Δεύτερη συνεχόμενη πτώση για τους βασικούς δείκτες υπό το βάρος εταιρικών αποτελεσμάτων και γεωπολιτικών ανησυχιών
Υποχώρησαν για δεύτερη συνεχόμενη συνεδρίαση και οι τρεις βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες της Wall Street, απομακρυνόμενοι περαιτέρω από τα επίπεδα-ρεκόρ, καθώς οι επενδυτές αφομοίωναν μια νέα δέσμη εταιρικών αποτελεσμάτων παρακολουθώντας στενά τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Ο δείκτης S&P 500 υποχώρησε 0,53% και έκλεισε στις 6.926,60 μονάδες. Ο Dow Jones έχασε 42,36 μονάδες ή 0,09%, κλείνοντας στις 49.149,63 μονάδες. Ο Nasdaq σημείωσε πτώση 1%, τερματίζοντας στις 23.471,75 μονάδες, στη μεγαλύτερη πτώση του εδώ και έναν μήνα. Ήταν η δεύτερη διαδοχική ημέρα απωλειών και για τους τρεις δείκτες.
Από την άλλη, οι μετοχές μικρής κεφαλαιοποίησης συνέχισαν να υπεραποδίδουν, με τον Russell 2000 να ξεπερνά τον S&P 500 για ένατη συνεχόμενη συνεδρίαση.
Ο τεχνολογικός κλάδος επιβάρυνε τη γενικότερη εικόνα της αγοράς. Ιδιαίτερα οι μετοχές των εταιρειών ημιαγωγών δέχθηκαν πιέσεις, με την Broadcom να υποχωρεί 4%, ενώ οι Nvidia και Micron Technology σημείωσαν πτώση άνω του 1% εκάστη. Το Reuters, επικαλούμενο πηγές, μετέδωσε ότι οι κινεζικές τελωνειακές αρχές έχουν συμβουλεύσει τους τελωνειακούς υπαλλήλους πως τα τσιπ H200 της Nvidia δεν επιτρέπεται να εισέρχονται στη χώρα.
Η Wells Fargo συγκαταλέχθηκε μεταξύ των μετοχών με τη χειρότερη επίδοση της συνεδρίασης, υποχωρώντας πάνω από 4% μετά την ανακοίνωση ότι τα έσοδα τέταρτου τριμήνου του 2025 ήταν κατώτερα των προσδοκιών. Οι Bank of America και Citigroup κινήθηκαν επίσης πτωτικά, παρά το γεγονός ότι τα αποτελέσματά τους ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις της αγοράς, καθώς οι επενδυτές δεν τα θεώρησαν αρκετά ισχυρά ώστε να συνεχίσουν να στηρίζουν μια αγορά που διαπραγματεύεται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Αφορμή για τις απώλειες στάθηκε η έκκληση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ την Παρασκευή για επιβολή ανώτατου ορίου 10% στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών. Η Citigroup καταγράφει απώλειες άνω του 7% από την αρχή της εβδομάδας, ενώ η Bank of America υποχωρεί περίπου 6% και η Wells Fargo έχει χάσει σχεδόν 7%.
Οι μετοχές κινήθηκαν χαμηλότερα, παρότι τα στοιχεία για τον δείκτη τιμών παραγωγού (PPI) και τις λιανικές πωλήσεις του Νοεμβρίου αποδείχθηκαν ισχυρά.
«Αν μεταφράσει κανείς αυτό το νούμερο του PPI στο πώς θα διαμορφωθεί ο δομικός δείκτης PCE, πιστεύω ότι θα βγει λίγο “καυτός”», δήλωσε ο Τομ Γκραφ, επικεφαλής επενδύσεων της Facet. «Αν ισχύει αυτό, τότε είναι ένα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για τη Fed. Εντείνει τις ανησυχίες για την ανεξαρτησία της».
Οι επιθέσεις του Τραμπ κατά του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Τζερόμ Πάουελ, συνεχίστηκαν την Τρίτη, εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, καθώς το υπουργείο Δικαιοσύνης διεξάγει ποινική έρευνα σε βάρος του επικεφαλής της Fed. Παγκόσμιοι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν έκτοτε ταχθεί υπέρ του Πάουελ, ως απάντηση στην έναρξη της έρευνας.
«Τι θα συμβεί αν φτάσουμε, ας πούμε, στο δεύτερο μισό της χρονιάς, υπάρχει νέος πρόεδρος της Fed και ίσως η Fed θα έπρεπε να αυξάνει τα επιτόκια ή σίγουρα να μην τα μειώνει, επειδή η οικονομία έχει κάπως σταθεροποιηθεί και ο πληθωρισμός έχει ξαναπάρει την ανιούσα;» διερωτήθηκε ο Γκραφ. «Οι επενδυτές θα αρχίσουν να ανησυχούν γι’ αυτό».
Εν τω μεταξύ, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ δεν αποφάνθηκε σήμερα Τετάρτη επί των προσφυγών κατά των δασμών του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, αφήνοντας τον κόσμο να αναμένει τουλάχιστον έως την επόμενη εβδομάδα για να μάθει την τύχη της εμπορικής του πολιτικής.
Γεωπολιτικός κίνδυνος
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα επιβάρυνε επίσης το επενδυτικό κλίμα. Οι τιμές πετρελαίου κινήθηκαν υψηλότερα στο μεγαλύτερο μέρος της συνεδρίασης, εν μέσω φόβων για διακοπές στην προσφορά λόγω πολιτικών αναταραχών στο Ιράν – βασικό μέλος του OΠΕΚ – και της κλιμάκωσης των εντάσεων μεταξύ της χώρας και των ΗΠΑ. Ωστόσο, αργότερα υποχώρησαν, αφού ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να μην επιτεθεί στο Ιράν.
«Μας έχουν πει ότι οι δολοφονίες στο Ιράν σταματούν. Έχουν σταματήσει. Σταματούν, και δεν υπάρχει σχέδιο για εκτελέσεις», δήλωσε στους δημοσιογράφους στο Οβάλ Γραφείο. Την Τρίτη, ο Τραμπ ακύρωσε όλες τις συναντήσεις με Ιρανούς αξιωματούχους και είπε στους διαδηλωτές ότι «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν».


