Απεξάρτηση ΕΕ από εισαγωγές σόγιας, δύσκολη πολιτική απόφαση για την αγροδιατροφή
Αυτό είναι το βασικό συµπέρασµα νέας έκθεσης της µη κυβερνητικής οργάνωσης The Protein Project, στην οποία συµµετείχαν ερευνητές από το γαλλικό ινστιτούτο IDDRI, το European Policy Centre (EPC) και το KU Leuven.
Σήµερα η ΕΕ παράγει µόλις το 9% της πρωτεΐνης σόγιας που καταναλώνει, ενώ το υπόλοιπο 91% προέρχεται από εισαγωγές. Η Βραζιλία, η Αργεντινή και οι Ηνωµένες Πολιτείες καλύπτουν το 86% αυτών των εισαγωγών, οι οποίες κατευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά στην παραγωγή ζωοτροφών. Οι συντάκτες της έκθεσης προειδοποιούν ότι η εξάρτηση αυτή συνιστά πλέον στρατηγικό κίνδυνο για την επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης, χωρίς ωστόσο να αντιµετωπίζεται µε την ίδια βαρύτητα που αποδίδεται στην ενεργειακή εξάρτηση ή στην εξάρτηση από κρίσιµες πρώτες ύλες.
Μείωση εισαγωγών 20% έως το 2035
Σύµφωνα µε την έκθεση, η ΕΕ µπορεί να µειώσει τις εισαγωγές πρωτεΐνης σόγιας κατά 20% έως το 2035, όχι όµως µέσω µιας µεµονωµένης παρέµβασης. Οι ερευνητές αξιολόγησαν τέσσερα διαφορετικά σενάρια. Ως πιο ρεαλιστική επιλογή προκρίνουν µια συνδυαστική προσέγγιση που περιλαµβάνει:
- την επέκταση της καλλιέργειας πρωτεϊνούχων φυτών στην Ευρώπη,
- την αξιοποίηση υποπροϊόντων και αποβλήτων της αγροδιατροφικής αλυσίδας για παραγωγή ζωοτροφών, την ανάπτυξη τεχνολογιών όπως η ζύµωση ακριβείας και
- την ενθάρρυνση των καταναλωτών να εντάξουν περισσότερες φυτικές πρωτεΐνες αλλά και νέες καινοτόµες πρωτεϊνικές πηγές στη διατροφή τους.
Αντίθετα, τα σενάρια που βασίζονται αποκλειστικά στην αύξηση της ευρωπαϊκής παραγωγής σόγιας ή σε ριζικές αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες κρίνονται λιγότερο εφαρµόσιµα.
Η δηµοσίευση της έκθεσης προηγήθηκε κατά µία εβδοµάδα της παρουσίασης του πολυαναµενόµενου ευρωπαϊκού σχεδίου για τις πρωτεΐνες (αρχές Ιουλίου), το οποίο η Κοµισιόν παρουσίασε µαζί µε τη νέα στρατηγική για την κτηνοτροφία, στο πλαίσιο ενίσχυσης της επισιτιστικής ασφάλειας.
Η «αόρατη» κατανάλωση σόγιας
Παρότι η σόγια είναι ευρέως γνωστή ως βασικό συστατικό των χορτοφαγικών προϊόντων, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι την καταναλώνουν έµµεσα. Περίπου το 90% της εισαγόµενης σόγιας χρησιµοποιείται ως ζωοτροφή. Αυτό σηµαίνει ότι κάθε πολίτης της ΕΕ καταναλώνει, κατά µέσο όρο, 55 κιλά σόγιας ετησίως µέσω του κρέατος, των γαλακτοκοµικών προϊόντων και των αυγών. Η έκθεση επισηµαίνει ότι η εικόνα της ευρωπαϊκής αυτάρκειας σε κρέας και γαλακτοκοµικά αλλάζει σηµαντικά όταν συνυπολογιστεί η εξάρτηση από τις εισαγόµενες ζωοτροφές. Εάν διακοπεί η πρόσβαση σε εισαγόµενες πρωτεϊνούχες ζωοτροφές, η παραγωγή βοείου κρέατος και γαλακτοκοµικών θα µειωνόταν κατά περίπου 15%, του χοιρινού κατά 40%, ενώ η παραγωγή πουλερικών και αυγών θα µπορούσε να υποχωρήσει έως και κατά 60%.
Το βλέµµα στην Κίνα για πρωτεϊνική αυτάρκεια
Η έκθεση παρουσιάζει την Κίνα ως παράδειγµα χώρας που έχει ήδη εντάξει την πρωτεϊνική αυτάρκεια στον στρατηγικό της σχεδιασµό. Στο τελευταίο Πενταετές Σχέδιο της χώρας, η µείωση των εισαγωγών σόγιας αναφέρεται ρητά ως εθνικός στόχος, την ώρα που η ΕΕ δεν διαθέτει ακόµη αντίστοιχη µακροπρόθεσµη στρατηγική.
Οι ερευνητές εκτιµούν ότι το επικείµενο ευρωπαϊκό σχέδιο για τις πρωτεΐνες µπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήµα προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, σύµφωνα µε προσχέδιο της στρατηγικής, η Κοµισιόν εµφανίζεται πιο επιφυλακτική απέναντι στις καινοτόµες πρωτεΐνες από ό,τι προτείνει η έκθεση. Αν και αναγνωρίζει τη σηµασία τους για τα τρόφιµα και τις ζωοτροφές, επισηµαίνει ότι τα φυτικά και τα εναλλακτικά πρωτεϊνικά προϊόντα εξακολουθούν να αντιµετωπίζουν εµπόδια στην ευρωπαϊκή αγορά. Η Katrien Martens, συνιδρύτρια του The Protein Project και συντάκτρια της έκθεσης, χαρακτηρίζει αυτή την επιφυλακτικότητα ως το βασικό µειονέκτηµα του σχεδίου. Θετικά αξιολογεί, ωστόσο, τις προτάσεις για την τόνωση της ζήτησης φυτικών και ευρωπαϊκής παραγωγής πρωτεϊνών, µέσω αλλαγών στις δηµόσιες προµήθειες, της ενίσχυσης χρήσης τους στις σχολικές καντίνες, εκστρατειών ενηµέρωσης και ευνοϊκότερης φορολογικής µεταχείρισης για τα υγιεινά προϊόντα, συµπεριλαµβανοµένων των φυτικών πρωτεϊνών.


