Από τη διπλωματία στο deal των 55 δισ. δολαρίων για την EA

Ημερομηνία: 05-08-2026



Ο Τζάρεντ Κούσνερ κέρδισε στην πρώτη θητεία του Τραμπ τη φήμη του ανθρώπου που είχε την ικανότητα να κλείνει τις μεγάλες συμφωνίες στη Μέση Ανατολή.

Η ικανότητα αυτή, που αξιοποιήθηκε στο πλαίσιο της επίσημης εξωτερικής πολιτικής και στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος, φαίνεται ωστόσο να έφερε πολύτιμες γνωριμίες, οι οποίες άνοιξαν με τη σειρά τους τον δρόμο και για άλλα πιο προσωπικά deals.

Στον Λευκό Οίκο διαπραγματεύθηκε με πρίγκιπες, εμίρηδες και πρωθυπουργούς, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση των Αβρααμικών Συμφωνιών και καλλιεργώντας προσωπικές σχέσεις στα κέντρα εξουσίας του Κόλπου. Λίγα χρόνια αργότερα, οι ίδιες χώρες αποτελούν τους βασικούς χρηματοδότες της επενδυτικής εταιρείας που ίδρυσε μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση.

Η ολοκλήρωση της εξαγοράς της Electronic Arts έναντι 55 δισ. δολαρίων φέρνει τώρα τον Κούσνερ και την Affinity Partners στο κέντρο ενός από τα μεγαλύτερα εταιρικά deals όλων των εποχών.

Η εταιρεία πίσω από τα EA Sports FC, Battlefield, The Sims και Madden NFL περνά στα χέρια κοινοπραξίας στην οποία συμμετέχουν το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Σαουδικής Αραβίας PIF, η αμερικανική Silver Lake και η Affinity Partners. Οι μέτοχοι της EA λαμβάνουν 210 δολάρια σε μετρητά ανά μετοχή και η εταιρεία αποχωρεί από το Nasdaq. Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε στις 4 Αυγούστου 2026, έπειτα από την εξασφάλιση των απαραίτητων ρυθμιστικών εγκρίσεων.

Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη μία επένδυση στον κόσμο των video games. Είναι η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα απόδειξη του πώς ο Κούσνερ μετατρέπει τις πολιτικές και προσωπικές σχέσεις που δημιούργησε στη Μέση Ανατολή σε ένα παγκόσμιο δίκτυο επενδυτικών συμφωνιών.

Το deal που ξεπερνά κάθε προηγούμενο

Η συμφωνία για την EA είχε ανακοινωθεί τον Σεπτέμβριο του 2025. Η αξία της επιχείρησης τοποθετήθηκε στα περίπου 55 δισ. δολάρια, ενώ το τίμημα των 210 δολαρίων ανά μετοχή αντιστοιχούσε σε premium 25% σε σχέση με την ανεπηρέαστη χρηματιστηριακή τιμή της εταιρείας.

Η χρηματοδοτική δομή είναι εξίσου εντυπωσιακή με το μέγεθος της συναλλαγής. Η κοινοπραξία εξασφάλισε περίπου 36,4 δισ. δολάρια σε ίδια κεφάλαια, ενώ σχεδόν 20 δισ. δολάρια προήλθαν από δανεισμό με επικεφαλής την JPMorgan.

Η εξαγορά χαρακτηρίστηκε η μεγαλύτερη leveraged buyout –εξαγορά με υψηλό δανεισμό– στην ιστορία. Το προηγούμενο ορόσημο ήταν η εξαγορά της ενεργειακής TXU το 2007, μια συναλλαγή 45 δισ. δολαρίων που κατέληξε σε πτώχευση λίγα χρόνια αργότερα. Η σύγκριση εξηγεί γιατί αναλυτές παρακολουθούν στενά το βάρος του χρέους που θα κληθεί να εξυπηρετήσει η EA.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, η ιδέα της συναλλαγής άρχισε να παίρνει μορφή μέσα από συζητήσεις μεταξύ της Silver Lake και του Κούσνερ. Το PIF γίνεται ο βασικός μέτοχος, ενώ η συμμετοχή της Affinity υπολογιζόταν περίπου στο 5%, χωρίς οι τελικοί όροι κατανομής να έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρως στην ανακοίνωση ολοκλήρωσης.

Γιατί η Σαουδική Αραβία θέλει την EA

Για το Ριάντ, η Electronic Arts είναι πολύ περισσότερα από μια αμερικανική εταιρεία video games.

Η Σαουδική Αραβία επιχειρεί εδώ και χρόνια να μετατραπεί σε παγκόσμιο κέντρο gaming και esports, στο πλαίσιο του Vision 2030 και της στρατηγικής περιορισμού της εξάρτησης της οικονομίας από το πετρέλαιο.

Μέσω της Savvy Games Group, το PIF έχει ήδη επενδύσει δισεκατομμύρια στον κλάδο και το 2023 ολοκλήρωσε την εξαγορά της Scopely έναντι 4,9 δισ. δολαρίων. Με την EA, όμως, αποκτά τον έλεγχο ενός τεράστιου χαρτοφυλακίου αθλητικών και ψυχαγωγικών δικαιωμάτων, τα οποία συνδέουν το gaming με το ποδόσφαιρο, το αμερικανικό football, το UFC και τη Formula 1.

Η συμφωνία εντάσσεται επομένως σε μια ευρύτερη στρατηγική: η Σαουδική Αραβία δεν αγοράζει μόνο εταιρείες. Αγοράζει περιεχόμενο, κοινότητες εκατοντάδων εκατομμυρίων χρηστών, αθλητικά δικαιώματα, τεχνογνωσία και επιρροή στην παγκόσμια βιομηχανία της ψυχαγωγίας.

Από τον Λευκό Οίκο στην Affinity Partners

Ο Κούσνερ ίδρυσε την Affinity Partners το 2021, μετά το τέλος της πρώτης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ.

Μέσα σε λίγους μήνες άρχισε να αναζητεί χρηματοδότηση από τις μοναρχίες του Κόλπου, παρουσιάζοντας την εταιρεία του ως έναν επενδυτικό δίαυλο που θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις οικονομικές ευκαιρίες οι οποίες δημιουργήθηκαν από την προσέγγιση του Ισραήλ με αραβικά κράτη.

Έγγραφα και δημοσιεύματα έδειξαν ότι η παρουσίαση της Affinity προς πιθανούς επενδυτές αναφερόταν στις Αβρααμικές Συμφωνίες και στις διπλωματικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Τραμπ ως στοιχεία του ιδιαίτερου πλεονεκτήματος του Κούσνερ.

Το σαουδαραβικό PIF δεσμεύθηκε να επενδύσει 2 δισ. δολάρια στην Affinity, καθιστώντας τη Σαουδική Αραβία τον μεγαλύτερο αρχικό χρηματοδότη του fund. Η συμφωνία είχε ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική σημασία, καθώς επέτρεπε για πρώτη φορά την κατεύθυνση σαουδαραβικών κρατικών κεφαλαίων προς ισραηλινές εταιρείες μέσω της Affinity.

Τα κεφάλαια δεν προήλθαν, όμως, μόνο από το Ριάντ. Το fund άντλησε χρήματα και από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. Το 2024 εξασφάλισε επιπλέον 1,5 δισ. δολάρια από την Qatar Investment Authority και τη Lunate του Άμπου Ντάμπι. Έτσι, τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία της Affinity αυξήθηκαν από 3 δισ. δολάρια στο τέλος του 2023 σε 4,8 δισ. δολάρια στο τέλος του 2024.

Η εταιρεία ανήκει εξ ολοκλήρου στον ίδιο τον Κούσνερ, σύμφωνα με τις αμερικανικές ρυθμιστικές καταχωρίσεις που επικαλέστηκε το Reuters.

