Άμεση εφαρμογή του CISAF πριν χαθεί η ανταγωνιστικότητα

Ημερομηνία: 09-09-2026


Τoυ Αντώνη Κοντολέοντος, προέδρου της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ)

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ανακοίνωσε πρόσφατα μια νέα δέσμη μέτρων με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους μέσω επενδύσεων σε αποθήκευση, αυτοκατανάλωση και ενεργειακή αποδοτικότητα. Πρόκειται αναμφίβολα για παρεμβάσεις που μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των τιμών στη λιανική σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Το ερώτημα όμως είναι αν αυτά τα μέτρα απαντούν στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική βιομηχανία. Η πραγματικότητα είναι ότι η ενεργειακή κρίση δεν ανήκει στο παρελθόν.

Οι τιμές του φυσικού αερίου παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζουν να δημιουργούν αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας και η Ευρώπη εισέρχεται σε έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα, με αυξημένους κινδύνους για το ενεργειακό κόστος.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική βιομηχανία καλείται να ανταγωνιστεί επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε χώρες όπου οι κυβερνήσεις δεν περιορίζονται σε εξαγγελίες μεσοπρόθεσμων μέτρων, αλλά εφαρμόζουν ήδη μηχανισμούς άμεσης στήριξης του ηλεκτρικού κόστους. Αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο ζήτημα που απουσιάζει από τη σημερινή συζήτηση.

Η ΕΥΡΩΠΗ έχει ήδη δώσει τη λύση. Από τον Ιούνιο του 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημιούργησε το νέο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων Clean Industrial State Aid Framework (CISAF), αναγνωρίζοντας ότι οι ενεργοβόρες βιομηχανίες της Ευρώπης αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο απώλειας ανταγωνιστικότητας έναντι τρίτων χωρών.

Η φιλοσοφία του CISAF είναι εξαιρετικά απλή. Η πολιτεία παρέχει μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τρία έτη για τις βιομηχανίες που εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό και οι επιχειρήσεις δεσμεύονται να επανεπενδύσουν το 50% της ενίσχυσης σε νέα έργα πράσινης μετάβασης, αποθήκευσης, ενεργειακής αποδοτικότητας και απανθρακοποίησης. Η στήριξη δεν αποτελεί επιδότηση κατανάλωσης, αλλά εργαλείο διατήρησης της παραγωγικής βάσης και επιτάχυνσης επενδύσεων.

ΜΕ ΑΛΛΑ λόγια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ζητά από τα κράτη-μέλη να επιλέξουν μεταξύ ανταγωνιστικότητας και πράσινης μετάβασης. Ζητά να πετύχουν και τα δύο ταυτόχρονα.

Τι κάνουν οι ανταγωνιστές της ελληνικής βιομηχανίας. Η Γερμανία εξασφάλισε έγκριση για πρόγραμμα 3,8 δισ. ευρώ για τρία έτη, μέσω του οποίου οι ενεργοβόρες βιομηχανίες θα αποζημιώνονται για το 50% του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας για το 50% της κατανάλωσής τους, με στόχο τη διατήρηση της βιομηχανικής παραγωγής και των επενδύσεων στη χώρα. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχει εξασφαλίσει την αναβάθμιση του μέτρου μέσω του METSAF (Middle East Crisis Temporary State Aid Framework), το οποίο προβλέπει αποζημίωση έως και70% των τιμών της χονδρεμπορικής αγοράς, με δυνατότητα να δίδεται παράλληλα με το μέτρο της Αντιστάθμισης CO2.

Η Ιταλία επέλεξε μία ακόμη πιο επιθετική πολιτική. Μέσω του προγράμματος Energy Release 2.0, το οποίο εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2025, παρέχεται ηλεκτρική ενέργεια σε ενεργοβόρες επιχειρήσεις σε σταθερή τιμή 65 €/MWh, όταν η μέση τιμή της αγοράς κινήθηκε σε επίπεδα άνω των 100 €/MWh. Σε αντάλλαγμα, οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να επενδύσουν σε νέα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η Βουλγαρία ακολούθησε διαφορετική αλλά εξίσου αποφασιστική στρατηγική. Το 2025 προχώρησε σε αποζημίωση των μη οικιακών καταναλωτών για το σύνολο της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας πάνω από τα 92 €/MWh, προβάλλοντας ως βασικούς στόχους τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας, την προστασία της απασχόλησης και την ανάσχεση του πληθωρισμού. Παράλληλα, εξασφάλισε και τριετές πρόγραμμα CISAF ύψους 334 εκατ. ευρώ για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες της χώρας με εφαρμογή από τον Ιούνιο του 2026, με εγγυημένη τιμή αγοράς τα 62,5 €/MWh.

