Από τον καταστροφισμό στη νεοκαταστροφιστική ρητορική: το πρόβλημα της κλίμακας
Ο William Whewell (1794–1866) υπήρξε μία από τις κεντρικές μορφές της βρετανικής επιστημονικής σκέψης του 19ου αιώνα, με καθοριστική συμβολή στη φιλοσοφία της επιστήμης, την ιστορία των επιστημονικών ιδεών και τη διαμόρφωση της ίδιας της έννοιας της «επιστημονικής μεθόδου».
Μαθηματικός και φυσικός φιλόσοφος, προερχόμενος από το Trinity College του Cambridge, ο William Whewell, ο άνθρωπος που επινόησε τον όρο scientist, είναι κυρίως γνωστός για το μνημειώδες έργο του History of the Inductive Sciences (1837), στο οποίο δεν επιχειρεί απλώς μια ιστορική ανασύνθεση της εξέλιξης των επιστημών, αλλά μια συστηματική φιλοσοφική ανάλυση του τρόπου με τον οποίο τα εμπειρικά δεδομένα μετασχηματίζονται σε γενικές θεωρίες, μέσω της επαγωγής.
Στο βιβλίο αυτό, ο Whewell είναι ο πρώτος που ορίζει ρητά τον καταστροφισμό, εισάγοντας τον όρο catastrophes για να περιγράψει γεωλογικές μεταβολές μεγάλης έντασης και ασυνέχειες, ποιοτικά διαφορετικές από τον «συνηθισμένο ρυθμό» της φύσης. Ο ορισμός αυτός “γεννιέται” από την ίδια τη δομή του γεωλογικού και παλαιοντολογικού αρχείου, όταν οι απότομες στρωματογραφικές διαφοροποιήσεις, ή/και ασυνέχειες καθιστούν ανεπαρκή τη γραμμική επαγωγική ανάγνωση των δεδομένων που παρέχουν. Υιοθετεί τον καταστροφισμό λοιπόν ως περιγραφικό εργαλείο απέναντι σε κάθε θεωρία που εξομαλύνει τις ασυνέχειες του γεωλογικού αρχείου. Στο ίδιο βιβλίο, ο William Whewell δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον όρο catastrophes, αλλά χρησιμοποιεί ένα ευρύτερο λεξιλόγιο για να αποδώσει διαφορετικές αποχρώσεις της ίδιας έννοιας, αναφερόμενος σε violent changes, paroxysmal forces, periods of violent disturbance, ή great revolutions, καθώς και σε breaks, ή interruptions in the course of nature. Η ποικιλία αυτή των όρων δεν υποδηλώνει θεωρητική ασάφεια, αλλά αντίθετα αντανακλά τη συνειδητή προσπάθειά του να περιγράψει εμπειρικά την ένταση, την επεισοδικότητα και κυρίως την επαγωγική ασυνέχεια που αναδύεται από το γεωλογικό αρχείο, χωρίς να τις ανάγει σε ενιαίο ή καθολικό ερμηνευτικό σχήμα.
Οι Γεωεπιστήμες απέρριψαν τον καταστροφισμό, όχι επειδή αρνήθηκαν την ύπαρξη απότομων ή βίαιων γεγονότων στο γεωλογικό παρελθόν, αλλά επειδή ο κλασσικός καταστροφισμός απέτυχε μεθοδολογικά να διαχωρίσει το τοπικό από το καθολικό, που συχνά μετέτρεπε εντυπωσιακές, αλλά τοπικές ασυνέχειες, σε γενικευμένες παγκόσμιες «επαναστάσεις». Με την ωρίμανση της στρωματογραφίας, της γεωχρονολόγησης και της παγκόσμιας συσχέτισης γεωλογικών αρχείων, έγινε σαφές ότι πολλές ασυνέχειες είναι ασύγχρονες, χωρικά περιορισμένες και ενταγμένες σε μακροχρόνιες, επαναλαμβανόμενες διεργασίες, γεγονός που κατέστησε τον καταστροφισμό ανεπαρκή ως καθολικό ερμηνευτικό πλαίσιο.
Ακριβώς η ίδια μεθοδολογική επιφύλαξη εξηγεί και τη στάση της Διεθνούς Υποεπιτροπής Στρωματογραφίας απέναντι στον όρο Ανθρωπόκαινο: η άρνηση επίσημης ονοματοδοσίας δεν συνιστά άρνηση της έντονης ανθρώπινης επίδρασης στο γήινο σύστημα, αλλά απόρριψη της πρόωρης μετατροπής ισχυρών, πλην άνισα κατανεμημένων και χρονικά ασύγχρονων «σημάτων» σε καθολικό στρωματογραφικό όριο. Η απουσία ενός σαφούς, παγκόσμια συγχρονισμένου και αναγνωρίσιμου στρωματογραφικού σημείου έναρξης στο γεωλογικό αρχείο, καθώς και η αδυναμία τεκμηρίωσης μιας ενιαίας, παγκόσμιας και διακριτής συνολικής αλλαγής στο γεωλογικό αρχείο, επαναφέρουν ακριβώς το ιστορικό μάθημα του καταστροφισμού: ότι οι αλλαγές στην ένταση τοπικών ή περιφερειακών μεταβολών δεν αρκούν από μόνες τους για να θεμελιώσουν νέο γεωλογικό χρόνο.
Έτσι λοιπόν, ο καταστροφισμός εγκαταλείφθηκε στις Γεωεπιστήμες όχι επειδή αναγνώριζε τις ασυνέχειες του φυσικού αρχείου, αλλά επειδή συχνά μετέτρεπε το μερικό σε καθολικό. Η σύγχρονη κλιματική συζήτηση, παρά τη θεωρητική της ωρίμανση, διατρέχει έναν ανάλογο κίνδυνο: να αντλεί από τοπικά ή περιφερειακά φαινόμενα συμπεράσματα που παρουσιάζονται ως παγκόσμια, συγχρονισμένα και αναπόφευκτα. Η νεοκαταστροφιστική ρητορική δεν εκδηλώνεται πλέον ως θεωρία «κατακλυσμών», αλλά ως αφήγηση ταχείας και γενικευμένης μετάβασης του κλιματικού συστήματος σε νέα, ασταθή κατάσταση.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ταχεία υποχώρηση συγκεκριμένων παγετώνων, ιδιαίτερα στη Γροιλανδία ή σε ορεινές περιοχές των Άνδεων και των Άλπεων. Η τοπική κατάρρευση παγετωνικών μετώπων παρουσιάζεται συχνά ως άμεση ένδειξη παγκόσμιου κλιματικού κατωφλίου. Ωστόσο, οι παγετώνες είναι από τα πιο ευαίσθητα και ταχέως αποκρινόμενα υποσυστήματα του γήινου συστήματος. Αντιδρούν έντονα σε μικρές μεταβολές θερμοκρασίας, υετού ή θαλάσσιας κυκλοφορίας. Το γεγονός ότι ένας παγετώνας περνά πρώτος ένα κρίσιμο όριο δεν συνεπάγεται ότι το σύνολο της κρυόσφαιρας, πόσο μάλλον το παγκόσμιο κλίμα, βρίσκεται στο ίδιο κατώφλι. Εδώ το σφάλμα δεν είναι η παρατήρηση, αλλά η μεταφορά κλίμακας: το τοπικό φαινόμενο ανάγεται σε παγκόσμιο δείκτη, χωρίς επαρκή συγχρονισμό και χωρίς τεκμηρίωση κοινού μηχανισμού σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη.
Ανάλογο πρόβλημα εμφανίζεται και στη συζήτηση περί ξηρασιών και ερημοποίησης. Περιφερειακές παρατεταμένες ξηρασίες, στη Μεσόγειο, στη δυτική Βόρεια Αμερική ή στην Αφρικανική Σαχέλ, συχνά εντάσσονται σε μια ενιαία αφήγηση παγκόσμιας υδρολογικής κατάρρευσης. Όμως το υδρολογικό σύστημα είναι βαθιά ετερογενές και ασύγχρονο. Ξηρασία σε μία λεκάνη μπορεί να συνυπάρχει με αυξημένες βροχοπτώσεις σε άλλη. Τοπικές καταρρεύσεις αγροτικών ή οικολογικών συστημάτων αντανακλούν συχνά συνδυασμό κλιματικών πιέσεων και κοινωνικοοικονομικών παραγόντων (υπεράντληση, αλλαγή χρήσεων γης), και όχι κατ’ ανάγκη μια παγκόσμια κλιματική ασυνέχεια. Όταν η τοπική ξηρασία παρουσιάζεται ως άμεσο σύμπτωμα καθολικής κλιματικής αποσταθεροποίησης, επαναλαμβάνεται το κλασικό καταστροφιστικό λάθος: η συγχώνευση διαφορετικών χρονικών και χωρικών κλιμάκων σε μία ενιαία αφήγηση κρίσης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του διοξειδίου του άνθρακα (CO₂). Η αύξηση των ατμοσφαιρικών συγκεντρώσεων CO₂ αποτελεί αναμφίβολα παγκόσμιο φαινόμενο και κεντρικό άξονα της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, η ερμηνεία του ρόλου του συχνά εμπλουτίζεται με νεοκαταστροφιστικές υπεραπλουστεύσεις. Τοπικά αρχεία, όπως παλαιοεδάφη, λιμναία ιζήματα ή παράκτιες αποθέσεις, που δείχνουν απότομες μεταβολές στον κύκλο του άνθρακα παρουσιάζονται ενίοτε ως άμεσες αναλογίες με την τρέχουσα παγκόσμια αύξηση CO₂. Η αναλογία αυτή είναι επιστημονικά γόνιμη μόνο όταν συνοδεύεται από προσεκτική σύγκριση ρυθμών, αποθεμάτων και μηχανισμών. Διαφορετικά, η τοπική απότομη μεταβολή μετατρέπεται σε αφηγηματικό προηγούμενο παγκόσμιας καταστροφής, χωρίς την αναγκαία επαγωγική γέφυρα.
Το κοινό μεθοδολογικό πρόβλημα σε όλα αυτά τα παραδείγματα είναι η υπερεκτίμηση της αντιπροσωπευτικότητας του τοπικού αρχείου. Τοπικά συστήματα λειτουργούν συχνά ως ενισχυτές κλιματικών σημάτων: αποκρίνονται πρώτα, εντονότερα και ταχύτερα. Αυτό τα καθιστά εξαιρετικά πολύτιμα για την κατανόηση διεργασιών, αλλά επικίνδυνα ως αυτόνομα υποκατάστατα του παγκόσμιου συστήματος. Η μετάβαση από το τοπικό στο παγκόσμιο απαιτεί όχι μόνο επανάληψη του φαινομένου, αλλά και απόδειξη ότι οι ίδιες ανατροφοδοτήσεις λειτουργούν συγχρόνως και σε άλλες κλίμακες.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαχρονική επικαιρότητα της κριτικής στον καταστροφισμό του Whewell. Το σφάλμα δεν είναι η αναγνώριση των ακραίων γεγονότων, αλλά η ατεκμηρίωτη γενίκευσή τους. Όταν η έννοια της καταστροφής ή της σημερινής «ταχείας μετάβασης», προηγείται της πλήρους επαγωγικής σύνθεσης, μετατρέπεται από εργαλείο κατανόησης σε φίλτρο ερμηνείας. Η επιστήμη, όμως, δεν προχωρά με φίλτρα, προχωρά με διαβαθμίσεις, αβεβαιότητες και προσεκτική κλιμάκωση.
Η κατανόηση της κλιματικής αλλαγής προϋποθέτει αυστηρή διάκριση μεταξύ τοπικών «σημάτων», περιφερειακών αποκρίσεων και παγκόσμιων τάσεων, καθώς και σαφή επίγνωση των διαφορετικών χρονικών και χωρικών κλιμάκων στις οποίες λειτουργεί το γήινο σύστημα. Ο καταστροφισμός εγκαταλείφθηκε ιστορικά όταν η Γεωλογία έμαθε να σέβεται αυτή την κλιμακωτή ανάγνωση του αρχείου της Γης, αναγνωρίζοντας ότι οι ασυνέχειες και οι παροξυσμοί δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη συγχρονισμένες ή καθολικές μεταβολές, αλλά συχνά εντάσσονται σε μακροχρόνιες, πολυεπίπεδες διεργασίες. Το ίδιο μάθημα παραμένει κρίσιμο και σήμερα, όχι για να υποβαθμιστεί η κλιματική αλλαγή, αλλά για να αποφευχθεί η επανάληψη ενός παλαιού μεθοδολογικού σφάλματος, όπου η ένταση της αφήγησης προηγείται της επαγωγικής σύνθεσης, μετατρέποντας σύνθετα επιστημονικά δεδομένα σε απλουστευτικά σχήματα φόβου που, αντί να ενισχύουν την κατανόηση, διαβρώνουν τη διακριτική ικανότητα της επιστημονικής σκέψης και τελικά υπονομεύουν την ίδια τη γνώση, που υποτίθεται ότι υπηρετούν.
*Ο Μανόλης Μανούτσογλου είναι Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης


