Αλλαγές στον ΚΦΔ για την ποινική αντιμετώπιση υποθέσεων εκτεταμένης φοροδιαφυγής

Ημερομηνία: 24-06-2026

Με το άρθρο 1 της τροπολογίας που κατατέθηκε στο νομοσχέδιο «Μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, μισθολογικές
και φορολογικές διατάξεις, ρυθμίσεις για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις
Δημοσίου, ρυθμίσεις για την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων και βελτίωση του πλαισίου για τα παίγνια,
ρυθμίσεις για την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία και λοιπές διατάξεις» και σύμφωνα με την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης, θεσπίζεται ειδικό πλαίσιο ποινικής αντιμετώπισης υποθέσεων εκτεταμένης φοροδιαφυγής που τελούνται στο πλαίσιο οργανωμένων εγκληματικών δικτύων. Σκοπός της ρύθμισης είναι η αποτελεσματικότερη διερεύνηση και δίωξη των πραγματικών οργανωτών και ωφελούμενων από τις σχετικές εγκληματικές δραστηριότητες, οι οποίοι συχνά αποκρύπτουν την ταυτότητά τους μέσω σύνθετων εταιρικών σχημάτων, εικονικών επιχειρήσεων και παρένθετων προσώπων, και, εν τέλει, η αποτελεσματικότερη προστασία των δημοσίων εσόδων.

Προς τον σκοπό αυτό, αναγνωρίζεται ο ενισχυμένος ρόλος των εξειδικευμένων διωκτικών αρχών, όπως η Δ.Α.Ο.Ε., στην αποκάλυψη και τεκμηρίωση υποθέσεων οργανωμένης φοροδιαφυγής, ιδίως όταν αυτές συνδέονται με εγκληματικές οργανώσεις, απάτη στον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), εικονικές συναλλαγές ή άλλες μορφές συστηματικής φοροδιαφυγής μεγάλης κλίμακας. Η ρύθμιση λαμβάνει υπόψη ότι η εξάρθρωση τέτοιων δικτύων απαιτεί σύνθετες ερευνητικές και ανακριτικές ενέργειες, οι οποίες υπερβαίνουν τα συνήθη μέσα των διοικητικών και φορολογικών ελέγχων και προϋποθέτουν τη χαρτογράφηση οικονομικών ροών, τη διερεύνηση των πραγματικών σχέσεων ελέγχου και διοίκησης και τον εντοπισμό των πραγματικών διαχειριστών των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων.

Παράλληλα, επιδιώκεται η αποφυγή καθυστερήσεων στην ποινική διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων οργανωμένης φοροδιαφυγής, μέσω της παράλληλης εξέλιξης της ποινικής και της διοικητικής διαδικασίας, ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη εξάρθρωση των εγκληματικών δομών και η αποτροπή συνέχισης της παράνομης δραστηριότητάς τους. Η ποινική αξιολόγηση των σχετικών πράξεων εξακολουθεί να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου και της διοικητικής διαδικασίας μετά την ολοκλήρωσή τους.

Επιπλέον, ενισχύεται η συνεργασία μεταξύ των διωκτικών και φορολογικών αρχών, με σκοπό την ταχύτερη ανταλλαγή πληροφοριών, την κατά προτεραιότητα διενέργεια των αναγκαίων φορολογικών ελέγχων και τη συνολική αντιμετώπιση τόσο της ποινικής όσο και της διοικητικής διάστασης των υποθέσεων. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η αποτελεσματικότερη προστασία των δημοσίων εσόδων, η βελτίωση των δυνατοτήτων καταλογισμού και είσπραξης των διαφυγόντων φόρων από τα πραγματικά υπαίτια πρόσωπα και η ενίσχυση του αποτρεπτικού χαρακτήρα του πλαισίου αντιμετώπισης της οργανωμένης φοροδιαφυγής.

Η προτεινόμενη διάταξη:

Άρθρο 1
Ειδική διαδικασία φορολογικού ελέγχου υποθέσεων οικονομικού εγκλήματος και καθορισμός αρμόδιων υπηρεσιών της Φορολογικής Διοίκησης – Διαδικασία φορολογικού ελέγχου και ποινικής δίωξης για κακουργήματα φοροδιαφυγής που συνδέονται με εγκληματική οργάνωση – Τροποποίηση άρθρου 34, παρ. 1 άρθρου 81 και παρ. 34 άρθρου 83 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

1. Στο άρθρο 34 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58), περί ελέγχου υποθέσεων που διαβιβάζονται από τη Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος και τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στον τίτλο οι λέξεις «και τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας» διαγράφονται, β) στην παρ. 1 οι λέξεις «και από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας,» διαγράφονται, και ο τίτλος και η παρ. 1 του άρθρου 34 διαμορφώνονται ως εξής:
«Άρθρο 34
Έλεγχος υποθέσεων που διαβιβάζονται από τη Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος
1. Για τις υποθέσεις που διαβιβάζονται στη Φορολογική Διοίκηση από τη Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος (εφεξής «Υπηρεσία») εφόσον είναι μείζονος σημασίας ή προκύπτουν ενδείξεις ποινικά κολάσιμης, φοροδιαφυγής, διενεργείται έλεγχος κατ’ απόλυτη προτεραιότητα. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 33, η Φορολογική Διοίκηση, μέσα σε έναν (1) μήνα από τη διαβίβαση της πορισματικής έκθεσης της Υπηρεσίας, των σχετικών εγγράφων και των προσκομισθέντων από τον ελεγχόμενο στοιχείων, κοινοποιεί εγγράφως στον φορολογούμενο αντίγραφο αυτής, σημείωμα διαπιστώσεων με τα αποτελέσματα της έρευνας και τον προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου, βάσει της πορισματικής έκθεσης της Υπηρεσίας.».

2. Στην παρ. 1 του άρθρου 81 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, περί μηνυτήριας αναφοράς και ποινικής διαδικασίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) τα υφιστάμενα δύο εδάφια αριθμούνται ως περ. α), β) στο πρώτο εδάφιο της περ. α) οι λέξεις: «από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «από την αρμόδια υπηρεσία της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (Δ.Α.Ο.Ε.)», γ) προστίθενται περ. β) και γ) και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. α) Εάν συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος του Κώδικα, υποβάλλεται αμελλητί, μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή ή από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης ή από την αρμόδια υπηρεσία της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (Δ.Α.Ο.Ε.) του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.
β) Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση ενδείξεων τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης κακουργήματος του Κώδικα που συρρέει με αυτόφωρο κακούργημα εγκληματικής οργάνωσης του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), η υπηρεσία της Δ.Α.Ο.Ε. που διενεργεί την έρευνα κατόπιν παραγγελίας προκαταρκτικής εξέτασης του εισαγγελικού λειτουργού που εποπτεύει τη Διεύθυνση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 50 του ν. 5187/2025 (Α’ 48), ενεργεί όλες τις ανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες και μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, κοινοποιεί την πορισματική έκθεση και το σχετικό αποδεικτικό υλικό στη Φορολογική Διοίκηση, η οποία ακολουθεί τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 34 και κατά παρέκκλιση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, εκδίδει αμελλητί προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου ή προσωρινό προσδιορισμό προστίμου βάσει της ως άνω πορισματικής έκθεσης, τον οποίο αποστέλλει στη Δ.Α.Ο.Ε., προκειμένου να ενσωματωθεί στην ποινική δικογραφία, προ της υποβολής της στην εισαγγελική Αρχή για την άσκηση αυτεπάγγελτης ποινικής δίωξης. Κατά παρέκκλιση των άρθρων 5 και 34, ο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή ο προσωρινός προσδιορισμός προστίμου κοινοποιείται στον ελεγχόμενο από τη Δ.Α.Ο.Ε. κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου. Η Δ.Α.Ο.Ε. γνωστοποιεί στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης την ημερομηνία κοινοποίησης και ακολούθως εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 2 έως 5 του άρθρου 34. Μετά την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου, η Φορολογική Διοίκηση αποστέλλει την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου στον αρμόδιο εισαγγελικό λειτουργό, προκειμένου να ενσωματωθεί στην ποινική δικογραφία. Η περ. α) και τα εδάφια πρώτο και δεύτερο της περ. β) της παρ. 2 δεν εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση μέχρι το τυπικό πέρας της ανάκρισης, μετά το οποίο η ποινική διαδικασία αναστέλλεται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της Φορολογικής Διοίκησης λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε. Κατά το διάστημα αυτό, αναστέλλεται και η προθεσμία παραγραφής του σχετικού εγκλήματος, και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των περ. δ) και ε) της παρ. 2.
γ) Η περ. β) εφαρμόζεται και στους ελέγχους που διενεργούνται από υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., από τους οποίους προκύπτουν ενδείξεις τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης κακουργήματος του Κώδικα που συρρέει με αυτόφωρο κακούργημα εγκληματικής οργάνωσης του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, η αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. διενεργεί προκαταρκτική εξέταση κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας που εκδίδεται μετά από αίτημά της και, με την ολοκλήρωση της έρευνας, συντάσσει πορισματική έκθεση, βάσει της οποίας εκδίδεται αμελλητί προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή προσωρινός προσδιορισμός προστίμου, προκειμένου να ενσωματωθεί στην ποινική δικογραφία προ της υποβολής της στην εισαγγελική Αρχή για την άσκηση αυτεπάγγελτης ποινικής δίωξης. Κατά παρέκκλιση των άρθρων 5 και 33, ο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή προσωρινός προσδιορισμός προστίμου επιδίδεται στον ελεγχόμενο κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου. Στη συνέχεια, εφαρμόζονται αναλόγως τα εδάφια τέταρτο, πέμπτο και έκτο της περ. β).».

3. Στην παρ. 34 του άρθρου 83 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι λέξεις «Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Με απόφαση του Διοικητή: α) καθορίζονται», β) προστίθεται περ. β) και η παρ. 34 διαμορφώνεται ως εξής:
«34. Με απόφαση του Διοικητή:
α) καθορίζονται οι διαδικασίες εφαρμογής του άρθρου 34, περί ελέγχου υποθέσεων που διαβιβάζονται από τη Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος.
β) καθορίζονται οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. της περ. γ) της παρ. 1, η ειδικότερη διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 81.».

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος