τον θάνατό της, όταν η Γουαϊνχάουζ ήταν μεθυσμένη και ο Τζέιμς τη «στρίμωχνε» για την ποσότητα αλκοόλ που κατανάλωνε, του φώναζε και τον κακομεταχειριζόταν, κι έτσι έπρεπε να κρύβεται σε ένα ντουλάπι ή να κοιμάται στον κάτω όροφο στον διάδρομο της γυμναστικής, σκεπασμένος με μια κουβέρτα, προσποιούμενος ότι είχε φύγει από το σπίτι. «Ήμουν ο μόνος φίλος που της είχε απομείνει πια, ο μόνος άνθρωπος που ήταν κοντά της όλη την ώρα, που δεν τον πλήρωναν για να είναι κοντά της».

Τον υπόλοιπο καιρό ήταν γλυκιά και ντροπαλή και απλώς ήθελε να φύγει – όχι από τη ζωή, αλλά απλώς από τα φώτα της δημοσιότητας. Αυτή η εκδοχή της ήταν αυτό που τον έκανε να μην εγκαταλείψει. Μια θαυμάσια στιγμή, θυμάται, ήταν όταν ξέφυγαν από τους δύο σωματοφύλακες που ζούσαν μαζί τους και πήγαν σε ένα Tesco στη γωνία για να αγοράσουν ένα πακέτο μοσχαρίσιο κιμά με πραγματικά λεφτά – ανήκουστο για τη Γουαϊνχάουζ (έπρεπε να παλέψει για να πάρει τη δική της χρεωστική κάρτα).

o-tailer-tzeims-gia-tin-eimi-goyainchaoyz2Έιμι και Τάιλερ χέρι χέρι στο Κάμντεν – ο σωματοφύλακας προσπαθεί να εμποδίσει έναν από τους παπαράτσι που τους ακολουθεί. © Fiona Hanson/ Getty Images/ Ideal Image

Ο Τζέιμς κλαίει όσο μιλάμε, φτάνει να εκλιπαρεί – «σας παρακαλώ, καταλάβετε πόσο δύσκολο ήταν για εκείνη». Ποιον παρακαλεί; Εμένα; Νομίζω τους πάντες, όλο τον κόσμο. Είναι πολύ συγκινητικό. Είναι πολύ γλυκός και αξιαγάπητος. Τόσο πολύ, που είναι δύσκολο να τον φανταστώ στο επίκεντρο τόσο ακραίας συμπεριφοράς, τόσης δυσλειτουργίας. Καπνίζει ασταμάτητα και είναι νευρικός. Έχουν περάσει δέκα χρόνια και είναι ακόμα χαμένος χωρίς τη φίλη του. «Είναι ο έρωτας της ζωής μου», λέει, και δεν θα είναι η πρώτη φορά που μιλάει για εκείνη σε ενεστώτα χρόνο.

«Η Έιμι ήταν η αδελφή ψυχή μου. Ποτέ δεν φανταζόμουν τη ζωή χωρίς εκείνη. Ήταν η καλύτερή μου φίλη. Ποτέ δεν είχαμε κάτι σεξουαλικό, αλλά [όταν πέθανε] ήταν περισσότερο σαν να έχανα τη σύζυγό μου από μια αρρώστια. Σκέφτηκα να αυτοκτονήσω. Ήθελα να το κάνω. Αλλά η μητέρα μου μου είπε: “Δεν θέλω να βρεθώ όπου είναι ο Μιτς [ο πατέρας της  Έιμι]. Πρέπει να φανείς δυνατός”. Για πέντε χρόνια δεν ζούσα, απλώς τα έβγαζα πέρα».

Μία εβδομάδα μετά την κηδεία της Έιμι Γουαϊνχάουζ, οι δύο άνδρες που ήταν σταθερά παρόντες στη ζωή της –ο Τάιλερ και ο πατέρας της, Μιτς– πήγαν πίσω στο σπίτι στην Κάμντεν Σκουέρς. Αν και την εποχή που πέθανε, η Γουαϊνχάουζ έβγαινε με τον Ρετζ Τράβις, έναν σκηνοθέτη, στην κορνίζα στο κομοδίνο της υπήρχαν τέσσερις φωτογραφίες: δύο του Τζέιμς, μία του Μιτς και μία της εκλιπούσης γιαγιάς της, Σίνθια, την οποία λάτρευε.

Ο Μιτς Γουαϊνχάουζ πήρε το ένα μαξιλάρι από το κρεβάτι της και ο Τάιλερ πήρε το άλλο, ένα από μπεζ μετάξι που μύριζε όπως το σαμπουάν με άρωμα φράουλας που χρησιμοποιούσε η κόρη του. Πήρε κι άλλα πράγματα: μία από τις περούκες που φορούσε, ένα ζευγάρι ροζ μπαλαρίνες, ένα μαντίλι για τα μαλλιά, γράμματα και σημειώματα που του είχε γράψει, λέγοντάς του πόσο τον αγαπούσε, πόσο ταλαντούχος ήταν κι αυτός και πως ήθελε για τον ίδιο να ερωτευτεί, κάτι που είχε πει ξανά λίγο πριν πεθάνει, όταν τον πήρε τηλέφωνο για να του ζητήσει να γυρίσει σπίτι.

Η ΜΥΡΩΔΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΕΥΓΕΙ

Αργότερα, όταν οι μάνατζέρ της έκαναν απογραφή, έδωσαν στον Τζέιμς τις μπαγκέτες των ντραμς της, ένα κολιέ και ένα τσιμπιδάκι για τα φρύδια με δύο μικρές καρδούλες στην άκρη του. «Το αγαπώ αυτό το τσιμπιδάκι», λέει. «Είναι τόσο εκείνη». Ο Τζέιμς κρατάει όλα αυτά τα πράγματα σε μια μαύρη τσάντα. Κάποιες φορές βγάζει έξω το μαξιλάρι και το πιέζει στο πρόσωπό του για να εισπνεύσει τη μυρωδιά της. Κάποια από τα πράγματά της ακόμα έχουν τη μυρωδιά του κρακ, 13 χρόνια μετά, γιατί «αυτή είναι μια μυρωδιά που δεν φεύγει», λέει. Θα μπορούσε να είναι σχεδόν μια μεταφορά για το πόσο μπορεί να κρατήσει η ζημιά. Προς το τέλος, η  Έιμι καθόταν συχνά στο κρεβάτι φορώντας μια μάσκα προσώπου και ένα καθαρό νυχτικό. Τα ντουλάπια της κουζίνας ήταν γεμάτα με υγιεινά τρόφιμα και συμπληρώματα, που τη βοηθούσαν σιγά σιγά να γίνει και πάλι υγιής. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό.

Ο Τάιλερ Τζέιμς ζει με την οικογένεια ενός φίλου του σε μια φάρμα μία ώρα έξω από το Γκάλγουεϊ της Ιρλανδίας. Έχει εγκαταλείψει το όνειρό του να γίνει τραγουδιστής, παρόλο που έκανε μια σύντομη επιστροφή στη σοουμπίζνες. Το 2012, αφού πέθανε η Έιμι, συμφώνησε να εμφανιστεί στο The Voice, μια απόφαση για την οποία μετανιώνει πικρά. Ο μέντοράς του ήταν ο will.i.am (πήρε τη δεύτερη θέση).

Η αφοσίωσή του στη Γουαϊνχάουζ σε μια τόσο ευαίσθητη ηλικία ήρθε αφότου έχασε το δικό του δισκογραφικό συμβόλαιο το 2005. Ίσα που είχε ξεκινήσει. Ο μάνατζέρ του ήταν ο Νικ Σαϊμάνσκι, ο οποίος ήταν και ο μάνατζερ της Γουαϊνχάουζ από τότε που ήταν 16 ετών μέχρι το 2006, ακριβώς πριν κυκλοφορήσει το Back to Black. Τον παράτησε εν μέρει επειδή την παρότρυνε να σταματήσει το ποτό (“They tried to make me go to rehab. / But I said no no no”). Ο Σαϊμάνσκι είπε στον Τζέιμς ότι είχε ακόμα καιρό για να προσπαθήσει για δεύτερη φορά να κάνει καριέρα στη μουσική, αλλά έως τότε η ζωή της  Έιμι είχε γίνει προτεραιότητα.

«Στην αρχή δεν ήθελα να συγκεντρωθώ στο τι είχε συμβεί σε εμένα, στον τρόπο με τον οποίο με παράτησε η δισκογραφική μου εταιρεία. Με συνέθλιψε, έχασα ένα όνειρο. Νομίζω ότι ήξερα πως στην πραγματικότητα δεν σου δίνεται δεύτερη ευκαιρία».

Όσο η φήμη της εκτοξευόταν και ο Μπλέικ Φίλντερ-Σίβιλ επανήλθε στο προσκήνιο (παντρεύτηκαν το 2007 και μετά κατέστρεψαν ο ένας τον άλλο), ο Τζέιμς πρακτικά έγινε ο φροντιστής της  Έιμι. Ήταν ένας ρόλος τον οποίο εκτιμούσε η οικογένειά της, συμπεριλαμβανομένου και του Μιτς, που ήταν ένας de facto «δεύτερος μάνατζερ». 

Κάποιες φορές ο Τζέιμς έλεγε στη Γουαϊνχάουζ: «Έχεις ιδέα πόσο τυχερή είσαι;». Αλλά εκείνη απαντούσε: «Τ, η διασημότητα είναι σαν καταληκτικός καρκίνος. Δεν θα το ευχόμουν για κανέναν». Και όταν ανησυχούσε, λέει εκείνος, ότι ο Τζέιμς αναζητούσε τη διασημότητα, «έλεγε: “Πας καλά; Θα ήθελες αυτά τα σκ…;”».

Καταλάβαινε την παράλογη δύναμη της διασημότητάς της, εξηγεί εκείνος, και τη σιχαινόταν. Του είπε: «Αν ζητούσα το αίμα ενός μικρού παρθένου παιδιού από την Αφρική, το πιο πιθανό είναι ότι θα μου το έφερναν». Κανείς δεν της αντιστεκόταν. «Ήξερε ότι ήταν υπεράνω του νόμου. Θα φεύγαμε από ένα μέρος όπου θα είχε κάνει φασαρία και μετά θα μου έλεγε: “Είναι γελοίο, δεν είναι;”. Την ενοχλούσε ο τρόπος με τον οποίο μπορούσε να τα σπάσει όλα σε ένα μπαρ χωρίς καμία συνέπεια. Ήταν ο τρόπος της για να πει δυνατά: “Η διασημότητα είναι μαλ…α. Αυτό είναι γελοίο”».

o-tailer-tzeims-gia-tin-eimi-goyainchaoyz4Αριστερά, με τους γονείς της, Μιτς και Τζάνις, στην απονομή των μουσικών βραβείων Άιβορ, το 2008. Δεξιά, σε ηλικία 20 ετών, στο κλαμπ Τάντρα του Λονδίνου – ήδη εξέφραζε αποστροφή στη διασημότητα. © Kevin Mazur, Ian Dickson,Gareth Davies/ Getty Images/ Ideal Image

Το ότι ο ίδιος κατάφερε να απεξαρτηθεί κοντά στα 25 του –και να κόψει τη συνήθεια των 5 γραμμαρίων κοκαΐνης την ημέρα– ήταν αυτό που του έδωσε ελπίδα ότι μπορούσε κι εκείνη να κάνει το ίδιο, και ότι θα το έκανε κιόλας. Μια φορά, όταν ήταν μεθυσμένη και ήθελε να πει κάτι κακόβουλο για το ότι ο ίδιος δεν ήταν επιτυχημένος, είπε: «Ίσως έπρεπε να είχες πιάσει στα χέρια σου μια κιθάρα!». Αλλά αυτό ήταν σπάνιο. Ποτέ δεν υπήρχε ανταγωνισμός ή ζήλια.

Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο Τζέιμς έκανε διάφορες δουλειές, η τελευταία εκ των οποίων ήταν στο Λονδίνο σε μια οικοδομή. Εκεί γνώρισε εκείνο τον φίλο που τον οδήγησε στη φάρμα στην Ιρλανδία, όπου έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου.

Το μόνο που ήθελε η Γουαϊνχάουζ για εκείνον, λέει, ήταν να αγαπήσει κάποιον. Ποτέ δεν βρήκε την αγάπη με έναν σταθερό τρόπο πέρα από τη σχέση του με εκείνη (πλατωνική, πέρα από ένα φιλί σε ένα κλαμπ όταν ήταν έφηβοι – «Ήταν σαν αδερφή μου»), και δεν μιλάει πολύ γι’ αυτό. «Είμαι ερωτευμένος τώρα;» λέει. «Όχι. Αυτή τη στιγμή είμαι ερωτευμένος με το κουτάβι μου. Αυτό είναι όλο».

Σίγουρα φαίνεται ότι δεν υπήρχε χώρος για κάτι άλλο εκτός από εκείνη σε όλη τη διάρκεια των είκοσί του. «Η  Έιμι ήταν η οικογένειά μου. Η  Έιμι ήταν ο κόσμος μου. Είναι ένα τόσο σπάνιο πράγμα και είμαι τόσο ευγνώμων γι’ αυτό». Στο βιβλίο γράφει: «Δεν είχα σχεδόν κανέναν άλλο φίλο, γιατί η Έιμι ήταν η πρώτη προτεραιότητα».

Αλλά το ψυχολογικό κόστος όλου αυτού –το τραύμα που προέκυψε από όσα είχε δει με τα μάτια του σε συνδυασμό με το πένθος– κορυφώθηκε περίπου τέσσερα χρόνια πριν, όσο ζούσε ακόμα στο Λονδίνο.

«Ξύπνησα και ένιωθα τόσο θυμωμένος και έσπαγα πράγματα, έκλαιγα… Ήταν μια απαίσια μέρα. Αλλά ξεκίνησα να γράφω όλα αυτά τα πράγματα μόνο σαν σημειώσεις στο κινητό μου. Και την επόμενη μέρα ένιωθα καλύτερα. Και μετά άρχισα να γράφω περισσότερο, κι ήταν σα να έβγαιναν όλα από μέσα μου. Ήταν μια απίστευτα καθαρτήρια εμπειρία για μένα, σαν να έστελνα όλες μου τις σκέψεις σε έναν ψυχαναλυτή, κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ. Σκέφτηκα: “Είμαι ο κοντινότερος άνθρωπος στην Έιμι που μπορεί να κάνει τη φωνή της να ακουστεί”.

Για έξι συνεχόμενες μέρες ο Τάιλερ έβλεπε εφιάλτες. «Και τότε έπρεπε να σταματήσω για μία μέρα και να κάνω κάτι διαφορετικό, γιατί ένιωθα τον εαυτό μου να πηγαίνει υπερβολικά πίσω. Αλλά δεν μπορούσα να τα κρατήσω όλα μέσα μου. Μετά ένιωθα καλύτερα. Μόλις τελείωσα, συνειδητοποίησα πόσο σημαντικό ήταν το ότι το έγραψα».

ΕΝΑ ΝΟΗΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ

Έχω την αίσθηση ότι αυτό το λέει όχι μόνο για να προσπαθήσει να προστατεύσει την κληρονομιά της φίλης του, αλλά επίσης επειδή το να μιλήσει επιτέλους για το τι συνέβη είναι ένα βήμα προς τη διαφύλαξη της ίδιας της ψυχικής του υγείας και, ελπίζει κανείς, προς το να φτιάξει μια ζωή με νόημα για τον εαυτό του. Τώρα το όνειρό του είναι να δουλέψει στον χώρο του εθισμού, να βοηθήσει τους ανθρώπους με το να πει την ιστορία του.
«Μετά από πέντε χρόνια, στην πραγματικότητα δεν είχα αντιμετωπίσει το ότι την έχασα. Αλλά όταν άρχισα να γράφω, ήταν σαν να έγραφα ένα ημερολόγιο και σκεφτόμουν: “Α, θα δώσω αυτό το ημερολόγιο σε άλλους…”». Δεν τελειώνει την πρότασή του. «Ελπίζω η  Έιμι να είναι περήφανη για μένα. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα ήταν. Ελπίζω να πιστεύει ότι υπήρξα γενναίος».

