Οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία έχουν επαναφέρει με επιτακτικό τρόπο στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα για την Ευρώπη: Μπορεί να καλύψει τις στρατιωτικές ανάγκες του Κιέβου εάν ο Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) αποφασίσει να περιορίσει την αμερικανική στήριξη; Και κυρίως, διαθέτει τα μέσα για να αναπληρώσει εγκαίρως όσα ενδέχεται να στερηθεί η Ουκρανία;
Από τους αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot και τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών έως τις δορυφορικές επικοινωνίες του Starlink, η Ουκρανία εξακολουθεί να εξαρτάται από τις ΗΠΑ για κρίσιμους τομείς της άμυνάς της. Το πρόβλημα για την Ευρώπη, επομένως, δεν είναι μόνο αν μπορεί να διαθέσει επιπλέον χρήματα για τη στήριξη του Κιέβου, αλλά και κατά πόσο μπορεί να εξασφαλίσει τα στρατιωτικά μέσα και τις υπηρεσίες που σήμερα παρέχει η Ουάσιγκτον.
Οι πρόσφατες κινήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης εντείνουν τον προβληματισμό. Τις τελευταίες ημέρες, ο Τραμπ επέκρινε τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, συνδέοντάς τες με την άνοδο των τιμών της ενέργειας, ενώ η απόφασή του να διευκολύνει τις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ προκάλεσε αντιδράσεις στο Κίεβο. Την ίδια στιγμή, οι αναφορές για περιορισμούς στο Starshield, τη στρατιωτική υπηρεσία δορυφορικών επικοινωνιών της SpaceX, καθώς και οι ανησυχίες για ενδεχόμενη περιστολή της ανταλλαγής πληροφοριών, αναδεικνύουν πόσο ευάλωτη παραμένει η Ουκρανία στις αποφάσεις των ΗΠΑ.
Σε αυτό το κλίμα, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ζήτησε στις 16 Οκτωβρίου, από τις Βρυξέλλες, επιπλέον 70 δισ. ευρώ για το 2027, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της ουκρανικής άμυνας και του κρατικού προϋπολογισμού.
Η Ευρώπη καλείται λοιπόν να αντιμετωπίσει μια διπλή πρόκληση: να εξασφαλίσει τους πρόσθετους οικονομικούς πόρους που χρειάζεται το Κίεβο και, ταυτόχρονα, να καλύψει κρίσιμες στρατιωτικές ανάγκες για τις οποίες η Ουκρανία εξακολουθεί να βασίζεται στις ΗΠΑ. Ακόμη όμως και αν βρεθούν τα χρήματα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν η Ευρώπη μπορεί να εξασφαλίσει εγκαίρως τα οπλικά συστήματα, τις υποδομές και τις υπηρεσίες που θα χρειαστούν σε περίπτωση περιορισμού της αμερικανικής βοήθειας.
Πόσο εξαρτάται το Κίεβο από τις ΗΠΑ
Η εξάρτηση του Κιέβου αφορά τρεις διαφορετικούς τομείς: πληροφορίες, οπλικά συστήματα και δορυφορικές επικοινωνίες.
Πληροφορίες. Η Ουκρανία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αμερικανικές πληροφορίες για την έγκαιρη προειδοποίηση και την αντιμετώπιση ρωσικών επιθέσεων. Αυτή την εβδομάδα, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι το Κίεβο δεν έλαβε προειδοποίηση από τους εταίρους του για πέντε ρωσικούς βαλλιστικούς πυραύλους που έπληξαν την πόλη. Σύμφωνα με το Politico, Αμερικανοί αξιωματούχοι απέδωσαν την απουσία προειδοποίησης στις κακές καιρικές συνθήκες. Ο Ντόναλντ Τραμπ, πάντως, υποστηρίζει ότι η ανταλλαγή πληροφοριών συνεχίζεται.
Το περιστατικό σημειώθηκε ενώ είχαν προηγηθεί δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να περιορίσει την ανταλλαγή πληροφοριών και τις πωλήσεις όπλων, εάν το Κίεβο δεν σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές.
Όπλα. Ένα ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα είναι οι αναχαιτιστικοί πύραυλοι Patriot, βασικό μέσο της ουκρανικής άμυνας απέναντι σε βαλλιστικές απειλές. Σύμφωνα με το ουκρανικό υπουργείο Άμυνας, περίπου το 95% των πυραύλων Patriot που παραλαμβάνει η χώρα προέρχεται μέσω του PURL, του μηχανισμού με τον οποίο σύμμαχοι χρηματοδοτούν την αγορά αμερικανικών όπλων για την Ουκρανία. Με άλλα λόγια, ακόμη και όταν τα χρήματα προέρχονται από την Ευρώπη, η προμήθεια εξαρτάται από την αμερικανική παραγωγή και τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι και η παραγωγή. Η Lockheed Martin ανακοίνωσε ότι το 2025 παρέδωσε περισσότερους από 600 αναχαιτιστικούς πυραύλους PAC-3 MSE, ενώ έχει συμφωνήσει με την αμερικανική κυβέρνηση να αυξήσει σταδιακά την ετήσια παραγωγή της σε 2.000. Η αύξηση αυτή, ωστόσο, απαιτεί χρόνο και δεν σημαίνει ότι οι επιπλέον πύραυλοι είναι άμεσα διαθέσιμοι στην Ουκρανία.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ χρειάζονται πυραύλους για να αναπληρώσουν και τα δικά τους αποθέματα, μεταξύ άλλων λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν. Αυτό προσθέτει πίεση στις αποφάσεις για την κατανομή των διαθέσιμων πυραύλων. Εάν περιοριστεί και η χρηματοδότηση μέσω του PURL, όπως έχει αναφερθεί σε δημοσιεύματα, η Ουκρανία θα δυσκολευτεί ακόμη περισσότερο να εξασφαλίσει τα πυρομαχικά που χρειάζεται.
Δορυφορικές επικοινωνίες. Το τρίτο ζήτημα αφορά τα συστήματα Starlink και Starshield της SpaceX, τα οποία χρησιμοποιούνται για επικοινωνίες στο πεδίο της μάχης και για την υποστήριξη στρατιωτικών επιχειρήσεων με drones. Τα δύο συστήματα έχουν διαφορετικό ρόλο. Το Starshield, το οποίο βασίζεται στην τεχονολόγια του Starlink, είναι η στρατιωτική υπηρεσία της εταιρείας, σχεδιασμένη για κυβερνητικές και αμυντικές χρήσεις.
Οι πρόσφατοι περιορισμοί στη λειτουργία του Starshield στην Ουκρανία, έδειξαν πόσο άμεσα μπορούν να περιοριστούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις όταν διαταράσσεται η πρόσβαση σε τέτοιες υπηρεσίες. Σύμφωνα με το Reuters, η εντολή για τον περιορισμό της υπηρεσίας προήλθε από τον Λευκό Οίκο, χωρίς να έχει διευκρινιστεί ποιος έλαβε τη σχετική απόφαση.
Γιατί η Ευρώπη δεν έχει έτοιμο αντίστοιχο του Starlink
Η Ευρώπη δεν διαθέτει σήμερα εναλλακτική που να μπορεί να αντικαταστήσει άμεσα το Starlink στην Ουκρανία. Η Κάγια Κάλας έχει αναγνωρίσει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να καλύψει αυτό το κενό βραχυπρόθεσμα.
Η διαφορά δεν αφορά μόνο τον αριθμό των δορυφόρων, αλλά και τον εξοπλισμό που βρίσκεται ήδη στο πεδίο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα.
Μέγεθος δικτύου: Το Starlink διαθέτει χιλιάδες δορυφόρους σε χαμηλή τροχιά. Το ευρωπαϊκό OneWeb της Eutelsat διαθέτει περίπου 650, σύμφωνα με τις διαθέσιμες αναφορές.
Τερματικά και κόστος: Το 2025, οι εκτιμήσεις έκαναν λόγο για περίπου 2.000 τερματικά OneWeb στην Ουκρανία, έναντι περίπου 40.000 Starlink. Τα τερματικά OneWeb ήταν επίσης σημαντικά ακριβότερα.
Αλλαγή εξοπλισμού: Τα τερματικά Starlink δεν μπορούν να συνδεθούν απλώς σε άλλο δορυφορικό δίκτυο. Η μετάβαση απαιτεί διαφορετικό εξοπλισμό και προσαρμογές στις υποδομές, κάτι ιδιαίτερα δύσκολο όταν τα συστήματα είναι ήδη ενσωματωμένα σε στρατιωτικές επικοινωνίες και drones.
Χρόνος ανάπτυξης: Η ΕΕ εξετάζει την αξιοποίηση του GOVSATCOM και εμπορικών δορυφορικών υπηρεσιών, ενώ το IRIS², το ευρωπαϊκό πρόγραμμα ασφαλών δορυφορικών επικοινωνιών, έχει ορίζοντα πλήρους λειτουργίας το 2029.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο να βρεθεί μια ευρωπαϊκή εταιρεία που θα προσφέρει δορυφορικό διαδίκτυο. Είναι να υπάρχει ένα δίκτυο με επαρκή κάλυψη, διαθέσιμος εξοπλισμός και δυνατότητα να υποστηρίξει τις ανάγκες του ουκρανικού στρατού.
Την ίδια ώρα, η Ρωσία αναπτύσσει το δικό της δορυφορικό δίκτυο, Rassvet, σε μια ένδειξη ότι οι δορυφορικές επικοινωνίες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Πόσα χρειάζεται η Ουκρανία για το 2027
Το νέο αίτημα του Κιέβου για επιπλέον 70 δισ. ευρώ έρχεται ενώ έχει ήδη συμφωνηθεί ευρωπαϊκό δάνειο 90 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2027. Η συμφωνία, που εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, προβλέπει κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό και δεν περιλαμβάνει άμεση αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων.
