Μπορούν πράγματι να την αποφύγουν ΗΠΑ και Κίνα;
Πριν από 2.500 χρόνια ήταν η ανερχόμενη Αθήνα και η κυρίαρχη Σπάρτη. Σήμερα είναι η Κίνα και οι ΗΠΑ. Ο Σι Τζινπίνγκ δηλώνει ότι η σύγκρουση δεν είναι αναπόφευκτη.
Η Ιστορία όμως προειδοποιεί για τον μεγαλύτερο κίνδυνο: όχι έναν πόλεμο που κάποιος επιλέγει, αλλά εκείνον στον οποίο οι αντίπαλοι παρασύρονται.
Ανάμεσα στις προσεκτικά διατυπωμένες δηλώσεις, τις φιλοφρονήσεις και τις εκκλήσεις για συνεργασία που συνόδευσαν την επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον, αυτή ίσως ήταν η φράση με το μεγαλύτερο βάρος.
Γιατί ο Κινέζος πρόεδρος δεν μιλούσε απλώς για δασμούς, σπάνιες γαίες, τεχνητή νοημοσύνη ή ακόμη και για την Ταϊβάν. Έθετε στον Ντόναλντ Τραμπ το θεμελιώδες ερώτημα που βρίσκεται πίσω από σχεδόν κάθε αντιπαράθεση Ουάσιγκτον και Πεκίνου:
Μπορεί μια ανερχόμενη υπερδύναμη να συνυπάρξει με την κυρίαρχη δύναμη του διεθνούς συστήματος χωρίς η μεταξύ τους αντιπαλότητα να καταλήξει σε πόλεμο;
Το ερώτημα είναι σύγχρονο. Η προειδοποίηση όμως έρχεται από την Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ.
Τι πραγματικά είπε ο Θουκυδίδης
Ο όρος «παγίδα του Θουκυδίδη» δεν ανήκει στον ίδιο τον αρχαίο ιστορικό. Καθιερώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010 από τον καθηγητή του Harvard Γκράχαμ Άλισον, ο οποίος χρησιμοποίησε μία από τις διασημότερες παρατηρήσεις της «Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου» για να περιγράψει ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα των διεθνών σχέσεων.
Ο Θουκυδίδης έγραψε ότι η πραγματική αιτία του πολέμου ήταν «η άνοδος της δύναμης των Αθηνών και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη».
Σε αυτή τη μικρή φράση βρίσκεται όλη η λογική της «παγίδας».
Δεν απαιτείται η μία δύναμη να επιθυμεί εξαρχής την καταστροφή της άλλης. Αρκεί η ισορροπία ισχύος να μεταβάλλεται τόσο γρήγορα ώστε η άνοδος της μίας να γεννά φόβο στην άλλη. Ο φόβος οδηγεί σε καχυποψία, η καχυποψία σε εξοπλισμούς και συμμαχίες, αυτά με τη σειρά τους ενισχύουν τον φόβο του αντιπάλου και κάποια στιγμή ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη κρίση μπορεί να γίνει ο σπινθήρας.
Αθήνα και Σπάρτη δεν οδηγήθηκαν στον Πελοποννησιακό Πόλεμο εν μία νυκτί. Προηγήθηκαν χρόνια αυξανόμενης δυσπιστίας, ανταγωνιστικών συμμαχιών και συγκρούσεων συμφερόντων.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Κίνα τόσο ελκυστική – αλλά και τόσο επικίνδυνη.
Από την Αθήνα και τη Σπάρτη στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο
Όταν ο Άλισον εξέτασε τις μεγάλες μεταβολές ισχύος των τελευταίων πέντε αιώνων, κατέγραψε 16 περιπτώσεις στις οποίες μια ανερχόμενη δύναμη απείλησε να εκτοπίσει μια κυρίαρχη. Στη δική του ταξινόμηση, οι 12 κατέληξαν σε πόλεμο.
Η μεθοδολογία και ακόμη και η επιλογή ορισμένων από αυτές τις περιπτώσεις έχουν αμφισβητηθεί από άλλους ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες. Η αναλογία επομένως δεν αποτελεί ιστορικό νόμο ούτε μαθηματική πρόβλεψη.
Περιγράφει όμως ένα υπαρκτό δίλημμα. Και δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει σήμερα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη σχέση ΗΠΑ–Κίνας.
Η Κίνα δεν είναι πλέον απλώς η μεγάλη αναδυόμενη οικονομία των αρχών του αιώνα. Είναι παγκόσμια βιομηχανική δύναμη και κινεζικές επιχειρήσεις πρωταγωνιστούν από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τις μπαταρίες και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως τα drones, τις τηλεπικοινωνίες, τη ρομποτική και ολοένα περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη.
Παράλληλα, το Πεκίνο ελέγχει κρίσιμους κρίκους παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων και διαθέτει σημαντική επιρροή στην αγορά σπάνιων γαιών και κρίσιμων ορυκτών.
Οι ΗΠΑ, από την άλλη πλευρά, εξακολουθούν να διαθέτουν πλεονεκτήματα τεράστιας κλίμακας: στρατιωτική ισχύ, παγκόσμιες συμμαχίες, κεφαλαιαγορές, κορυφαία πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, προηγμένους ημιαγωγούς και πρωταγωνιστικό ρόλο στην αιχμή της AI.
Δεν έχουμε λοιπόν μια απλή διαδοχή μιας υπερδύναμης από μία άλλη.
Έχουμε δύο γίγαντες με διαφορετικές πηγές ισχύος, οι οποίοι είναι ταυτόχρονα ανταγωνιστές και βαθιά αλληλεξαρτώμενοι.
«Μπορούμε να την αποφύγει»
Εδώ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επιλογή των λέξεων του Σι.
Στη συνάντησή του με τον Τραμπ τον περασμένο Μάιο, ο Κινέζος πρόεδρος είχε θέσει ουσιαστικά το ερώτημα εάν οι δύο χώρες μπορούν να αποφύγουν την παγίδα.
Στην Ουάσιγκτον πήγε ένα βήμα παραπέρα: «Η παγίδα του Θουκυδίδη μπορεί να ξεπεραστεί».
Και περιέγραψε τον ανταγωνισμό που επιθυμεί ως «μια κούρσα στην οποία ο ένας προσπαθεί να φτάσει τον άλλο» και όχι ως «πάλη στην οποία ο ένας πρέπει να νικήσει και ο άλλος να χάσει».
Δεν είναι η πρώτη φορά που επικαλείται τον Θουκυδίδη. Το κάνει εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Ήδη από το 2014 υποστήριζε ότι οι μεγάλες δυνάμεις πρέπει να συνεργαστούν για να αποφύγουν τις καταστροφικές εντάσεις που γεννά η άνοδος μιας νέας δύναμης.
Η επιμονή αυτή εξυπηρετεί ταυτόχρονα και μια κινεζική στρατηγική αφήγηση: το Πεκίνο παρουσιάζει τον εαυτό του ως ισότιμο συνομιλητή της Ουάσιγκτον και την άνοδό του ως πραγματικότητα την οποία οι ΗΠΑ πρέπει να αποδεχθούν χωρίς να επιχειρούν να την ανακόψουν.
Για την Ουάσιγκτον, όμως, το ερώτημα τίθεται διαφορετικά: πώς μπορεί να διαχειριστεί την αυξανόμενη κινεζική ισχύ χωρίς να εγκαταλείψει τα δικά της συμφέροντα, τις συμμαχίες της και τη θέση της στον Ινδοειρηνικό.
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Ταϊβάν: Ο πιο επικίνδυνος σπινθήρας
Εάν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η «παγίδα του Θουκυδίδη» παύει να αποτελεί ακαδημαϊκή συζήτηση και αποκτά στρατιωτική διάσταση, αυτό είναι η Ταϊβάν.
Για το Πεκίνο αποτελεί κόκκινη γραμμή. Για τις ΗΠΑ βρίσκεται στο επίκεντρο μιας εξαιρετικά περίπλοκης στρατηγικής ισορροπίας δεκαετιών.
Στην Ουάσιγκτον ο Σι ζήτησε από τις ΗΠΑ να αντιταχθούν στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Ο Τραμπ δεν τοποθετήθηκε δημόσια επί του ζητήματος στο πλαίσιο της συνόδου, ενώ νωρίτερα μέσα στον μήνα η κυβέρνησή του είχε εγκρίνει μεγάλο πακέτο πώλησης όπλων προς την Ταϊβάν.
Αυτό είναι ακριβώς το είδος του πεδίου στο οποίο ένας λανθασμένος υπολογισμός αποκτά τεράστια σημασία.
Μια στρατιωτική άσκηση που ερμηνεύεται ως προετοιμασία επίθεσης. Ένα επεισόδιο στη θάλασσα ή στον αέρα. Μια πολιτική δήλωση στην Ταϊπέι. Μια αμερικανική κίνηση που το Πεκίνο θεωρεί υπέρβαση μιας κόκκινης γραμμής.
Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν πάντοτε επειδή κάποιος αποφάσισε ότι θέλει έναν μεγάλο πόλεμο.
AI, chips και σπάνιες γαίες: Ο πόλεμος χωρίς όπλα
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη σύγκρουση που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Δεν διεξάγεται με πυραύλους αλλά με ημιαγωγούς, αλγορίθμους, εξαγωγικούς περιορισμούς, κρίσιμα ορυκτά και βιομηχανική πολιτική.
Η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται πλέον στην καρδιά του ανταγωνισμού. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διατηρήσουν το τεχνολογικό τους προβάδισμα. Η Κίνα επενδύει τεράστιους πόρους ώστε να μειώσει την εξάρτησή της από δυτικές τεχνολογίες και ταυτόχρονα χρησιμοποιεί το δικό της πλεονέκτημα σε κρίσιμες πρώτες ύλες και εφοδιαστικές αλυσίδες.
Το παράδοξο είναι ότι η AI μπορεί ταυτόχρονα να αποτελέσει πεδίο σκληρού ανταγωνισμού και ένα από τα λίγα πεδία αναγκαστικής συνεργασίας.
Ο Σι μίλησε στην Ουάσιγκτον για τεχνητή νοημοσύνη «υπό ανθρώπινο έλεγχο» και για ευθύνη των δύο χωρών να τη διαχειριστούν προς όφελος της ανθρωπότητας.
Πίσω από τη διπλωματική γλώσσα κρύβεται ένα πραγματικό κοινό συμφέρον: ορισμένοι κίνδυνοι από ισχυρά συστήματα AI, κυβερνοεπιθέσεις ή αυτόνομα οπλικά συστήματα δεν γνωρίζουν σύνορα.
Ακόμη και μέσα στον ανταγωνισμό, επομένως, χρειάζονται κανόνες.
Το πραγματικό μάθημα του Ψυχρού Πολέμου
Υπάρχει άλλωστε ένα ιστορικό προηγούμενο που δείχνει ότι η σκληρή αντιπαλότητα δύο υπερδυνάμεων δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε άμεσο πόλεμο μεταξύ τους.
Οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση έφτασαν επανειλημμένα επικίνδυνα κοντά στη σύγκρουση. Πολέμησαν μέσω τρίτων, εξοπλίστηκαν μέχρι τα όρια της αμοιβαίας καταστροφής και βρέθηκαν στην Κρίση των Πυραύλων της Κούβας αντιμέτωπες με την πιθανότητα πυρηνικού πολέμου.
Κι όμως δεν πολέμησαν απευθείας. Σημαντικό μέρος αυτής της ισορροπίας βασίστηκε τελικά σε κάτι πολύ λιγότερο θεαματικό από τις συνόδους κορυφής: μηχανισμούς επικοινωνίας, κανόνες, συμφωνίες ελέγχου εξοπλισμών και τη σταδιακή κατανόηση των κόκκινων γραμμών του αντιπάλου.
Γι’ αυτό ίσως μία από τις ουσιαστικότερες προτάσεις του Σι στην Ουάσιγκτον ήταν και η λιγότερο εντυπωσιακή: συχνότερη επικοινωνία μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων και ισχυρότεροι μηχανισμοί πρόληψης κρίσεων.
Η Ιστορία δεν είναι πεπρωμένο
Υπάρχει τέλος ένα πρόβλημα με την ίδια την έκφραση «παγίδα του Θουκυδίδη».
Μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ΗΠΑ και Κίνα βρίσκονται πάνω σε ράγες που οδηγούν αναπόφευκτα στη σύγκρουση. Δεν βρίσκονται.
Ακόμη και στη μελέτη του Άλισον υπάρχουν μεταβάσεις ισχύος που δεν κατέληξαν σε πόλεμο. Η άνοδος των ΗΠΑ απέναντι στη Βρετανία αποτελεί το γνωστότερο παράδειγμα. Ούτε ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Σοβιετικής Ένωσης εξελίχθηκε σε απευθείας πολεμική αναμέτρηση των δύο υπερδυνάμεων.
Και ο κόσμος του 21ου αιώνα διαφέρει ριζικά από εκείνον της Αθήνας και της Σπάρτης.
Υπάρχουν πυρηνικά όπλα. Παγκόσμιες αγορές. Εφοδιαστικές αλυσίδες που συνδέουν τους αντιπάλους. Πολυεθνικές επιχειρήσεις με συμφέροντα και στις δύο πλευρές του Ειρηνικού. Και μια οικονομική αλληλεξάρτηση που σημαίνει ότι μια πραγματική σύγκρουση ΗΠΑ–Κίνας δύσκολα θα μπορούσε να έχει έναν καθαρό «νικητή».
Αυτό δεν εξαφανίζει τον κίνδυνο. Αλλά αλλάζει το ερώτημα. Το κρίσιμο τεστ μετά την Ουάσιγκτον δεν είναι εάν Τραμπ και Σι μπορούν να ανταλλάσσουν θερμά λόγια ή εάν μια εμπορική εκεχειρία μπορεί να παραταθεί για ακόμη δύο μήνες. Είναι εάν οι δύο χώρες μπορούν να δημιουργήσουν αρκετές δικλίδες ασφαλείας ώστε η αναπόφευκτη αντιπαλότητά τους να μη μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Γιατί ίσως αυτό είναι και το πιο ουσιαστικό μάθημα του Θουκυδίδη. Η Αθήνα και η Σπάρτη δεν καταστράφηκαν επειδή υπήρχε κάποιος μεταφυσικός νόμος που απαιτούσε να πολεμήσουν. Καταστράφηκαν μέσα σε ένα σύστημα φόβου, καχυποψίας, συμμαχιών και λανθασμένων υπολογισμών που περιόριζε σταδιακά τις επιλογές τους.
Δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, Ουάσιγκτον και Πεκίνο έχουν ένα πλεονέκτημα που εκείνες δεν είχαν: γνωρίζουν ήδη την Ιστορία.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


