Απόρριψη αγωγής SLAPP του Γρηγόρη Δημητριάδη κατά του in και της Alter Ego Media – «Υποχρέωση και επιβεβλημένο καθήκον έναντι του αναγνωστικού κοινού» η ενημέρωση για τις υποκλοπές
Με απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε σε πρώτο βαθμό αγωγή του Γρηγόρη Δημητριάδη σε βάρος της Alter Ego Media A.E., του Λευτέρη Χαραλαμπόπουλου και της διευθύντριας σύνταξης του in Αργυρούς Τσατσούλη. H αγωγή αφορούσε δημοσίευμα του in στις 23 Οκτωβρίου 2023 με τίτλο «Υποκλοπές: Αναβαθμίζεται η έρευνα – Τι σχολιάζουν κυβέρνηση και αντιπολίτευση».
Ο Γρηγόρης Δημητριάδης, πρώην γενικός γραμματέας του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, έχει προχωρήσει στην υποβολή αγωγών SLAPP (στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού) κατά της Alter Ego Media και άλλων μέσων ενημέρωσης. Ειδικά ως προς την Alter Ego Media έχει στείλει 35 εξώδικα και έχει καταθέσει 22 αγωγές. Αυτή είναι η πρώτη από τις αγωγές σε βάρος της Alter Ego για την οποία εκδίδεται απόφαση.
Με τις αγωγές αυτές ο Γρηγόρης Δημητριάδης ουσιαστικά επεδίωξε να μην υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά που να τον συσχετίζει με το σκάνδαλο των υποκλοπών, μια υπόθεση την οποία ακόμη και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει χαρακτηρίσει «σκιά για την κυβέρνηση».
Το σκεπτικό του δικαστηρίου είναι σαφές και υπογραμμίζει ότι το «σκάνδαλο» (όπως ακριβώς το χαρακτηρίζει) των υποκλοπών προκαλούσε εύλογο δημόσιο ενδιαφέρον: «η υπόθεση των παράνομων επισυνδέσεων και της χρήσης του λογισμικού Predator είχε ήδη αναχθεί, κατά τον χρόνο δημοσίευσης του επίδικου άρθρου, σε αντικείμενο ευρύτατης δημόσιας αντιπαράθεσης και θεσμικής διερεύνησης, απασχολώντας όχι μόνο τον εγχώριο και διεθνή Τύπο, αλλά και την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής».
Επιπλέον, «ο ενάγων λόγω της μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2022, ιδιότητάς του ως Γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού και πρόσωπο στο οποίο είχαν αποκλειστικώς μεταβιβαστεί αρμοδιότητες για την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών είχε ήδη καταστεί πρόσωπο της δημόσιας συζήτησης».
Η απόφαση υπογραμμίζει ότι «στο πλαίσιο αυτό, το όνομα του ενάγοντος είχε επανειλημμένως αναφερθεί στον δημόσιο διάλογο, ενώ είχαν διατυπωθεί και δημοσίως πληροφορίες και εκτιμήσεις σχετικά με τον ενδεχόμενο ρόλο του στην υπόθεση. Είχε προηγηθεί ήδη από 08-08-2022 (λίγες μέρες μετά την παραίτηση του ενάγοντος από τη θέση του γενικού γραμματέα) δημόσια δήλωση του πρωθυπουργού για την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για το σχετικό σκάνδαλο. Επίσης είχε προηγηθεί από 08-09-2022 δημοσίευμα του BBC στο οποίο γίνονταν ονομαστικές αναφορές στον ενάγοντα, την παραίτησή του και τον ρόλο του στο σκάνδαλο».

Σημειώνει μάλιστα πως «το γεγονός ότι μεταγενέστερα, τον Αύγουστο του έτους 2024, συζητήθηκε από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής αίτημα των κομμάτων της αντιπολίτευσης να διαβιβαστεί στη Βουλή το Εισαγγελικό πόρισμα, ανεξαρτήτως της μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος από την κυβερνητική πλειοψηφία καταδεικνύει ότι η υπόθεση εξακολουθούσε να αποτελεί αντικείμενο θεσμικής επεξεργασίας και έντονου δημόσιου ενδιαφέροντος».
Γι’ αυτό και η απόφαση του δικαστηρίου υπογραμμίζει ότι: «υπό τις συνθήκες αυτές σκοπός του επίδικου δημοσιεύματος δεν ήταν η προσωπική στοχοποίηση ή απαξίωση του ενάγοντος αλλά η ενημέρωση του αναγνωριστικού κοινού για μια υπόθεση εξαιρετικού δημοσίου ενδιαφέροντος, ως προς την οποία το πρόσωπό του είχε καταστεί, ανεξαρτήτως της βασιμότητας των σχετικών υπονοιών και της τελικής ποινικής αξιολόγησής τους στοιχείο της δημόσιας συζήτησης».
Μάλιστα, το σκεπτικό του δικαστηρίου δεν παραλείπει να υπογραμμίσει ποιος είναι ο ρόλος και η ευθύνη των μέσων ενημέρωσης: «σε μια δημοκρατική κοινωνία ο Τύπος δεν εκπληρώνει τον συνταγματικό του ρόλο μόνο όταν ανακοινώνει ήδη αποδεδειγμένα γεγονότα, αλλά και όταν μεταφέρει, με τη δέουσα δημοσιογραφική επιμέλεια, πληροφορίες που αποτελούν αντικείμενο σοβαρής δημόσιας συζήτησης και θεσμικής διερεύνησης […] Η εκ των υστέρων αποτίμηση της ακρίβειας μιας δημοσιογραφικής πληροφορίας δεν πρέπει να καταλήγει σε αξιολόγηση της δημοσιογραφικής κρίσης με γνώμονα γεγονότα που κατέστησαν γνωστά μεταγενέστερα, αλλά με βάση τα γεγονότα που ευλόγως ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο της δημοσίευσης».

Γι’ αυτό και αποσαφηνίζει ότι τελικά ήταν υποχρέωση και καθήκον των μέσων ενημέρωσης να γράψουν για την υπόθεση: «Στο πλαίσιο αυτό, δηλ. της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του Τύπου και της κοινωνικής αποστολής του για ενημέρωση του κοινού για θέματα της επικαιρότητας, ενήργησαν και οι εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν υποχρέωση και επιβεβλημένο καθήκον απέναντι του αναγνωστικού κοινού να προβούν στη δημοσίευση του ανωτέρω άρθρου, που αφορούσε ένα θέμα σημαντικού ενδιαφέροντος».

Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί μια απόρριψη μιας αγωγής SLAPP. Ούτε μόνο μια υπενθύμιση ότι η δικαιοσύνη μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Δεν είναι καν απλώς μια αποφασιστική απάντηση σε μια προσπάθεια φίμωσης ενός μέσου ενημέρωσης. Είναι ταυτόχρονα μια ηχηρή υπενθύμιση ότι η ελευθερία του Τύπου και η δυνατότητα των δημοσιογράφων να ενημερώνουν παραμένουν αναγκαία συνθήκη της δημοκρατίας.


