Χαρίτσης για Μητσοτάκη: O πρόθυμος σύμμαχος, ο «terrible partner» και το τέλος της αυταπάτης
Την στάση και τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα σχολιάζει ο Αλέξης Χαρίτσης, εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση στον πρωθυπουργό για την ασκούμενη εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης.
Με τον χαρακτηριστικό τίτλο, «O πρόθυμος σύμμαχος, ο ‘terrible partner’ και το τέλος της αυταπάτης», ο κ. Χαρίτσης τονίζει, σε ανάρτησή του στο Facebook, ότι ο κερδισμένος αυτής της Συνόδου ήταν αναμφίβολα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ενώ χαρακτηρίζει «ντροπή» για την Ευρώπη και την ελληνική κυβέρνηση την αντιμετώπιση των Ευρωπαίων ηγετών από τον Ντόναλντ Τραμπ «σαν να είναι κακομαθημένα σχολιαρόπαιδα που πρέπει να συμμορφωθούν».
Χαρίτσης: Μοναδική στρατηγική του Μητσοτάκη η εκτίναξη των αμυντικών δαπανών
Ακόμη χειρότερα, ο Έλληνας πρωθυπουργός, επισημαίνει ο ανεξάρτητος βουλευτής Μεσσηνίας, «επενδύει σταθερά στην ιδέα ότι η Ελλάδα κερδίζει γεωπολιτικό βάρος επειδή είναι ο πιο συνεπής και πρόθυμος σύμμαχος των ΗΠΑ», καθώς «στη Σύνοδο παρουσίασε ως επιτυχία ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, αποδεχόμενος πλήρως την εκτίναξη των αμυντικών δαπανών που απαιτεί ο Τραμπ και επιβεβαιώνοντας ότι αυτή παραμένει η μοναδική του στρατηγική».
Για να τονίσει χαρακτηριστικά πως σε αυτού του είδους τη γεωπολιτική «δεν επιβραβεύονται οι πρόθυμοι. Αναζητούνται οι χρήσιμοι. Έτσι, οι ΗΠΑ επαναφέρουν επίσημα την Τουρκία στον σκληρό πυρήνα της δυτικής στρατηγικής».
Παράλληλα, ο Αλέξης Χαρίτσης σημειώνει πως η αναφορά Μητσοτάκη στο «casus belli» «ως …’ιστορικής ανορθογραφίας’ μοιάζει περισσότερο με δικαιολογία. Ο Τούρκος πρόεδρος δεν ένιωσε καμία ανάγκη να απολογηθεί. O ΓΓ του ΝΑΤΟ Μ. Ρούτε από την άλλη κράτησε ίσες αποστάσεις μιλώντας για διμερείς διαφορές μεταξύ συμμάχων».
«Ποιο είναι, λοιπόν, το πραγματικό αποτέλεσμα της Συνόδου;», διερωτάται, για να δώσει την χαρακτηριστική απάντηση πως «είναι η διάψευση του κυβερνητικού μύθου ότι ο ρόλος του ‘καλού και πρόθυμου συμμάχου’ κατοχυρώνει τα ελληνικά συμφέροντα».
Ολόκληρη η ανάρτηση του Αλέξη Χαρίτση:
O πρόθυμος σύμμαχος, ο «terrible partner» και το τέλος της αυταπάτης.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ ήταν μία ακόμη ευκαιρία για τον Τραμπ να στρέψει τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του και να ξεδιπλώσει όλη τη γκάμα της επικίνδυνης, φιλοπόλεμης και αντιδραστικής ρητορικής του: από την επαναφορά των σεναρίων συνέχισης του πολέμου με το Ιράν μέχρι τις φαιδρές εμμονές του περί «κομμουνισμού».
Η αντιμετώπιση δε των Ευρωπαίων ηγετών σαν να είναι κακομαθημένα σχολιαρόπαιδα που πρέπει να συμμορφωθούν, είναι ντροπή για τη Γηραιά Ήπειρο. Και για την ελληνική κυβέρνηση.
Αν θέλουμε όμως να δούμε την πραγματικότητα κατάματα, ο μεγάλος κερδισμένος αυτής της Συνόδου είναι ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν. Επικύρωσε ουσιαστικά την αναβάθμιση της Τουρκίας από μια απλή περιφερειακή δύναμη σε στρατηγικό εταίρο της υπερδύναμης.
Αυτή είναι η περίφημη «απομόνωση» της Τουρκίας για την οποία μιλούσαν τόσον καιρό οι κυβερνητικοί υπερπατριώτες. Ο κ. Μητσοτάκης επενδύει σταθερά στην ιδέα ότι η Ελλάδα κερδίζει γεωπολιτικό βάρος επειδή είναι ο πιο συνεπής και πρόθυμος σύμμαχος των ΗΠΑ. Στη Σύνοδο παρουσίασε ως επιτυχία ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, αποδεχόμενος πλήρως την εκτίναξη των αμυντικών δαπανών που απαιτεί ο Τραμπ και επιβεβαιώνοντας ότι αυτή παραμένει η μοναδική του στρατηγική.
Όμως σε αυτού του είδους τη γεωπολιτική δεν επιβραβεύονται οι πρόθυμοι. Αναζητούνται οι χρήσιμοι.
Έτσι, οι ΗΠΑ επαναφέρουν επίσημα την Τουρκία στον σκληρό πυρήνα της δυτικής στρατηγικής. Ο Τραμπ δήλωσε πρόθυμος για την άρση των κυρώσεων και την επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35.
Η αναφορά του κ. Μητσοτάκη στο «casus belli» ως …«ιστορικής ανορθογραφίας» μοιάζει περισσότερο με δικαιολογία. Ο Τούρκος Πρόεδρος δεν ένιωσε καμία ανάγκη να απολογηθεί. O ΓΓ του ΝΑΤΟ Μ. Ρούτε από την άλλη κράτησε ίσες αποστάσεις μιλώντας για διμερείς διαφορές μεταξύ συμμάχων.
Ποιο είναι, λοιπόν, το πραγματικό αποτέλεσμα της Συνόδου; Είναι η διάψευση του κυβερνητικού μύθου ότι ο ρόλος του «καλού και πρόθυμου συμμάχου» κατοχυρώνει τα ελληνικά συμφέροντα.
Με την Ελλάδα να βρίσκεται εδώ και χρόνια στην πρώτη πεντάδα του ΝΑΤΟ στις στρατιωτικές δαπάνες, τα ερωτήματα είναι άλλα:
Αφού πληρώνουμε τόσο ακριβά τη συμμετοχή μας στη Συμμαχία, ποιο είναι το γεωπολιτικό κεφάλαιο που αποκτά η χώρα;
Ποια συγκεκριμένη ελληνική θέση ενισχύθηκε στη Σύνοδο;
Ποια δέσμευση αποσπάστηκε για το casus belli;
Ποιο αποτέλεσμα δικαιολογεί αυτή τη διαρκή κλιμάκωση των δαπανών;
Η Ελλάδα χρειάζεται μια εξωτερική πολιτική που να παράγει πρωτοβουλίες και συμμαχίες, όχι ψευδαισθήσεις.
Μέσα στη γενικευμένη ευρωπαϊκή αμηχανία και τη γεωπολιτική ανυπαρξία της Ευρώπης, η στάση του Πέδρο Σάντσεθ υπενθύμισε ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος: μπορείς να υπερασπίζεσαι την ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς να αποδέχεσαι αδιαμαρτύρητα τη λογική της αέναης εξοπλιστικής κλιμάκωσης.
Για τη χώρα μας, η στρατηγική ανακατεύθυνση στη λογική της ενεργητικής πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, με την Ελλάδα να αναλαμβάνει τον ρόλο του υπερασπιστή του διεθνούς δικαίου και της ειρήνης στην ταραγμένη περιοχή μας είναι αναγκαία και επείγουσα. Ας μη συγχέουμε άλλο τη διεθνή αξιοπιστία με την γεωπολιτική ευθυγράμμιση.