Σαουδαραβικά χρήματα σε ισραηλινές επιχειρήσεις

Ένα από τα βασικά αφηγήματα της Affinity ήταν ότι θα δημιουργούσε έναν νέο επενδυτικό διάδρομο ανάμεσα στον αραβικό κόσμο και το Ισραήλ.

Το fund άρχισε να εξετάζει επενδύσεις σε ισραηλινές εταιρείες τεχνολογίας, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και mobility, αξιοποιώντας κεφάλαια που προέρχονταν από τον Κόλπο.

Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημείο σύνδεσης της προηγούμενης διπλωματικής δραστηριότητας του Κούσνερ με τη μεταγενέστερη επιχειρηματική του πορεία. Οι  Συμφωνίες του Αβραάμ άνοιξαν νέους εμπορικούς διαύλους μεταξύ Ισραήλ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Μπαχρέιν.  Και η Affinity εμφανίστηκε λίγο αργότερα ως ιδιωτικός επενδυτικός μηχανισμός ικανός να κινηθεί πάνω σε αυτούς τους διαύλους.

Με άλλα λόγια, ο Κούσνερ δεν επενδύει απλώς στη Μέση Ανατολή. Επενδύει στην ίδια την οικονομική αρχιτεκτονική που βοήθησε να δημιουργηθεί όταν βρισκόταν στον Λευκό Οίκο.


REUTERS/Brendan McDermidΑπό την τεχνολογία και τις τράπεζες στην ψυχαγωγία

Το χαρτοφυλάκιο της Affinity έχει διευρυνθεί πέρα από τη Μέση Ανατολή, αλλά συνεχίζει να στηρίζεται κυρίως σε κεφάλαια της περιοχής.

Το fund έχει τοποθετηθεί σε τεχνολογία, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, υγεία, λογισμικό και καταναλωτικές επιχειρήσεις. Το 2025 συμφώνησε να αποκτήσει μερίδιο περίπου 8% στη βρετανική ψηφιακή τράπεζα OakNorth, η οποία επεκτείνεται στις ΗΠΑ.

Έχει επίσης επενδύσει στην ευρωπαϊκή εταιρεία fitness technology EGYM και έχει συμμετάσχει στη δημιουργία επιχειρηματικών σχημάτων γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.

Η EA, ωστόσο, αλλάζει την κλίμακα. Μέχρι τώρα, η Affinity ήταν ένα σχετικά νέο private equity fund που διαχειριζόταν κεφάλαια αρκετών δισεκατομμυρίων. Με τη συμμετοχή της στη συμφωνία των 55 δισ. δολαρίων, εισέρχεται στο ίδιο τραπέζι με το PIF και μία από τις μεγαλύτερες επενδυτικές εταιρείες τεχνολογίας στον κόσμο.

Ακίνητα και θέρετρα

Παράλληλα με την Affinity, ο Κούσνερ έχει επιχειρήσει να δημιουργήσει ένα δεύτερο πεδίο δραστηριότητας γύρω από μεγάλα έργα ακινήτων και πολυτελών τουριστικών αναπτύξεων.

Τα πλέον πολυσυζητημένα σχέδιά του βρίσκονται στα Βαλκάνια και όχι στη Μέση Ανατολή: ένα πολυτελές θέρετρο στο νησί Σάσων της Αλβανίας και η σχεδιαζόμενη αναμόρφωση του πρώην στρατιωτικού αρχηγείου στο Βελιγράδι.

Το σχέδιο της Σερβίας εγκαταλείφθηκε έπειτα από έντονες αντιδράσεις, διαδηλώσεις και ποινικές διώξεις που συνδέθηκαν με τη διαδικασία αφαίρεσης της προστασίας του χώρου ως μνημείου πολιτιστικής κληρονομιάς.

Στην Αλβανία, το σχέδιο για τουριστική ανάπτυξη στο Σάσων εξακολουθεί να προκαλεί πολιτικές και περιβαλλοντικές αντιδράσεις.

Οι επενδύσεις αυτές δεν αποτελούν σαουδαραβικά κρατικά έργα. Αναδεικνύουν, όμως, τη μετάβαση του Κούσνερ από τον ρόλο του διαχειριστή κεφαλαίων τρίτων στον ρόλο του διεθνούς developer και dealmaker.

Το αναπόφευκτο ερώτημα της σύγκρουσης συμφερόντων

Η επιχειρηματική δραστηριότητα του Κούσνερ θα προκαλούσε ενδιαφέρον ακόμη και χωρίς την πολιτική του σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ.

Η κλίμακά της, όμως, αποκτά διαφορετικό βάρος επειδή οι βασικοί επενδυτές του είναι κυβερνήσεις και κρατικά funds χωρών με τις οποίες ο ίδιος διαπραγματεύθηκε ως ανώτατος σύμβουλος του Λευκού Οίκου.

Το ζήτημα έγινε ακόμη πιο σύνθετο όταν ο Κούσνερ επέστρεψε σε άτυπους ή επίσημους διαμεσολαβητικούς ρόλους στη Μέση Ανατολή, χωρίς να έχει αποχωρήσει από την Affinity.

Επικριτές του, στελέχη της αντιπολίτευσης και οργανώσεις δεοντολογίας υποστηρίζουν ότι δημιουργείται τουλάχιστον η εικόνα σύγκρουσης συμφερόντων: ένας ιδιώτης επενδυτής διαχειρίζεται δισεκατομμύρια από κράτη των οποίων οι ηγεσίες έχουν άμεσο συμφέρον από τις αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης.

Ο ίδιος και η Affinity έχουν απορρίψει την υπόθεση ότι υπήρξε ανταλλαγή πολιτικών εξυπηρετήσεων με επιχειρηματική χρηματοδότηση. Ο Κούσνερ έχει υποστηρίξει ότι η εταιρεία ιδρύθηκε μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο και ότι οι επενδύσεις της βασίζονται σε εμπορικά κριτήρια.

Το επιχείρημα δεν κλείνει τη συζήτηση. Δείχνει, αντίθετα, πόσο δύσκολο είναι πλέον να χαραχτεί ένα καθαρό όριο ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική, στις προσωπικές σχέσεις και στις διεθνείς επενδύσεις.

Ο μεσάζων της νέας Μέσης Ανατολής

Η μεγαλύτερη ισχύς του Τζάρεντ Κούσνερ δεν είναι απαραίτητα η ικανότητά του να εντοπίζει υποτιμημένες εταιρείες. Είναι η θέση του ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσους.

Γνωρίζει την Ουάσιγκτον, έχει προσωπική πρόσβαση στην οικογένεια Τραμπ, συνομιλεί με τις ηγεσίες της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των Εμιράτων, διαθέτει ισχυρές σχέσεις στο Ισραήλ και μπορεί να φέρνει στο ίδιο τραπέζι κρατικά κεφάλαια, private equity funds και αμερικανικές επιχειρήσεις.

Η EA αποτελεί την πιο εντυπωσιακή μέχρι σήμερα έκφραση αυτού του μοντέλου.

Ένα σαουδαραβικό fund με φιλοδοξίες παγκόσμιας επιρροής. Μία αμερικανική επενδυτική εταιρεία με τεράστια εμπειρία στην τεχνολογία. Και ανάμεσά τους ο πρώην σύμβουλος του Λευκού Οίκου που μετέτρεψε τις διπλωματικές διασυνδέσεις του σε fund δισεκατομμυρίων.

Η εξαγορά των 55 δισ. δολαρίων δεν είναι απλώς το μεγαλύτερο deal της καριέρας του.

Είναι η στιγμή κατά την οποία ο Τζάρεντ Κούσνερ παύει οριστικά να θεωρείται ένας πρώην πολιτικός σύμβουλος που μπήκε στις επενδύσεις και καθιερώνεται ως ένας από τους ισχυρότερους –και πέον αμφιλεγόμενους– μεσάζοντες ανάμεσα στα κεφάλαια του Κόλπου και στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Δύσης.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος