Ακρίβεια και στα τραπεζικά δάνεια: Υψηλότερα επιτόκια, λιγότερες χορηγήσεις
Έως και τρεις επιπλέον αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ ενδέχεται να αντιμετωπίσουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά το επόμενο 12μηνο, την ώρα που ολοκληρώνεται η στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης και η οικονομία αναζητά νέο μοχλό ανάπτυξης στην επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης.
Τα επιχειρησιακά σχέδια των τραπεζών για φέτος προέβλεπαν καθαρή πιστωτική επέκταση 12,5 δισ. ευρώ. Καθώς ήδη από το α’ εξάμηνο ξεπέρασαν τα 8 δισ. ευρώ, αύξησαν τους στόχους, με το άθροισμα να προσεγγίζει πλέον τα 15 δισ. ευρώ.
Αυτό, όμως, θα πρέπει να το επιτύχουν σε ένα όλο και πιο δυσμενές περιβάλλον επιτοκίων. Το Euribor 12μήνου, στο οποίο αποτυπώνονται οι εκτιμήσεις της αγοράς για το κόστος δανεισμού σε ορίζοντα έτους, βρισκόταν στις αρχές Φεβρουαρίου στο 2,2%. Μετά την επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν η αγορά άρχισε να προεξοφλεί αυξήσεις επιτοκίων και πλέον το Euribor 12μήνου προσεγγίζει το 3%. Τον Ιούνιο η ΕΚΤ προχώρησε στην πρώτη αύξηση επιτοκίων, από 2% σε 2,25%. Εφόσον οι προβλέψεις στην αγορά επιβεβαιωθούν, η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε τρεις ακόμα αυξήσεις.
Τον Σεπτέμβριο
Η πρώτη θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα αποφασιστεί στην προσεχή συνεδρίαση της διοίκησης της ΕΚΤ (10 Σεπτεμβρίου).
Η Γερμανίδα Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής, δήλωσε χθες στο Bloomberg ότι «με το σημερινό επίπεδο επιτοκίων ο πληθωρισμός είναι απίθανο να επιστρέψει στον στόχο σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και, συνεπώς, θα χρειαστεί περαιτέρω σύσφιγξη».
Πρόσθεσε ότι σε ένα περιβάλλον ανθεκτικής ζήτησης πρέπει να αποτραπούν εγκαίρως οι δευτερογενείς επιδράσεις στις τιμές, καθώς μια καθυστερημένη αντίδραση θα μπορούσε να απαιτήσει ακόμη μεγαλύτερη αύξηση επιτοκίων. Η αυξημένη ανησυχία πιθανότατα τροφοδοτήθηκε από τα νεότερα στοιχεία για τη γερμανική οικονομία, που μετά από μια 4ετία στασιμότητας δείχνει σημάδια ανάκαμψης, με αρκετούς οίκους να προβλέπουν φέτος ανάπτυξη πάνω από 1%.
Στις αγορές παραγώγων η αύξηση τον Σεπτέμβριο θεωρείται δεδομένη (95% πιθανότητες σύμφωνα με τις τιμές στην αγορά του Λονδίνου, 97% σύμφωνα με τις τιμές στο Σικάγο). Τον Οκτώβριο αποδίδεται πιθανότητα άνω του 20% για μία ακόμα αύξηση, ενώ η πιθανότητα το επιτόκιο να φτάσει το 2,75% μέχρι τον Δεκέμβριο προσεγγίζει το 55%. Αποδίδεται, δε, πιθανότητα 12,8% το επιτόκιο να βρεθεί στο 3% ήδη πριν από το τέλος του έτους, αν και επικρατέστερο σενάριο θεωρείται αυτό να συμβεί εντός του 2027.
Με βάση στοιχεία που έχουν παρουσιάσει οι τράπεζες σε τηλεδιασκέψεις με αναλυτές, μια αύξηση 0,25 μονάδας στο επιτοκιακό περιβάλλον θα μπορούσε να ενισχύσει συνολικά κατά περίπου 135 εκατ. ευρώ τα ετήσια καθαρά έσοδα από τόκους των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά του νομίσματος, καθώς η ακριβότερη χρηματοδότηση δανείων μπορεί να αυξήσει τις ανάγκες προβλέψεων, εφόσον επιβαρυνθεί η ικανότητα εξυπηρέτησης υφιστάμενων δανείων. Κυρίως, όμως, περιορίζει τη ζήτηση τραπεζικού δανεισμού από επιχειρήσεις και νοικοκυριά, σε μια περίοδο που η οικονομία αναζητά νέες πηγές κεφαλαίων, καθώς ολοκληρώνονται οι χρηματοδοτήσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Υπενθυμίζεται ότι τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης λειτουργούσαν με πολύ ευνοϊκούς όρους (από 0,35% για μικρές επιχειρήσεις και από 1% για μεγαλύτερες), καλύπτοντας έως 50% μιας επένδυσης, με το επιπλέον 30% να καλύπτεται από τραπεζική χρηματοδότηση και 20% από ίδια κεφάλαια. Οι τράπεζες προσέφεραν επιτόκια συνδεδεμένα με το Euribor, προσαυξημένο κατά 2-3 ποσοστιαίες μονάδες.
Το 2025, όταν το Euribor ήταν στο 2%, για μια επένδυση 10 εκατ. ευρώ η επιχείρηση έπρεπε να διαθέσει 2 εκατ. ευρώ, το Ταμείο Ανάκαμψης προσέφερε 5 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 0,35% και η τράπεζα τα υπόλοιπα 3 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 4%-5%. Στα 8 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν τόκοι 137.500-167.500 ευρώ, δηλαδή επιτόκιο 1,7%-2%.
Με τη δυνατότητα ένταξης στο Ταμείο Ανάκαμψης πλέον να εκλείπει, το αντίστοιχο επενδυτικό δάνειο θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου με εμπορικούς όρους. Με Euribor στο 3% συν ένα περιθώριο (το λεγόμενο spread) 2-3 ποσοστιαίων μονάδων, το επιτόκιο θα φτάσει στο 5%-6%. Είναι πιθανή, δε, η αύξηση του spread, καθώς χωρίς τη συγχρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης το τραπεζικό σκέλος αναλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος του πιστωτικού κινδύνου. Ακόμα και με το ίδιο spread, οι ετήσιοι τόκοι για νέο δάνειο 8 εκατ. ευρώ κινούνται μεταξύ 400.000 ευρώ και 480.000 ευρώ.
Σπουδή για ένταξη
Διαβλέποντας την προοπτική αυτή, οι επιχειρήσεις έσπευσαν να ενταχθούν στο Ταμείο Ανάκαμψης, κλειδώνοντας χρηματοδότηση χαμηλού επιτοκίου. Αυτό συνέβαλε στην αύξηση της ζήτησης για δάνεια, που σημειώθηκε στα τέλη της άνοιξης. Δεν προσφέρει, όμως, λύση για το πρόβλημα που προκύπτει εφεξής για νέες χρηματοδοτήσεις.
Αντίστοιχο πρόβλημα διαφαίνεται και στη στεγαστική πίστη, που φέτος, πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, εμφανίζει σημαντικά σημάδια ανάκαμψης: Το α’ εξάμηνο οι τράπεζες χορήγησαν νέα στεγαστικά δάνεια 1,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, περίπου 1 στα 3 είναι εκταμίευση του προγράμματος «Σπίτι Μου ΙΙ». Περί τα 950 εκατ. ευρώ δεν συνδέονται με κάποιο πρόγραμμα, ποσό αυξημένο περίπου 18% σε σχέση με το 2025.
Οι τράπεζες υπολογίζουν σε ενίσχυση αυτής της τάσης, πλην όμως εφόσον η ΕΚΤ προχωρήσει σε τρεις επιπλέον αυξήσεις επιτοκίων, αυτές αναμένεται να ασκήσουν ανοδική πίεση στα επιτόκια των νέων στεγαστικών δανείων. Με το επιτόκιο της ΕΚΤ στο 2%, το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο στεγαστικών δανείων ήταν 3,5%, δηλαδή ετήσιοι τόκοι 3.500 ευρώ για δάνειο 100.000 ευρώ. Εάν η αύξηση του επιτοκίου της ΕΚΤ από 2% σε 3% μετακυλιστεί πλήρως στα κυμαινόμενα στεγαστικά, οι ετήσιοι τόκοι θα διαμορφωθούν σε 4.500 ευρώ, δηλαδή θα είναι 28,6% υψηλότεροι.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


