Στην αρχή, η κρίση μοιάζει να εκτυλίσσεται μακριά από τα σπίτια και τα πρατήρια της Δύσης, σε αίθουσες συσκέψεων και σε μια σύγκρουση χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Ύστερα, η απόσταση εξαφανίζεται. Οι οδηγοί περιμένουν με τις ώρες για λίγα λίτρα βενζίνης, οι κυβερνήσεις ζητούν περιορισμό της κατανάλωσης και οι βιομηχανίες βλέπουν το κόστος της ενέργειας να εκτινάσσεται. Όχι, δεν είναι σενάρια για το πού οδηγούν οι σημερινοί πόλεμοι σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία.
Επιστρέφουμε στις 17 Οκτωβρίου 1973. Εκείνη την ημέρα, οι υπουργοί Πετρελαίου των αραβικών χωρών που συμμετέχουν στον Οργανισμό Αραβικών Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών αποφασίζουν άμεση περικοπή της παραγωγής κατά 5%, με νέες μηνιαίες μειώσεις όσο συνεχίζεται ο πόλεμος και η αμερικανική στήριξη προς το Ισραήλ. Δύο ημέρες αργότερα, η Σαουδική Αραβία ανακοινώνει εμπάργκο στις εξαγωγές πετρελαίου προς τις ΗΠΑ.
Το μήνυμα είναι σαφές: η ενέργεια δεν είναι μόνο εμπόρευμα. Μπορεί να γίνει εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Το σοκ περνά από τα καύσιμα στα τρόφιμα
Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ έχει αρχίσει στις 6 Οκτωβρίου, όταν αιγυπτιακές και συριακές δυνάμεις επιτίθενται στο Ισραήλ. Καθώς οι ΗΠΑ οργανώνουν αεροπορικό ανεφοδιασμό του Ισραήλ με όπλα, οι αραβικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες απαντούν με περιορισμούς στην παραγωγή και στις εξαγωγές.
Η Δύση έχει ήδη αυξήσει σημαντικά την εξάρτησή της από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Οι οικονομίες της έχουν χτιστεί πάνω στην υπόθεση ότι τα καύσιμα θα είναι διαθέσιμα και σχετικά φθηνά: τα αυτοκίνητα μεγαλώνουν, οι μετακινήσεις πολλαπλασιάζονται και τα εργοστάσια λειτουργούν με ενέργεια που μοιάζει δεδομένη. Τώρα, αυτή η βεβαιότητα κλονίζεται.
Οι περικοπές δεν προκαλούν από μόνες τους το σύνολο της ανόδου των τιμών. Συμπίπτουν με ευρύτερες αλλαγές στην αγορά, με αυξημένη ζήτηση και με την προσπάθεια των πετρελαιοπαραγωγών να ανακτήσουν τον έλεγχο της τιμολόγησης από τις μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες. Όμως η πολιτική απόφαση κάνει την προσφορά πιο περιορισμένη και την αβεβαιότητα πολύ μεγαλύτερη.
Η τιμή του πετρελαίου, που πριν από την κρίση κυμαίνεται γύρω στα 2,90 δολάρια το βαρέλι, φτάνει περίπου τα 11,65 δολάρια τον Ιανουάριο του 1974. Μέσα σε λίγους μήνες, σχεδόν τετραπλασιάζεται. Το σοκ περνά από τα διυλιστήρια στα πρατήρια, από τις μεταφορές στα τρόφιμα και από το κόστος παραγωγής στον καταναλωτή.
Μια καθημερινότητα που αλλάζει απότομα
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οδηγοί σχηματίζουν ουρές έξω από τα πρατήρια και σε αρκετές περιοχές επιβάλλονται περιορισμοί στην αγορά καυσίμων. Σε ευρωπαϊκές χώρες, οι κυβερνήσεις λαμβάνουν έκτακτα μέτρα εξοικονόμησης: η κυκλοφορία των αυτοκινήτων περιορίζεται, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απαγορεύεται η οδήγηση τις Κυριακές.
Η εικόνα της κρίσης δεν είναι μόνο οι άδειες αντλίες. Είναι και ο λογαριασμός που φτάνει σε κάθε πλευρά της οικονομίας. Οι μεταφορές γίνονται ακριβότερες, οι επιχειρήσεις μετακυλίουν μέρος του κόστους στις τιμές και τα νοικοκυριά πιέζονται από τον πληθωρισμό. Η ανάπτυξη επιβραδύνεται, ενώ η αύξηση των τιμών συνυπάρχει με οικονομική αδυναμία — ένα δύσκολο μείγμα που οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν με τα συνηθισμένα εργαλεία.
Η κρίση αναγκάζει τις δυτικές κυβερνήσεις να δουν την ενεργειακή ασφάλεια ως ζήτημα εθνικής πολιτικής. Οι ΗΠΑ δημιουργούν στρατηγικό απόθεμα πετρελαίου, ενώ οι πετρελαιοεισαγωγικές χώρες ιδρύουν το 1974 τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, για να συντονίζουν την αντίδρασή τους σε μελλοντικές διακοπές εφοδιασμού. Η εξοικονόμηση ενέργειας και η αναζήτηση νέων πηγών παύουν να είναι θεωρητικές συζητήσεις και περνούν στον σχεδιασμό των κρατών.
Το μάθημα που επιστρέφει σε κάθε ενεργειακή κρίση
Το εμπάργκο προς τις ΗΠΑ αίρεται τον Μάρτιο του 1974, όμως η αγορά δεν επιστρέφει στην προηγούμενη κατάσταση. Οι τιμές έχουν αλλάξει, η ισχύς των πετρελαιοπαραγωγών χωρών έχει ενισχυθεί και οι καταναλώτριες οικονομίες έχουν καταλάβει ότι η πρόσβαση στην ενέργεια εξαρτάται και από γεωπολιτικές αποφάσεις.
Γι’ αυτό και η 17η Οκτωβρίου δεν θυμίζει μόνο μια κρίση του παρελθόντος. Θυμίζει πόσο γρήγορα μια σύγκρουση μπορεί να περάσει από τα πεδία των μαχών στους λογαριασμούς των νοικοκυριών, στο κόστος των επιχειρήσεων και στις αποφάσεις των κυβερνήσεων.
Το πετρέλαιο σήμερα
Πενήντα τρία χρόνια μετά, το πετρέλαιο δεν χρειάζεται να κοπεί με ένα επίσημο εμπάργκο για να γίνει όπλο. Αρκεί να απειληθεί η διαδρομή του. Σήμερα, αυτή η ευάλωτη αρτηρία περνά από τα Στενά του Ορμούζ, όπου η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και οι επιθέσεις σε πλοία ξαναφέρνουν στο προσκήνιο τον φόβο μιας νέας μεγάλης διαταραχής στην προσφορά. Στις 16 Οκτωβρίου, το brent άγγιξε τα 110 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αγορές στάθμιζαν τον κίνδυνο για τις μεταφορές και τις ενεργειακές υποδομές.
Η διαφορά από το 1973 είναι ότι σήμερα υπάρχουν μηχανισμοί άμυνας που τότε δεν υπήρχαν. Τον Μάρτιο, τα κράτη-μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας συμφώνησαν να διαθέσουν στην αγορά 400 εκατομμύρια βαρέλια από τα έκτακτα αποθέματά τους, στη μεγαλύτερη τέτοια συντονισμένη κίνηση στην ιστορία του οργανισμού. Ως τις αρχές Οκτωβρίου είχαν ήδη διατεθεί περίπου 325 εκατομμύρια βαρέλια. Τα αποθέματα λειτουργούν ως μαξιλάρι, όχι ως μόνιμη λύση: μπορούν να κερδίσουν χρόνο, δεν μπορούν να εγγυηθούν ότι τα φορτία θα φτάσουν στον προορισμό τους όταν απειλούνται οι θαλάσσιες οδοί.
Η εξάρτηση από το πετρέλαιο δεν μετριέται μόνο σε βαρέλια, αλλά και σε πλοία, στενά περάσματα, ασφάλιστρα και πολιτικές ισορροπίες. Όταν ένα από αυτά τα σημεία πιεστεί, ο αντίκτυπος ταξιδεύει γρήγορα από τα δεξαμενόπλοια στις τιμές της ενέργειας, στις μεταφορές και στο κόστος ζωής. Το πετρέλαιο εξακολουθεί να είναι ισχύς· και η διαδρομή του, πεδίο αντιπαράθεσης.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.





