Αμελητί για αλλαγή νοοτροπίας στη Βουλή
Η πρόσφατη μελέτη του ΚΕΦΙΜ (Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών) για τη λειτουργία του κοινοβουλίου, και συγκεκριμένα για τον βαθμό συναίνεσης στην ψήφιση των νομοσχεδίων, ήταν η αφορμή για την κατάθεση αυτών των σκέψεων.
Με άριστα το 100 (ΝΑΙ σε όλα), ο βαθμός είναι εξαιρετικά χαμηλός με τάση στο ΟΧΙ σε όλα.
Καταδεικνύεται ότι έχει πέσει σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο για την περίοδο 2004-2025. Το μέσο ποσοστό συναίνεσης διαμορφώθηκε στο 11,9% για το διάστημα από τον Ιούλιο του 2023 έως τον Δεκέμβριο του 2025 – το χαμηλότερο από το 2004 μέχρι σήμερα.
Η ανάλυση ανά κόμμα αποτυπώνει καθαρά τις τάσεις στο σημερινό πολιτικό σκηνικό:
- Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει την υψηλότερη συναίνεση με 27,9%.
- Ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει χαμηλότερη προγραμματική σύγκλιση, στο 13%.
- Το ΚΚΕ καταγράφει 0% συναίνεση – δηλαδή ούτε ένα νομοσχέδιο δεν υπερψήφισε.
- Κόμματα όπως Νίκη, Ελληνική Λύση και Νέα Αριστερά κυμαίνονται γύρω στο 4-7%.
Καταφανέστατα έχει διαμορφωθεί μια τάση προς την απόρριψη και εκφράζω μια απορία, αν η κυβέρνηση φέρνει νομοσχέδια που είναι «απαράδεκτα» ή αν τα κόμματα ασκούν στείρα αντιπολίτευση και το ΟΧΙ προηγείται ακόμα και στη σκέψη ότι θα έρθει νέο νομοσχέδιο.
Η μελέτη περιλαμβάνει ανάλυση ανά τομέα πολιτικής, η οποία δείχνει ότι η μεγαλύτερη συναίνεση καταγράφεται σε ζητήματα Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικής Πολιτικής, ενώ η χαμηλότερη σε θέματα Οικονομίας. Αυτή η διαφοροποίηση υπογραμμίζει ότι ακόμη και σε θέματα που θεωρούνται λιγότερο διχαστικά, η συγκατάθεση της αντιπολίτευσης παραμένει σε γενικές γραμμές περιορισμένη.
Πολιτική πόλωση
Η εικόνα αυτή συμπίπτει πιστεύω με ένα γενικότερο κλίμα πολιτικής πόλωσης στην Ελλάδα, όπου η αντιπαράθεση τείνει να υπερβαίνει την ουσία των νομοθετικών προτάσεων και να μετατρέπεται σε στρατηγική άρνησης. Σε άλλες πρόσφατες δημοσκοπήσεις, μεγάλο ποσοστό πολιτών δηλώνει ότι κανένα κόμμα δεν ασκεί ουσιαστική αντιπολίτευση, υπογραμμίζοντας το χάσμα ανάμεσα στη Βουλή και την κοινωνία.
Παράλληλα, το πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από σημαντικές διαφορές στις δημοσκοπικές επιδόσεις των κομμάτων – κάτι που μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτά αξιολογούν την ανάγκη για συναίνεση.
Σε αρκετές ευρωπαϊκές δημοκρατίες, η εικόνα είναι μικτή. Σε χώρες με κουλτούρα συνασπισμών (π.χ. βόρεια/κεντρική Ευρώπη) η διακομματική συναίνεση στα νομοσχέδια είναι συχνότερη, επειδή οι κυβερνήσεις προκύπτουν από συνεργασίες και απαιτούν διαρκείς συμβιβασμούς.
Χώρες με ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις τείνουν να εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά συναίνεσης, ιδίως όταν η πολιτική αντιπαράθεση είναι έντονη και με στοιχεία προεκλογικά όλο τον χρόνο.
Συγκριτικά, η Ελλάδα σήμερα κινείται προς το χαμηλό άκρο της ευρωπαϊκής κλίμακας συναίνεσης. Αυτό δεν είναι μοναδικό φαινόμενο στην ήπειρο (η πόλωση αυξάνεται παντού), αλλά η ένταση και η διάρκεια της χαμηλής σύγκλισης την καθιστούν ανησυχητική εξαίρεση για την περίπτωση εξαιρετικών γεγονότων μεγάλης εθνικής σημασίας και όχι κατ’ ανάγκη προερχόμενων από εξωτερικούς παράγοντες.
Η εικόνα αυτή, στα δικά μου μάτια, εγείρει ερωτήματα για την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να αντιμετωπίσει κρίσιμα ζητήματα μέσα από διακομματικές συνεργασίες, για την προώθηση ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων και για το αν πολίτες αντιλαμβάνονται τη Βουλή ως πεδίο μόνιμης σύγκρουσης, όχι ως χώρο λύσεων.


