Αγορές: Τι ξύπνησε αιφνιδίως τα φαντάσματα του 1997
Το ημερολόγιο γράφει 2026, αλλά η εικόνα θυμίζει επικίνδυνα 1997: οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων ανεβαίνουν απότομα, το γιεν υποχωρεί, η τεχνολογική ευφορία κορυφώνεται και το κόστος του χρήματος αρχίζει να δοκιμάζει τις πιο ευάλωτες πλευρές της παγκόσμιας οικονομίας.
Η Ιαπωνία πρόσθεσε τώρα το ισχυρότερο σύμβολο αυτής της επιστροφής. Η απόδοση του δεκαετούς κρατικού ομολόγου της άγγιξε το 3% για πρώτη φορά εδώ και τρεις δεκαετίες, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής κατά την οποία το Τόκιο λειτουργούσε ως η μεγάλη δεξαμενή φθηνού κεφαλαίου του πλανήτη.
Δεν είναι μόνο μια ιαπωνική ιστορία. Είναι η στιγμή κατά την οποία ένας από τους μεγαλύτερους πιστωτές του κόσμου αποκτά λόγο να κρατήσει τα χρήματά του στο σπίτι. Και όταν η Ιαπωνία παύει να αγοράζει με την ίδια ένταση αμερικανικά, ευρωπαϊκά και αυστραλιανά ομόλογα, όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να πληρώνουν περισσότερο για να δανειστούν.
Η HSBC εντοπίζει εντυπωσιακές ομοιότητες με το σκηνικό που προηγήθηκε της Ασιατικής Χρηματοπιστωτικής Κρίσης του 1997. Οι διαφορές είναι επίσης σημαντικές και καθιστούν μια ακριβή επανάληψή της λιγότερο πιθανή. Ο νέος κίνδυνος, ωστόσο, μπορεί να είναι μεγαλύτερος: η επόμενη κρίση δεν θα ξεσπάσει απαραίτητα εκεί όπου ξέσπασε η προηγούμενη – ούτε είναι βέβαιο ότι οι ΗΠΑ θα θελήσουν ή θα μπορέσουν να τη σταματήσουν.
3 ομοιότητες με το 1997
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της HSBC Φρεντ Νόιμαν ξεχωρίζει τρία κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στο σήμερα και στην περίοδο πριν από την κρίση του 1997: την απότομη άνοδο των αμερικανικών αποδόσεων, τη μεγάλη υποτίμηση του γιεν και την ευφορία γύρω από μια τεχνολογική επανάσταση.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου αυξήθηκε από περίπου 5% τον Οκτώβριο του 1993 σε σχεδόν 8% τον Νοέμβριο του 1994. Τον Απρίλιο του 1997 βρισκόταν ακόμη κοντά στο 7%, περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Αυτή τη φορά η απόδοση έχει εκτιναχθεί από το ιστορικό χαμηλό του 0,5% τον Αύγουστο του 2020 στο 4,79% το 2026. Μόνο από τον περασμένο Φεβρουάριο έχει αυξηθεί κατά περίπου 80 μονάδες βάσης, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν τροφοδοτεί τον πληθωρισμό και το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπερνά τα 40 τρισ. δολάρια.
Παρόμοια είναι και η διαδρομή του γιεν. Από τα 80 γεν ανά δολάριο τον Απρίλιο του 1995, είχε υποχωρήσει στα 130 δύο χρόνια αργότερα – απώλεια περίπου 55%. Στον σημερινό κύκλο, το ιαπωνικό νόμισμα έχει χάσει περίπου 57%, από τα 103 γεν ανά δολάριο τον Ιανουάριο του 2021 έως τα 163 τον Ιούλιο του 2026. Ακόμη και μετά τη σπάνια κοινή παρέμβαση Ουάσιγκτον και Τόκιο, διαπραγματεύεται ξανά κοντά στα 160.
Η τρίτη ομοιότητα είναι η τεχνολογική ευφορία. Τότε ήταν το διαδίκτυο. Σήμερα είναι η τεχνητή νοημοσύνη – με τις αποτιμήσεις, τις επενδύσεις και τις προσδοκίες να ανεβαίνουν με ταχύτητα που αναπόφευκτα γεννά συγκρίσεις.
Διαφορετική αδυναμία
Οι ομοιότητες δεν σημαίνουν ότι η Ασία βρίσκεται μπροστά σε μια πιστή επανάληψη του 1997. Τότε, πολλές ασιατικές οικονομίες εξαρτώνταν από ξένα κεφάλαια για να καλύψουν τις επενδύσεις και τις δαπάνες τους. Είχαν χρέη σε δολάρια, ανεπαρκείς αποταμιεύσεις και νομίσματα που δεν μπορούσαν να αντέξουν τη φυγή κεφαλαίων.
Η άνοδος του κόστους χρηματοδότησης σε δολάρια και η αστάθεια του γεν λειτούργησαν ως καταλύτες. Η υποτίμηση του ταϊλανδικού μπατ τον Ιούλιο του 1997 πυροδότησε μια αλυσίδα καταρρεύσεων νομισμάτων, τραπεζικών κρίσεων και βαθιών υφέσεων σε ολόκληρη την περιοχή.
Σήμερα, η πλειονότητα των ασιατικών οικονομιών διαθέτει υψηλότερα συναλλαγματικά αποθέματα, πιο ευέλικτες ισοτιμίες και μικρότερη εξάρτηση από βραχυπρόθεσμο εξωτερικό δανεισμό. Κυρίως, δεν εισάγει κεφάλαια αλλά τα εξάγει.
Η αδυναμία έχει μετακινηθεί αλλού. «Αντί για χρηματοπιστωτική ευπάθεια, όπως τη δεκαετία του 1990, η Ασία αντιμετωπίζει τώρα ευπάθεια της ζήτησης», επισημαίνει ο Νόιμαν.
Η ανάπτυξη της Νότιας Κορέας, της Ιαπωνίας, της Ταϊβάν και της Σιγκαπούρης στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές ηλεκτρονικών προϊόντων και εξοπλισμού που τροφοδοτούν την αμερικανική έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης. Εάν οι υψηλές αποδόσεις και το ακριβότερο χρήμα περιορίσουν τις επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, επεξεργαστές και ενεργειακές υποδομές, η ζήτηση για τις ασιατικές εξαγωγές μπορεί να υποχωρήσει απότομα.
Το 1997 η απειλή ήταν η φυγή κεφαλαίων. Το 2026 μπορεί να είναι το σκάσιμο της ζήτησης.
Η τεχνητή νοημοσύνη πιέζει και τα ομόλογα
Η επενδυτική έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί έναν διπλό κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία.
Από τη μία πλευρά, οι ασιατικές οικονομίες εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από τη συνέχισή της. Από την άλλη, οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι εκδίδουν τεράστιες ποσότητες εταιρικών ομολόγων για να χρηματοδοτήσουν κέντρα δεδομένων, ημιαγωγούς και νέα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι κυβερνήσεις και οι τεχνολογικοί κολοσσοί διεκδικούν τα ίδια κεφάλαια. Το αμερικανικό Δημόσιο πρέπει να χρηματοδοτήσει ένα χρέος άνω των 40 τρισ. δολαρίων. Η Ιαπωνία ετοιμάζει αιτήματα-ρεκόρ στον νέο προϋπολογισμό. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις χρειάζονται χρήματα για άμυνα, ενεργειακή μετάβαση και κοινωνικές δαπάνες. Ταυτόχρονα, η τεχνολογία ζητά τρισεκατομμύρια για την επόμενη φάση της τεχνητής νοημοσύνης.
Το αποτέλεσμα είναι μια παγκόσμια μάχη για μια πεπερασμένη δεξαμενή αποταμιεύσεων. Οι επενδυτές αποκτούν περισσότερες επιλογές και απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να δεσμεύσουν τα χρήματά τους.
Έτσι εξηγείται γιατί το 3% στην Ιαπωνία συμπίπτει με το 4,79% στο αμερικανικό δεκαετές, το 3,34% στο γερμανικό, το 4,19% στο γαλλικό και αποδόσεις άνω του 5% σε τίτλους μεγάλης διάρκειας σε πολλές ανεπτυγμένες αγορές.
Η Ιαπωνία τραβά σταδιακά το χρήμα πίσω
Το 3% στα ιαπωνικά ομόλογα δεν αποτελεί μόνο προειδοποίηση για το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας. Αλλάζει την παγκόσμια κατανομή κεφαλαίων.
Για δεκαετίες, οι Ιάπωνες επενδυτές ήταν από τους μεγαλύτερους αγοραστές ξένων κρατικών τίτλων. Με τις εγχώριες αποδόσεις κοντά στο μηδέν, ασφαλιστικές εταιρείες, τράπεζες και συνταξιοδοτικά ταμεία αναζητούσαν εισόδημα στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη και στην Αυστραλία.
Τώρα μπορούν να αποκτήσουν απόδοση 3% στο εσωτερικό, χωρίς τον κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίας και χωρίς το κόστος αντιστάθμισής του.
Δεν χρειάζεται να πουλήσουν μαζικά τα ξένα χαρτοφυλάκιά τους για να προκαλέσουν πρόβλημα. Αρκεί να περιορίσουν τις νέες αγορές. Η Ιαπωνία μπορεί σταδιακά να πάψει να αποτελεί τον πρόσθετο αγοραστή που συγκρατούσε τις διεθνείς αποδόσεις.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ γνωρίζει καλά τον κίνδυνο. Η προσπάθειά του να στηρίξει το γεν σχεδιάστηκε, σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Λούμπιν του Chatham House, και με στόχο να αποτρέψει την Ιαπωνία από την πώληση μέρους του περίπου 1 τρισ. δολαρίων που κατέχει σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα.
Το ερώτημα πίσω από τις επαναγορές του Μπέσεντ
Η απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να διπλασιάσει τουλάχιστον τις επαναγορές ομολόγων μεγαλύτερης διάρκειας, από 2 δισ. σε τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια, παρουσιάστηκε ως τεχνική παρέμβαση για την ενίσχυση της ρευστότητας.
Ο Ρέι Ντάλιο βλέπει κάτι πολύ σοβαρότερο: ακόμη ένα σημάδι ότι η κρίση χρέους πλησιάζει. Ο ιδρυτής της Bridgewater Associates συνδέει τις επαναγορές με τη μείωση της ιαπωνικής έκθεσης στο αμερικανικό χρέος και την απότομη άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων. «Η οικονομική κατάσταση της κυβέρνησης βρίσκεται σε σημείο καμπής», προειδοποιεί. Εάν δεν αντιμετωπιστεί τώρα, προσθέτει, το χρέος θα φτάσει σε επίπεδα που δεν θα μπορούν να ελεγχθούν χωρίς μεγάλο τραύμα.
Οι ΗΠΑ δαπανούν, σύμφωνα με τον Ντάλιο, περίπου 40% περισσότερα από όσα εισπράττουν. Το έλλειμμα του Ιουλίου ξεπέρασε τα 432 δισ. δολάρια, ενώ το 30ετές αμερικανικό κρατικό ομόλογο αποδίδει περίπου 5,27%.
Ο Ντάλιο υποστηρίζει ότι απαιτείται ταυτόχρονη δράση σε τρία μέτωπα: περιορισμός των δαπανών, αύξηση των φορολογικών εσόδων και χαμηλότερα επιτόκια, με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ. Προειδοποιεί, όμως, ότι μια τεχνητή συμπίεση των επιτοκίων από τη Fed θα μπορούσε να επιδεινώσει το πρόβλημα αντί να το λύσει.
Το παράθυρο που δίνει για μια πιθανή κρίση χρέους είναι ευρύ – από ένα έως πέντε χρόνια, με κεντρική εκτίμηση τα τρία. Η επενδυτική του απάντηση είναι επίσης σαφής: μικρότερη έκθεση σε ομόλογα και μεγαλύτερη σε χρυσό, με περιορισμένη θέση και στο Bitcoin.
Η «αντίστροφη παγίδα Κίντλεμπεργκερ»
Το πιο ανησυχητικό ερώτημα δεν είναι μόνο από πού θα ξεκινήσει η επόμενη κρίση, αλλά ποιος θα τη σταματήσει.
Ο ιστορικός οικονομίας Τσαρλς Κίντλεμπεργκερ απέδιδε τη διάρκεια και το βάθος της Μεγάλης Ύφεσης του 1930 στην απουσία μιας δύναμης πρόθυμης και ικανής να σταθεροποιήσει το διεθνές σύστημα. Η Βρετανία, ως παλαιά ηγεμονική δύναμη, δεν μπορούσε πλέον να ηγηθεί. Οι ανερχόμενες ΗΠΑ μπορούσαν, αλλά δεν ήθελαν.
Ο Ντέιβιντ Λούμπιν του Chatham House προειδοποιεί ότι ο κόσμος κινδυνεύει σήμερα από μια «αντίστροφη παγίδα Κίντλεμπεργκερ». Η ανερχόμενη Κίνα ενδεχομένως επιθυμεί μεγαλύτερο ρόλο στη διεθνή οικονομική διακυβέρνηση, αλλά δεν διαθέτει ακόμη νόμισμα και χρηματοπιστωτικό σύστημα ικανά να στηρίξουν τον πλανήτη. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν αυτή τη δυνατότητα, αλλά μπορεί να μη διαθέτουν πλέον τη βούληση να τη χρησιμοποιήσουν για όλους.
Το 2008, η Fed λειτούργησε ως παγκόσμιος δανειστής τελευταίας καταφυγής. Παρείχε δολάρια σε 14 κεντρικές τράπεζες μέσω συμφωνιών ανταλλαγής νομισμάτων και, έως το καλοκαίρι του 2010, είχε διοχετεύσει ρευστότητα 10 τρισ. δολαρίων σε διαφορετικές διάρκειες. Περισσότερο από το μισό των τίτλων που αγόρασε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης προήλθε από ξένες επιχειρήσεις.
Σε μια νέα κρίση, μια κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επιλεκτική. Η παροχή ρευστότητας κινδυνεύει να γίνει εργαλείο διμερών ανταλλαγμάτων και γεωπολιτικής πίστης, όχι παγκόσμιο δίχτυ ασφαλείας.
Τι θα συμβεί στο δολάριο
Η επόμενη μεγάλη κρίση μπορεί επίσης να ανατρέψει μία από τις πιο σταθερές αντιδράσεις των προηγούμενων δεκαετιών: τη φυγή προς το δολάριο και τα αμερικανικά ομόλογα.
Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, οι ξένοι επενδυτές αγόρασαν σχεδόν 1 τρισ. δολάρια αμερικανικών κρατικών τίτλων μέσα σε 12 μήνες. Το δολάριο ενισχύθηκε, καθώς οι ΗΠΑ παρέμεναν το ασφαλές καταφύγιο του συστήματος.
Σήμερα οι ξένοι κατέχουν αμερικανικούς τίτλους αξίας άνω των 37 τρισ. δολαρίων, από περίπου 12 τρισ. πριν από 15 χρόνια. Το δολάριο βρίσκεται, σε πραγματικούς όρους και σταθμισμένο βάσει του εμπορίου, κοντά στα ακριβότερα επίπεδα των τελευταίων 30 ετών.
Σε μια κρίση που θα έχει αμερικανική αφετηρία, η ροή μπορεί να αντιστραφεί. Αντί για εισροή κεφαλαίων στις ΗΠΑ, μπορεί να υπάρξει έξοδος, με ισχυρή πτώση του δολαρίου. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι προτιμά ένα ασθενέστερο νόμισμα για να ενισχύσει τις αμερικανικές εξαγωγές.
Αυτό δημιουργεί ένα πρωτοφανές δίλημμα: η χώρα που εκδίδει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα μπορεί, μέσα σε μια κρίση, να ενδιαφέρεται περισσότερο για την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της παρά για τη διατήρηση του ρόλου της ως άγκυρας του συστήματος.
Το 1997 ως προειδοποίηση, όχι ως πρόβλεψη
Η σημερινή Ασία διαθέτει ισχυρότερες τράπεζες, περισσότερα συναλλαγματικά αποθέματα και μικρότερη εξάρτηση από ξένα κεφάλαια. Μια επανάληψη του 1997 με την ίδια μορφή δεν είναι το πιθανότερο σενάριο.
Το μάθημα του 1997, όμως, δεν είναι ότι οι κρίσεις επαναλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο. Είναι ότι οι μεταβολές στο κόστος του χρήματος αποκαλύπτουν αδυναμίες οι οποίες παραμένουν αόρατες όσο η χρηματοδότηση είναι άφθονη.
Σήμερα, το αδύναμο σημείο μπορεί να μην είναι οι ασιατικές ισοτιμίες. Μπορεί να είναι το αμερικανικό χρέος, η εξάρτηση από την τεχνητή νοημοσύνη, η φυγή ιαπωνικών κεφαλαίων από τα ξένα ομόλογα ή η απουσία μιας παγκόσμιας δύναμης πρόθυμης να αναλάβει τον λογαριασμό της διάσωσης.
Το 3% της Ιαπωνίας δεν αναγγέλλει από μόνο του το επόμενο κραχ. Σηματοδοτεί, όμως, ότι το φθηνό χρήμα που επί δεκαετίες απορροφούσε τους κραδασμούς στερεύει.
Και όταν η επόμενη αναταραχή έρθει, ο κόσμος μπορεί να ανακαλύψει ότι δεν έχει μόνο λιγότερους αγοραστές για το χρέος του. Έχει και λιγότερους πρόθυμους διασώστες.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