Υπήρχε πολύ υλικό που δημοσιεύθηκε και προβλήθηκε από τον θάνατο της Γουαϊνχάουζ. Το πιο γνωστό ήταν το πολύ ωραίο βιβλίο του πατέρα της, Μιτς, Έιμι, η κόρη μου (2013) και έπειτα το Αγαπώντας την  Έιμι: Η ιστορία μιας μητέρας» (2015) της Τζάνις Γουαϊνχάουζ. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το Έιμι, το πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ του Ασίφ Καπάντια. Ο Μιτς Γουαϊνχάουζ απέσυρε την υποστήριξή του σε αυτό, αφού είδε πως η ταινία έθετε –το λιγότερο– το ερώτημα σε ποιο βαθμό είχε απολαύσει το να ζει μέσα από την επιτυχία της κόρης του. Επίσης, ετίθετο το ερώτημα κατά πόσον η πρώιμη κατάθλιψή της –πολύ πριν γίνει διάσημη– προκλήθηκε από την εξωσυζυγική του σχέση και την επακόλουθη αποχώρησή του από την οικογενειακή εστία για μια άλλη γυναίκα.

o-tailer-tzeims-gia-tin-eimi-goyainchaoyz6Μια φωνή που εμφανίζεται κάθε 100 χρόνια, ένα άστρο που έσβησε πρόωρα, μια βασανισμένη ψυχή που υπέκυψε στο φορτίο της διασημότητας… © Michael Nagle/The New York Times

Μπορούσαν να είχαν γίνει περισσότερα για να προστατευθεί η Γουαϊνχάουζ από τη μουσική βιομηχανία και τον εαυτό της; Υπήρχαν ημερομηνίες περιοδείας και συμβόλαια που έπρεπε να καλυφθούν, ακόμα κι όταν προσπαθούσε απεγνωσμένα να τα βγάλει πέρα. Στην τελευταία καταστροφική της περιοδεία στην Ευρώπη την έσπρωξαν σε ένα αυτοκίνητο και μετά σε μια πτήση για να τραγουδήσει στο Βελιγράδι, χωρίς να ξέρει καν πού βρισκόταν.

Αλλά, όπως ξεκαθαρίζει ο Τζέιμς, υπήρξαν πολλές παρεμβάσεις, πολλές από τις οποίες υποκινήθηκαν από την οικογένειά της. «Ο Μιτς κατηγορείται άδικα. Δεν λέω ότι δεν έκανε λάθη. Κι εγώ έκανα. Το να έχεις να αντιμετωπίσεις κάποιον που είναι εθισμένος είναι πολύ δύσκολο. Ο κόσμος τον βλέπει σαν κάποιον που ενδιαφερόταν μόνο για τα λεφτά, αλλά εγώ δεν τον βλέπω καθόλου έτσι.

»Ήταν κι αυτός το ίδιο σκ… εξαιτίας όλων αυτών που συνέβαιναν, όπως ήμουν κι εγώ, όπως ήμασταν και οι υπόλοιποι. Δεν πιστεύω ότι ο Μιτς εκμεταλλεύτηκε την κόρη του. Ο Μιτς αγαπάει –αγαπούσε, αγαπούσε– την  Έιμι. Τη λάτρευε! Και εκείνη τον είχε θεοποιήσει και τον λάτρευε. Ήταν ένας στοργικός πατέρας. Όταν κάποιος είναι εθισμένος, αυτό επηρεάζει τους πάντες γύρω του. Και όταν κάποιος είναι διάσημος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι και η διασημότητα είναι μια αρρώστια και ότι επηρεάζει τους πάντες γύρω του.

»Δεν κατηγορώ κανέναν. Δεν κατηγορώ τη μουσική βιομηχανία. Δεν κατηγορώ τον Μιτς. Δεν κατηγορώ τους μάνατζερ της  Έιμι. Κατηγορώ τον εθισμό. Αυτός μου  έκλεψε τη φίλη». 

«Ακόμα και σήμερα», λέει, «με βλέπει κόσμος στον δρόμο και μου λέει: “Α, εσύ είσαι ο καλύτερος φίλος της Έιμι Γουαϊνχάουζ”. Μπορεί να μην ξέρουν καν το όνομά μου. Αλλά δεν με ενοχλεί καθόλου. Γιατί είμαι περήφανος γι’ αυτό. Νιώθω ότι “Ναι!  Ήμουν τυχερός που γνώριζα αυτό το κορίτσι”. Δεν μετανιώνω για το ότι όλα τα υπόλοιπα αναβλήθηκαν. Δεν μετανιώνω καθόλου. Θα είχε κάνει το ίδιο για μένα. Όταν αγαπάς κάποιον, αυτό κάνεις. Δεν τον εγκαταλείπεις». ■

My Amy: Τhe Life We Shared, 2021, εκδ. Macmillan