Το ποσό αυτό, ωστόσο, δεν αρκεί για να καλύψει όλες τις ανάγκες της Ουκρανίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για το 2026 και το 2027 ανέρχονται σε περίπου 137 δισ. ευρώ.
Το Κίεβο υποστηρίζει ότι χρειάζεται πρόσθετους πόρους τόσο για την άμυνα όσο και για τη λειτουργία του κράτους. Η ενίσχυση της χρηματοδότησης θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να επιτρέψει την αύξηση της παραγωγής drones και να ενισχύσει την αμυντική ικανότητα της χώρας.
Η εξεύρεση των πρόσθετων πόρων είναι πλέον και πολιτικό ζήτημα. Στην ΕΕ παραμένει ανοιχτή η συζήτηση για την αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων (περίπου 210 δισ. ευρώ ρωσικών κρατικών κεφαλαίων βρίσκονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το μεγαλύτερο μέρος τους στο βελγικό αποθετήριο τίτλων Euroclear). Η Σουηδία και η Δανία ζητούν να εξεταστεί εκ νέου η αξιοποίησή τους για τη στήριξη της Ουκρανίας. Χωρίς συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών, ωστόσο, η κάλυψη των πρόσθετων χρηματοδοτικών αναγκών του Κιέβου για το 2027 παραμένει ζητούμενο.
Τα πραγματικά όρια της στρατηγικής αυτονομίας
Η ευρωπαϊκή στήριξη της Ουκρανίας αναδεικνύει μια βασική αδυναμία: η δυνατότητα χρηματοδότησης δεν σημαίνει ότι υπάρχουν και τα μέσα για να καλυφθούν άμεσα οι στρατιωτικές ανάγκες.
Η Ευρώπη μπορεί να χρηματοδοτεί την αγορά αμερικανικών όπλων μέσω του PURL, αλλά δεν ελέγχει την παραγωγή τους, τους χρόνους παράδοσης ή τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον για τις εξαγωγές. Παράλληλα, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας απαιτεί χρόνο, επενδύσεις, πρώτες ύλες και εξειδικευμένο προσωπικό.
Υπάρχουν, πάντως, κινήσεις για την αύξηση της ευρωπαϊκής παραγωγής. Η MBDA έχει ανακοινώσει σχέδια για την αύξηση της παραγωγής των πυραύλων Aster 30 και την ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας στην Ιταλία. Παράλληλα, η συνεργασία με την Ουκρανία και η ανάπτυξη συστημάτων αναχαίτισης drones μπορούν να καλύψουν μέρος των αναγκών της. Δεν αποτελούν, ωστόσο, άμεσο υποκατάστατο των Patriot για την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων.
Πέρα από την παραγωγή, κρίσιμο ζήτημα είναι και η διαθεσιμότητα των αποθεμάτων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλεί τα κράτη-μέλη να εξετάσουν ποιες αμυντικές δυνατότητες μπορούν να διαθέσουν. Για την Ελλάδα, δημοσιεύματα είχαν αναφέρει ότι η Ουκρανία ζήτησε έως και 200 παλαιότερους πυραύλους PAC-2.
Η στρατηγική αυτονομία, επομένως, δεν κρίνεται μόνο από τα χρήματα που μπορεί να διαθέσει η Ευρώπη ή τα συστήματα που μπορεί να αγοράσει. Κρίνεται και από το αν μπορεί να εξασφαλίσει την παραγωγή, τη συντήρηση και την αναπλήρωσή τους, χωρίς να εξαρτάται από αποφάσεις τρίτων.
Στους τομείς των πληροφοριών, των αναχατιστικών πυραύλων και των δορυφορικών επικοινωνιών, η εξάρτηση της Ουκρανίας από τις ΗΠΑ παραμένει σημαντική. Και όσο η Ευρώπη δεν μπορεί να καλύψει αυτά τα κενά εγκαίρως, η στρατηγική αυτονομία της θα εξακολουθεί να έχει σαφή όρια.
Τι μπορεί να αναλάβει η Ευρώπη
Για την ώρα, η Ευρώπη δεν καλείται να αναπληρώσει μια πλήρη αμερικανική αποχώρηση, αλλά να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο μιας επιλεκτικής και αναστρέψιμης μείωσης της αμερικανικής στήριξης.
Στο χρηματοδοτικό σκέλος, η διάθεση περισσότερων πόρων προϋποθέτει δύσκολες πολιτικές αποφάσεις, σε μια περίοδο που σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες εντείνονται οι αντιδράσεις για το κόστος στήριξης της Ουκρανίας. Στην παραγωγή όπλων και στις στρατιωτικές υποδομές, η κάλυψη των αμερικανικών δυνατοτήτων απαιτεί επενδύσεις και χρόνο.
Κι αυτό είναι το ουσιαστικό όριο της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Η Ευρώπη δεν εξαρτάται μόνο από το αν μπορεί να διαθέσει περισσότερα χρήματα, αλλά και από το αν μπορεί να εξασφαλίσει τα αναγκαία στρατιωτικά μέσα και την πολιτική στήριξη για να συνεχίσει να βοηθά την Ουκρανία.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






