Αυτός είναι ο μεγάλος κερδισμένος του πολέμου
Σε κάθε πόλεμο υπάρχουν ηττημένοι – αλλά και κερδισμένοι. Στην περίπτωση της νέας σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, ο μεγάλος γεωπολιτικός και οικονομικός ωφελημένος φαίνεται να είναι η Ρωσία.
Η ενεργειακή αναταραχή εκτόξευσε τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αύξησε τη ζήτηση για ρωσικούς υδρογονάνθρακες και έδωσε στη Μόσχα νέο μοχλό επιρροής στις παγκόσμιες αγορές.
Την ίδια στιγμή, το μεγαλύτερο οικονομικό κόστος φαίνεται να συγκεντρώνεται στην Ευρώπη και στην Ασία, δύο περιοχές ιδιαίτερα ευάλωτες σε ένα ενεργειακό σοκ.
Ο μεγάλος ωφελημένος: Η Ρωσία
Μόλις πριν από λίγες ημέρες η ρωσική ενεργειακή βιομηχανία βρισκόταν σε μία από τις δυσκολότερες στιγμές των τελευταίων ετών. Οι χαμηλές τιμές πετρελαίου και οι κυρώσεις περιόριζαν τα έσοδα του Κρεμλίνου, ενώ εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού αργού βρίσκονταν στη θάλασσα χωρίς αγοραστές.
Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο άλλαξε απότομα αυτή την εικόνα. Η εκτόξευση των τιμών ενέργειας –με το Brent να έχει αυξηθεί σχεδόν 30% από την έναρξη των επιθέσεων– μετατρέπει το ρωσικό πετρέλαιο από πρόβλημα σε περιζήτητο εμπόρευμα.
Η διαταραχή στις ροές από τον Περσικό Κόλπο αναγκάζει μεγάλους εισαγωγείς ενέργειας να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές.
Έτσι, η παγκόσμια αγορά στρέφεται ξανά προς τη Ρωσία. Ήδη το μεγάλο discount που απαιτούσαν οι αγοραστές για να αγοράσουν ρωσικό πετρέλαιο αρχίζει να εξαφανίζεται, σύμφωνα με ρεπορτάζ της Wall Street Journal. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα οι τιμές διαπραγματεύονται πλέον πάνω από το Brent.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προχώρησε σε περιορισμένη χαλάρωση ορισμένων περιορισμών, δίνοντας προσωρινή εξαίρεση στην Ινδία για την αγορά ρωσικού πετρελαίου που είχε μείνει αδιάθετο στη θάλασσα.
Για το Κρεμλίνο αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό: περισσότερα έσοδα. Μετά από μήνες πίεσης στα δημόσια οικονομικά, η άνοδος των τιμών ενέργειας μπορεί να δώσει στη ρωσική οικονομία την ανάσα που χρειαζόταν.
Ο πολιτικός ωφελημένος: Νετανιάχου
Σε πολιτικό επίπεδο, ένας ακόμη ωφελημένος είναι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου – τουλάχιστον προς το παρόν. Η στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη στρατηγική προσέγγιση που εδώ και χρόνια προωθεί το Ισραήλ: αιφνιδιασμός, συντριπτική ισχύς και πλήγματα στην ηγεσία του αντιπάλου.
Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ υιοθέτησαν σε μεγάλο βαθμό αυτή τη λογική ενισχύει τη θέση του Ισραηλινού πρωθυπουργού στο εσωτερικό της χώρας.
Ωστόσο το πολιτικό αυτό όφελος ενδέχεται να αποδειχθεί βραχυπρόθεσμο.
Το Ισραήλ βρίσκεται ήδη αντιμέτωπο με αυξανόμενη διεθνή δυσφορία μετά τον πόλεμο στη Γάζα, και η νέα σύγκρουση κινδυνεύει να εντείνει ακόμη περισσότερο την απομόνωση της χώρας σε μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας.
Οι μεγάλοι χαμένοι: Ευρώπη και Ασία
Αν υπάρχει μια γεωγραφική περιοχή που πληρώνει το μεγαλύτερο οικονομικό τίμημα των ενεργειακών κρίσεων, αυτή είναι η Ευρώπη.
Η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στις τιμές ενέργειας. Η βιομηχανία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος φυσικού αερίου, ενώ τα αποθέματα βρίσκονται ήδη σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με πέρυσι.
Η νέα άνοδος των τιμών σημαίνει:
- υψηλότερο πληθωρισμό
- χαμηλότερη ανάπτυξη
- λιγότερα περιθώρια για μείωση επιτοκίων.
Σε ένα ακραίο σενάριο με το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο κοντά στα 100 ευρώ ανά MWh, ο πληθωρισμός στην Ευρώπη θα μπορούσε να αυξηθεί πάνω από 1,5 ποσοστιαία μονάδα, υπολογίζει η Capital Economics.
Ταυτόχρονα, η Ευρώπη βρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό με την Ασία για φορτία LNG, κάτι που ήδη οδηγεί σε μια νέα «μάχη» για το ποιος θα πληρώσει περισσότερο.
Οι μεγαλύτερες ασιατικές οικονομίες –Ινδία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα– προσπαθούν επίσης να εξασφαλίσουν εναλλακτικές προμήθειες ενέργειας, γεγονός που αυξάνει ακόμη περισσότερο τις τιμές.
Οι ΗΠΑ πιο προστατευμένες
Σε αντίθεση με την Ευρώπη και την Ασία, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται σαφώς πιο θωρακισμένες απέναντι σε ένα ενεργειακό σοκ, σημειώνει η Capital Economics.
Η ισχυρή εγχώρια παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου μειώνει την εξάρτηση από εισαγωγές, ενώ υψηλότερες διεθνείς τιμές μπορούν ακόμη και να ενισχύσουν τα έσοδα των αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών.
Αυτός είναι και ο λόγος που στις χρηματοπιστωτικές αγορές οι αμερικανικές μετοχές εμφανίζουν καλύτερη επίδοση από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές.
Η εικόνα που διαμορφώνεται θυμίζει ένα γνώριμο μοτίβο των τελευταίων ετών.
Από την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία μέχρι τη σημερινή αναταραχή στη Μέση Ανατολή, η Ευρώπη βρίσκεται συχνά στην πρώτη γραμμή των οικονομικών συνεπειών των γεωπολιτικών συγκρούσεων.
Το πολιτικό ρίσκο για τον Τραμπ
Αν υπάρχει ένας ηγέτης που θα μπορούσε να πληρώσει υψηλό πολιτικό τίμημα από έναν παρατεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αυτός είναι ο Ντόναλντ Τραμπ.
Η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν έρχεται σε ευθεία αντίθεση με ένα από τα κεντρικά αφηγήματα της πολιτικής του καριέρας: την υπόσχεση να απομακρύνει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τους «ατέρμονους πολέμους» της Μέσης Ανατολής.
Για χρόνια ο Τραμπ κατηγορούσε τις προηγούμενες κυβερνήσεις ότι εγκλώβισαν τη χώρα σε δαπανηρές στρατιωτικές περιπέτειες χωρίς σαφή στρατηγικό στόχο.
Ήδη, σε τμήματα της εκλογικής του βάσης –ιδίως στο πιο απομονωτιστικό ρεύμα του κινήματος MAGA– εμφανίζονται σημάδια έντονης δυσαρέσκειας. Πολλοί από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του είχαν στηρίξει την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο ακριβώς επειδή πίστευαν ότι θα απέφευγε μια νέα μεγάλη εμπλοκή στη Μέση Ανατολή.
Αν η σύγκρουση εξελιχθεί σε μακροχρόνιο πόλεμο, με υψηλό οικονομικό κόστος ή ακόμη και με αμερικανικές απώλειες, η δυσαρέσκεια αυτή θα μπορούσε να μετατραπεί σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο αντίκτυπος θα μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα αισθητός στις ενδιάμεσες εκλογές, όπου η εξωτερική πολιτική συχνά μεταφράζεται σε εσωτερικό πολιτικό κόστος.