Αντίστοιχα, η Σλοβενία έλαβε έγκριση για πρόγραμμα ενισχύσεων 90 εκατ. ευρώ μέχρι το 2028, συνδέοντας τη μείωση του ενεργειακού κόστους με υποχρεωτικές επενδύσεις των δικαιούχων στην πράσινη μετάβαση.

ΤΟ ΚΟΙΝΟ χαρακτηριστικό όλων αυτών των χωρών είναι προφανές. Καμία δεν περίμενε να ολοκληρωθούν επενδύσεις αποθήκευσης για να στηρίξει τη βιομηχανία της.

Καμία δεν είπε στις επιχειρήσεις της να αντέξουν μόνες τους μέχρι να αποδώσουν οι μεσομακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις. Όλες συνδύασαν άμεση στήριξη σήμερα με πράσινες επενδύσεις για το αύριο.

Η ελληνική αντίφαση. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από μέτρα που θα αποδώσουν μετά από τρία ή περισσότερα χρόνια.

Την ίδια στιγμή, η χώρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει αυξανόμενες περικοπές παραγωγής ΑΠΕ, ενώ η ανάπτυξη της αποθήκευσης καθυστέρησε επί χρόνια, λόγω γραφειοκρατικών, ρυθμιστικών και χρηματοδοτικών εμποδίων.

Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς, γιατί η ανάγκη για στήριξη της αποθήκευσης ανακαλύπτεται σήμερα, όταν εδώ και χρόνια ήταν γνωστό ότι η ραγδαία διείσδυση των ΑΠΕ θα απαιτούσε μεγάλες επενδύσεις σε ευέλικτους πόρους και συστήματα αποθήκευσης.

Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η συζήτηση αγνοεί τις άμεσες ανάγκες της βιομηχανίας. Η κυβέρνηση συχνά επικαλείται την Αντιστάθμιση Έμμεσου Κόστους CO2 ως απόδειξη στήριξης της βιομηχανίας.

Πράγματι, περίπου 60 ενεργοβόρες επιχειρήσεις λαμβάνουν σημαντικές ενισχύσεις μέσω αυτού του μηχανισμού. Όμως η ελληνική μεταποίηση δεν αποτελείται μόνο από τις επιχειρήσεις που καλύπτονται από την Αντιστάθμιση.

Υπάρχουν εκατοντάδες βιομηχανικές επιχειρήσεις, που ανταγωνίζονται στις ίδιες διεθνείς αγορές, πληρώνουν τις ίδιες υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά δεν έχουν πρόσβαση σε αντίστοιχη στήριξη.

H εφαρμογή του CISAF αφορά 700 βιομηχανίες προς άμεση στήριξη. Για αυτές τις επιχειρήσεις η απάντηση που δίνεται σήμερα είναι να επενδύσουν σε αποθήκευση ή αυτοκατανάλωση όταν τα σχετικά προγράμματα υλοποιηθούν.

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ είναι απλό: Πώς θα παραμείνουν ανταγωνιστικές μέχρι τότε; CISAF και αποθήκευση, όχι CISAF ή αποθήκευση.

Η συζήτηση έχει τεθεί σε λανθασμένη βάση. Κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη επενδύσεων σε αποθήκευση, αυτοκατανάλωση και εξηλεκτρισμό. Αντιθέτως, η βιομηχανία είναι από τους φυσικούς συμμάχους αυτής της μετάβασης.

Όμως οι επενδύσεις απαιτούν κεφάλαια, προβλεψιμότητα και επιχειρήσεις που παραμένουν οικονομικά βιώσιμες. Αυτό ακριβώς προσφέρει το CISAF. Μια τριετή ασπίδα απέναντι στις ακραίες διακυμάνσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ταυτόχρονα ένα ισχυρό κίνητρο για νέες πράσινες επενδύσεις.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη στήριξη της βιομηχανίας και την ενεργειακή μετάβαση. Χρειάζεται να εφαρμόσει και τα δύο.

ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ανταγωνιστές μας το έχουν ήδη καταλάβει και ενεργούν ανάλογα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα αξιοποιήσε έγκαιρα το εργαλείο που η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει στη διάθεσή της ή αν θα συνεχίσει να συζητά μέτρα που θα αποδώσουν όταν η σημερινή κρίση θα έχει ήδη κρίνει ποιοι θα έχουν επιβιώσει και ποιοι όχι.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος