Ασφυκτική πίεση Τραμπ στη Fed: Ζητά χαμηλότερα επιτόκια ενώ ενισχύονται οι πληθωριστικές πιέσεις

Ημερομηνία: 06-09-2026

Δέκα ημέρες πριν από τη συνεδρίαση κατά την οποία η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) πιθανότατα θα εξετάσει το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων, η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να ασκεί πλήρη πίεση για να ανακόψει την αύξηση αυτή.

Την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο αντιπρόεδρος, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και ένας από τους ανώτερους οικονομικούς συμβούλους του Αμερικανού προέδρου προέτρεψαν όλοι την Fed να μην αυξήσει τα επιτόκια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να τα μειώσει – μια ασυνήθιστα ευρεία εκστρατεία δημόσιας πίεσης, ακόμη και για τα δεδομένα της μακροχρόνιας κριτικής του Τραμπ προς την κεντρική τράπεζα.

Αν και ο Ντόναλντ Τραμπ απέφυγε να επικρίνει άμεσα τον νέο πρόεδρο της Fed, Κέβιν Γουόρς, όπως είχε κάνει με τον πρώην πρόεδρο της τράπεζας Τζερόμ Πάουελ, ενέτεινε την πίεση την Παρασκευή απειλώντας να διακόψει το εμπόριο με χώρες που παρουσιάζουν εμπορικά πλεονάσματα έναντι των ΗΠΑ, εκτός αν η Fed μειώσει τα επιτόκια. Ο Τραμπ δεν είχε απειλήσει ποτέ στο παρελθόν άμεσα με την επιβολή δασμών σε περίπτωση που η Fed δεν μείωνε τα επιτόκια.

Την ανάρτηση του προέδρου ακολούθησε μια συνέντευξη που παραχώρησε ο ανώτερος οικονομικός σύμβουλος Πίτερ Ναβάρο στον πρώην σύμβουλο του Τραμπ, Στιβ Μπάνον, την Παρασκευή, στην οποία προειδοποίησε ότι μια αύξηση των επιτοκίων θα ήταν «απερίσκεπτη» και «θα έπληττε ακριβώς τους τομείς που η Αμερική χρειάζεται περισσότερο για να ευημερήσει». Αποκάλεσε τα μέλη της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς, που καθορίζει τα επιτόκια, «κλόουν» και είπε ότι ο Γουόρς προσπαθεί να «κάνει το σωστό».

Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς δήλωσε: «Πιστεύουμε ότι η Fed θα έπρεπε να μειώσει τα επιτόκια». Πρόσθεσε επίσης: «Κάνουμε πολλά πράγματα για να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε αυτά τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα, αλλά θα ήταν καλό να έχουμε κάποια βοήθεια από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα».

Επίσης, ο Υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, σε συνέντευξή του στο CNBC, σημείωσε ότι η Fed συνήθως δεν αυξάνει τα επιτόκια κατά τη διάρκεια ενός σοκ προσφοράς, παρά μόνο όταν αρχίσουν να εμφανίζονται δευτερογενείς ή τριτογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό.

Η πίεση από την κυβέρνηση Τραμπ έρχεται σε μια δύσκολη στιγμή για τον Γουόρς.

Οι αγορές αποτιμούν την πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων στη συνεδρίαση της 15ης-16ης Σεπτεμβρίου, με πιθανότητα περίπου 60%, η οποία ενισχύθηκε κάπως από την ισχυρή έκθεση για την απασχόληση που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή. Η συνεδρίαση πραγματοποιείται μόλις δύο μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, στις οποίες, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με ευρεία δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων λόγω των αυξημένων τιμών και των επιτοκίων.

Ωστόσο, παραμένουν επίσης τα ερωτήματα σχετικά με τις επιπτώσεις που θα έχει η εκστρατεία πίεσης της κυβέρνησης Τραμπ στον Γουόρς. Η Wall Street Journal ανέφερε τον περασμένο μήνα ότι ο Τραμπ μίλησε επανειλημμένα με τον Γουόρς, μια πληροφορία που επιβεβαίωσαν δημοσίως αρκετοί από τους συνεργάτες του. Ωστόσο, ο ίδιος ο πρόεδρος το αρνήθηκε, λέγοντας ότι μίλησε μόνο μία φορά με τον Γουόρς κατά τη διάρκεια της θητείας του.

Ο ίδιος ο Γουόρς έχει δηλώσει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει επηρεάσει καθόλου τις αποφάσεις του και, σε κατάθεσή του ενώπιον του Κογκρέσου τον Ιούλιο, ανέφερε ως απόδειξη της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας το γεγονός ότι η Fed διατήρησε τα επιτόκια σταθερά και δεν προχώρησε σε μείωση. Παράλληλα, ο Γουόρς έχει δηλώσει ότι ο Τραμπ και άλλοι πολιτικοί έχουν το δικαίωμα να σχολιάζουν την πολιτική της Fed.

Τον Μάιο του 2019, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ, ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς, ο Υπουργός Οικονομικών Στιβ Μνούτσιν και ο οικονομικός σύμβουλος Λάρι Κάντλοου εξέφρασαν όλοι την άποψή τους σχετικά με την ανάγκη η Ομοσπονδιακή Τράπεζα να εξετάσει το ενδεχόμενο μείωσης των επιτοκίων. Η Fed δεν ανταποκρίθηκε αμέσως σε αυτή την πίεση, αλλά τελικά προχώρησε σε μείωση των επιτοκίων δύο μήνες αργότερα.

Το επιχείρημα της κυβέρνησης ήταν παρόμοιο: η ανάπτυξη από μόνη της δεν προκαλεί πληθωρισμό, ενώ οι ενισχύσεις στην πλευρά της προσφοράς της οικονομίας μέσω φορολογικών μειώσεων και ισχυρών επενδύσεων κεφαλαίου διευρύνουν την ικανότητα της οικονομίας να αναπτυχθεί χωρίς να προκαλέσει πληθωρισμό.

Την Παρασκευή, ο Τραμπ δήλωσε σε ανάρτησή του στο Truth Social ότι, επειδή η οικονομία αναπτύσσεται τόσο πολύ, οι ΗΠΑ θα έπρεπε να έχουν τα χαμηλότερα επιτόκια στον κόσμο.

Αξιωματούχοι της κυβέρνησης έχουν επισημάνει ότι ο πρόσφατος τριμηνιαίος ετήσιος ρυθμός του βασικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (CPI) κυμαίνεται στο 1,6%. Συγκρητικά, ο τριμηνιαίος ετήσιος ρυθμός του βασικού δείκτη τιμών Προσωπικών Καταναλωτικών Δαπανών (PCE) – ο δείκτης που προτιμά η Fed – βρίσκεται λίγο πάνω από το 3%.

Ωστόσο, αρκετοί αξιωματούχοι της Fed έχουν εκφράσει την ανησυχία τους για το γεγονός ότι ο πληθωρισμός κυμαίνεται σημαντικά πάνω από τον στόχο του 2% της Fed εδώ και πέντε χρόνια, καθώς και για το ότι υπάρχουν ενδείξεις πληθωρισμού που υπερβαίνουν τους δασμούς του Τραμπ και την αύξηση του κόστους της ενέργειας λόγω του πολέμου των ΗΠΑ με το Ιράν. Τρεις αξιωματούχοι – οι Μπεθ Χάμακ, Νιλ Κασκάρι και Λόρι Λόγκαν – διαφώνησαν, υποστηρίζοντας αύξηση κατά ένα τέταρτο του ποσοστού στη συνεδρίαση του Ιουλίου, κατά την οποία τα επιτόκια παρέμειναν αμετάβλητα.

Ο Γουόρς, στην ομιλία του στο Τζάκσον Χολ, δήλωσε ότι η Fed πρέπει να εστιάσει αποκλειστικά στον πληθωρισμό, επισημαίνοντας ότι το 54% των 199 συνιστωσών του δείκτη τιμών PCE είχε σημειώσει αύξηση άνω του 3% τους προηγούμενους 12 μήνες.

Αμφισβητώντας τη σύνδεση μεταξύ ανάπτυξης και πληθωρισμού, η αμερικανική κυβέρνηση θέτει υπό αμφισβήτηση μια βασική αρχή της οικονομικής θεωρίας: ότι όταν μια οικονομία αναπτύσσεται πέρα από τις παραγωγικές της δυνατότητες, αυξάνεται ο κίνδυνος πρόκλησης πληθωρισμού. Η πιο γνωστή θεωρητική προσέγγιση είναι η καμπύλη Phillips, σύμφωνα με την οποία οι συνθήκες στενότητας στην αγορά εργασίας και η αύξηση των μισθών αποτελούν βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων ενισχύονται οι πληθωριστικές πιέσεις. Αυτό πιθανότατα εξηγεί γιατί οι αγορές αύξησαν την πιθανότητα μιας αύξησης των επιτοκίων από τη Fed μετά τα ισχυρά στοιχεία για την απασχόληση που ανακοινώθηκαν την Παρασκευή. Ωστόσο, τα στοιχεία έδειξαν ότι οι μισθολογικές πιέσεις παραμένουν ελεγχόμενες: οι μέσες ωριαίες αποδοχές αυξήθηκαν κατά 0,3% τον Αύγουστο και κατά 3,1% σε ετήσια βάση, ενώ το ποσοστό ανεργίας παρέμεινε στο 4,1%.

Το επιχείρημα της αμερικανικής κυβέρνησης ότι η ενίσχυση της πλευράς της προσφοράς στην οικονομία αυξάνει την παραγωγική της δυναμικότητα και αντισταθμίζει τις πληθωριστικές πιέσεις μπορεί να είναι σωστό, έχει όμως ένα πρόβλημα ως προς τον χρόνο εκδήλωσης των επιπτώσεών του. Οι μαζικές επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται τελικά να ενισχύσουν την παραγωγικότητα. Τα σημερινά, όμως, στοιχεία δείχνουν ότι η αυξημένη ζήτηση για τον εξοπλισμό που απαιτείται για την ανάπτυξη των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί ήδη σε άνοδο των τιμών.

Πηγή: skai.gr

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος