Δημοσκοπήσεις ΗΠΑ: Σε ελεύθερη πτώση ο Τραμπ – Πληθωρισμός, ακρίβεια και Ιράν πιέζουν τους Ρεπουμπλικανούς

Ημερομηνία: 16-08-2026

Λιγότερο από τρεις μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, οι δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ καταγράφουν μια ολοένα δυσκολότερη πολιτική πραγματικότητα για τον Ντόναλντ Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Η πιο πρόσφατη έρευνα των Financial Times σε συνεργασία με τη Focaldata δίνει μια ιδιαίτερα καθαρή εικόνα της δυσαρέσκειας: το 53% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων δηλώνει ότι βρίσκεται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από τότε που ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025.

Το ποσοστό ανεβαίνει στο 57% μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων, ενώ ακόμη και μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα περίπου ένας στους τέσσερις δηλώνει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει επιδεινωθεί. Την ίδια στιγμή, το 64% αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο πρόεδρος διαχειρίζεται τον πληθωρισμό και το κόστος ζωής.

Η σημασία αυτών των αριθμών βρίσκεται ακριβώς στο πολιτικό τους βάρος.

Ο Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία το 2025 υποσχόμενος ότι θα μειώσει το κόστος ζωής και θα αποκαταστήσει την οικονομική ισχύ των αμερικανικών νοικοκυριών.

Τρεις μήνες πριν από τις κάλπες, όμως, ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος δεν αισθάνεται ότι η υπόσχεση αυτή έχει γίνει πραγματικότητα.

Οι Δημοκρατικοί περνούν μπροστά στην οικονομία

Ίσως το πιο ανησυχητικό εύρημα για τους Ρεπουμπλικανούς δεν είναι η χαμηλή δημοτικότητα του Τραμπ, αλλά το γεγονός ότι αρχίζουν να χάνουν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα στην οικονομία.
Σε δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos που δημοσιεύθηκε στις αρχές Αυγούστου, το 37% των Αμερικανών δήλωσε ότι εμπιστεύεται περισσότερο τους Δημοκρατικούς για τη διαχείριση της οικονομίας, έναντι 36% που επέλεξε τους Ρεπουμπλικανούς.

Η διαφορά είναι μικρή, αλλά ιστορικά σημαντική: σύμφωνα με το Reuters, πρόκειται για την πρώτη φορά εδώ και σχεδόν μία δεκαετία που οι Δημοκρατικοί περνούν μπροστά από τους Ρεπουμπλικανούς σε αυτό το ερώτημα.

Παράλληλα, ο Τραμπ συγκέντρωσε μόλις 35% θετικών γνωμών για το συνολικό έργο του, ενώ στο υποθετικό ερώτημα για την ψήφο στη Βουλή των Αντιπροσώπων οι Δημοκρατικοί προηγούνται με 42% έναντι 37% των Ρεπουμπλικανών. Μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων, το δημοκρατικό προβάδισμα φθάνει τις 12 μονάδες.

Για τον Λευκό Οίκο πρόκειται για έναν ιδιαίτερα επικίνδυνο συνδυασμό: χαμηλή προσωπική δημοτικότητα του προέδρου, αρνητικές αξιολογήσεις για την οικονομία και ένα εκλογικό σώμα που δείχνει να εμπιστεύεται περισσότερο την αντιπολίτευση σε ένα ζήτημα που επί δεκαετίες αποτελούσε το ισχυρό χαρτί των ρεπουμπλικανών.

Η ακρίβεια παραμένει ο μεγάλος αντίπαλος

Το πρόβλημα για τον Τραμπ δεν είναι απαραίτητα ότι η αμερικανική οικονομία βρίσκεται σε κατάρρευση. Είναι ότι ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών δεν αισθάνεται την οικονομική βελτίωση στην καθημερινότητά του.
Στην έρευνα των  Washington Post/Ipsos, το 54% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων ανέφερε ότι η οικονομία και οι υψηλές τιμές αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την ψήφο του στις ενδιάμεσες εκλογές.

Η οικονομία και το κόστος ζωής βρίσκονται πολύ ψηλότερα από την εξωτερική πολιτική, την οποία ανέφερε ως σημαντικό ζήτημα μόλις το 20%.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 48% περιμένει η αμερικανική οικονομία να επιδεινωθεί μέσα στον επόμενο χρόνο, ενώ μόλις το 20% προβλέπει βελτίωση.

Στο ίδιο περιβάλλον, το 65% αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ χειρίζεται την οικονομία, έναντι μόλις 33% που τον εγκρίνει.
Το κόστος των βασικών αγαθών αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο.

Στην ίδια έρευνα, οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες εμφανίζονται πολύ πιο πιεσμένες από τις υψηλότερες.

Το 82% όσων έχουν ετήσιο εισόδημα κάτω των 50.000 δολαρίων θεωρεί ότι τα τρόφιμα είναι πλέον μη προσιτά, έναντι 70% στα εισοδήματα 50.000-100.000 δολαρίων και 56% στα εισοδήματα άνω των 100.000 δολαρίων.
Αυτό έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η προεκλογική στρατηγική του Τραμπ το 2024 στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό ακριβώς στην υπόσχεση ότι θα κάνει τη ζωή των Αμερικανών φθηνότερη.

Από το «κόστος του Μπάιντεν» στο κόστος του Τραμπ

Κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2024, ο Τραμπ είχε καταστήσει τον πληθωρισμό και τις τιμές βασικό όπλο εναντίον του Τζο Μπάιντεν. Η εικόνα των υψηλών τιμών στα σούπερ μάρκετ και στα πρατήρια καυσίμων χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα για να υποστηριχθεί ότι οι Δημοκρατικοί είχαν αποτύχει στην οικονομική διαχείριση.
Τώρα, όμως, η ίδια πολιτική συζήτηση επιστρέφει εναντίον του Ρεπουμπλικανού προέδρου.
Ανάλυση του Reuters σημειώνει ότι οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί κατά 3,4% κατά τους πρώτους 19 μήνες της δεύτερης θητείας του Τραμπ.

Η αύξηση είναι χαμηλότερη από εκείνη που είχε καταγραφεί στην αρχή της προεδρίας Μπάιντεν, όμως αυτό δεν αρκεί για να αντιστρέψει το πολιτικό πρόβλημα: οι καταναλωτές συνεχίζουν να βλέπουν υψηλές τιμές στα καθημερινά προϊόντα.
Το πρόβλημα επιτείνεται από τις τιμές της ενέργειας και τις επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν.

Το Ιράν μετατρέπεται σε οικονομικό και πολιτικό βάρος

Η σύγκρουση με το Ιράν αποτελεί πλέον ξεχωριστό παράγοντα πίεσης.
Η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν πόλεμο που διαρκεί περισσότερο από όσο πολλοί Αμερικανοί περίμεναν και με τις διεθνείς ενεργειακές αγορές να αντιδρούν στις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.

Στη δημοσκόπηση των  Washington Post/Ipsos, το 59% των Αμερικανών δήλωσε ότι δεν έχει εμπιστοσύνη πως οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου θα οδηγήσουν σε επιστροφή των τιμών της βενζίνης στα φυσιολογικά επίπεδα. Μόλις το 39% εμφανίζεται αισιόδοξο.

Στην έρευνα του φιλοτραμπικού Fox News, ο Τραμπ παίρνει μόλις 34% θετικές γνώμες  για τον χειρισμό του Ιράν, έναντι 66% που είναι αρνητικές. Η επίδοση είναι χειρότερη από εκείνη στο μεταναστευτικό, όπου παραμένει σχετικά ισχυρότερος.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο πόλεμος δεν αντιμετωπίζεται από τους ψηφοφόρους ως ένα απομονωμένο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.

Συνδέεται άμεσα με την τιμή της βενζίνης, των μεταφορών και τελικά των προϊόντων.
Έτσι, μια διεθνής κρίση μετατρέπεται σε εσωτερικό πολιτικό κόστος.

Οι αριθμοί του Fox News είναι ιδιαίτερα σκληροί

Η δημοσκόπηση του Ιουλίου για το Fox News,  προσφέρει μια από τις πιο ολοκληρωμένες εικόνες της κατάστασης:

Ο Τραμπ συγκεντρώνει 39% θετικές γνώμες και 60% αρνητικές για το συνολικό έργο του. Στην οικονομία, το ισοζύγιο είναι 33%-67%, ενώ στον πληθωρισμό μόλις το 27% εγκρίνει και το 73% αποδοκιμάζει.
Τρία στα τέσσερα νοικοκυριά δηλώνουν ότι ο πληθωρισμός έχει προκαλέσει οικονομικές δυσκολίες, ενώ το 34% μιλά για «σοβαρές» δυσκολίες, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 26% έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ το 54% περιμένει επιδείνωση της οικονομίας μέσα στον επόμενο χρόνο.

Η εικόνα αυτή δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους. Ακόμη και στους Ρεπουμπλικανούς υπάρχει οικονομική ανησυχία, παρότι η κομματική βάση παραμένει σαφώς πιο αισιόδοξη από τους Δημοκρατικούς και τους ανεξάρτητους.

Οι Δημοκρατικοί προηγούνται ήδη στη «γενική ψήφο»

Το λεγόμενο generic congressional ballot, δηλαδή το ερώτημα ποιο κόμμα θα ψήφιζε ο ψηφοφόρος αν οι εκλογές για τη Βουλή γίνονταν σήμερα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για την ανάγνωση του πολιτικού κλίματος.
Και εδώ η εικόνα είναι καθαρά θετική για τους Δημοκρατικούς.

Το Fox News καταγράφει προβάδισμα 53%-46% υπέρ των Δημοκρατικών. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει οποιοδήποτε από τα δύο κόμματα στη συγκεκριμένη ερώτηση σε δημοσκόπηση του Fox από το 1996.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μέτρηση του Emerson College: 53% για τον Δημοκρατικό υποψήφιο και 42% για τον Ρεπουμπλικανό, δηλαδή διαφορά 11 μονάδων μεταξύ πιθανών ψηφοφόρων. Η ίδια έρευνα έδινε στον Τραμπ 39% υπέρ και 57% κατά.
Και οι πιο πρόσφατοι υπολογισμοί του Silver Bulletin δείχνουν ότι το δημοκρατικό προβάδισμα στις γενικές εκλογές έχει αυξηθεί περίπου στις 8 μονάδες, με προσαρμογή για πιθανή συμμετοχή ψηφοφόρων.
Ωστόσο, εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνηση: το εθνικό ποσοστό ψήφων δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχο αριθμό εδρών.

Η Βουλή είναι σήμερα το πιο ευάλωτο σημείο για τον Τραμπ

Οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν σήμερα και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, αλλά η πλειοψηφία στη Βουλή είναι εξαιρετικά περιορισμένη.
Οι τελευταίες εκλογικές αναλύσεις δείχνουν ότι οι Δημοκρατικοί έχουν σαφώς καλύτερη θέση στη μάχη για τη Βουλή από ό,τι στη Γερουσία.
Η διαφορά εξηγείται από τον εκλογικό χάρτη.
Για να πάρουν τη Γερουσία, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί ξεκινούν από πλειοψηφία 53-47.
Στη Βουλή, αντίθετα, μια σχετικά περιορισμένη μετακίνηση ψηφοφόρων μπορεί να αρκεί για να αλλάξει τον έλεγχο του σώματος.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 αντιμετωπίζονται ήδη ως πιθανό δημοψήφισμα για την προεδρία Τραμπ.

Το Marquette δείχνει ότι υπάρχει ακόμη ένα περιθώριο ανάκαμψης

Η τελευταία εθνική δημοσκόπηση του Marquette Law School, που πραγματοποιήθηκε στις 22-29 Ιουλίου, έδειξε μια μικρή βελτίωση στην αξιολόγηση του Τραμπ.
Το 40% ενέκρινε το έργο του και το 60% το αποδοκίμασε, έναντι 38%-62% τον Μάιο και τον Ιούνιο.
Η βελτίωση συνδέθηκε με κάποιες πιο θετικές αξιολογήσεις για τις τιμές της βενζίνης και των τροφίμων.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να έχει χρόνο για να επιχειρήσει αλλαγή της εικόνας, ιδιαίτερα εάν υπάρξει αποκλιμάκωση στον πόλεμο με το Ιράν, υποχώρηση στις τιμές της ενέργειας και βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Το πρόβλημα είναι ότι ο χρόνος πλέον περιορίζεται.
Η καταναλωτική εμπιστοσύνη επιβαρύνεται
Η οικονομική κατάσταση των ψηφοφόρων δεν μετριέται μόνο στις δημοσκοπήσεις.

Η καταναλωτική εμπιστοσύνη σε δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν υποχώρησε σημαντικά τον Αύγουστο, καθώς οι Αμερικανοί ανησυχούν για τις τιμές των τροφίμων και των καυσίμων.

Ο πληθωρισμός είχε ανέβει στο 4,2% τον Μάιο και υποχώρησε στο 3,4% τον Ιούλιο, όμως οι πληθωριστικές προσδοκίες των καταναλωτών παραμένουν υψηλές.

Παράλληλα, οι λιανικές πωλήσεις τον Ιούλιο μειώθηκαν κατά 0,6%, ενώ η πίεση από τις τιμές της ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα.
Με άλλα λόγια, ακόμη και όταν ο ρυθμός αύξησης των τιμών επιβραδύνεται, οι ψηφοφόροι δεν αισθάνονται απαραίτητα ότι η ζωή τους γίνεται φθηνότερη.
Και αυτό είναι ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας πρόεδρος σε προεκλογική περίοδο.

Ο Τραμπ παραμένει ισχυρός σε ορισμένα ζητήματα

Η δημοσκοπική εικόνα δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη κερδίσει.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά πλεονεκτήματα σε ζητήματα όπως η εγκληματικότητα και, σε μικρότερο βαθμό, η μετανάστευση.

Στη δημοσκόπηση του Fox News, οι Ρεπουμπλικανοί έχουν προβάδισμα επτά μονάδων στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ενώ η εικόνα στο μεταναστευτικό έχει μεταβληθεί δραματικά σε σχέση με λίγους μήνες πριν: από πλεονέκτημα οκτώ μονάδων για τους Ρεπουμπλικανούς τον Απρίλιο, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται πλέον οριακά μπροστά.

Αυτό σημαίνει ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να μπορεί να διαχειριστεί ορισμένες καταστάσεις οι οποίες μπορούν να συσπειρώσουν τη βάση του.
Επιπλέον, οι Δημοκρατικοί έχουν τα δικά τους προβλήματα: εσωκομματικές αντιπαραθέσεις, δυσκολία να μετατρέψουν την οικονομική δυσαρέσκεια σε συγκεκριμένο πρόγραμμα και έναν εκλογικό χάρτη που δεν τους εγγυάται αυτόματα πλειοψηφία στη Γερουσία.

Θα είναι οι εκλογές για τον Τραμπ ή για τους υποψηφίους;

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη παράμετρος των επόμενων εβδομάδων.
Ο Τραμπ δεν βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο καθώς δεν πρόκειται για προεδρικές εκλογές.

Οι ψηφοφόροι θα ψηφίσουν για βουλευτές και γερουσιαστές, όχι για τον πρόεδρο.
Όμως η δημοτικότητα του προέδρου επηρεάζει καθοριστικά τις ενδιάμεσες εκλογές, ιδιαίτερα όταν το κόμμα του προέδρου ελέγχει ήδη την Ουάσιγκτον.
Οι Δημοκρατικοί έχουν κάθε λόγο να μετατρέψουν τις εκλογές σε δημοψήφισμα για τον Τραμπ: «τιμές, βενζίνη, οικονομία, Ιράν».

Οι Ρεπουμπλικανοί, αντίθετα, χρειάζεται να μεταφέρουν τη συζήτηση σε ζητήματα όπου ο πρόεδρος παραμένει ισχυρότερος: μετανάστευση, εγκληματικότητα, εθνική ασφάλεια.
Η μάχη επομένως δεν αφορά μόνο το ποιος έχει καλύτερα δημοσκοπικά νούμερα.

Αφορά το ποιο κόμμα θα καταφέρει να καθορίσει το κεντρικό θέμα της εκλογικής αναμέτρησης.

Η ιστορία δεν είναι με το μέρος του προέδρου

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ παραδοσιακά λειτουργούν ως έλεγχος της δύναμης του προέδρου.
Το κόμμα που βρίσκεται στον Λευκό Οίκο συνήθως αντιμετωπίζει απώλειες στη Βουλή και στη Γερουσία, καθώς οι ψηφοφόροι που είναι δυσαρεστημένοι με την κυβέρνηση έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να προσέλθουν στις κάλπες.
Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τον Τραμπ.

Οι Δημοκρατικοί εμφανίζουν σήμερα ισχυρότερη δυναμική στις γενικές εκλογές, μεγαλύτερη εκλογική κινητοποίηση σε ορισμένες πολιτείες και καλύτερες επιδόσεις μεταξύ ανεξάρτητων ψηφοφόρων. Παράλληλα, οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να υπερασπιστούν την οριακή πλειοψηφία τους στη Βουλή και να προστατεύσουν μια δύσκολη εκλογική γεωγραφία στη Γερουσία.

Τι μπορεί να αλλάξει την εικόνα μέχρι τον Νοέμβριο

Το αποτέλεσμα φυσικά δεν έχει κριθεί.
Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις παράγοντες που μπορούν να μεταβάλουν δραστικά το σημερινό σκηνικό:

Ο πρώτος είναι η οικονομία. Αν ο πληθωρισμός συνεχίσει να υποχωρεί και οι τιμές της βενζίνης μειωθούν, ο Τραμπ θα μπορέσει να υποστηρίξει ότι οι οικονομικές πιέσεις αποτελούν πλέον παρελθόν.

Ο δεύτερος είναι το Ιράν. Μια συμφωνία που θα αποκαταστήσει τη σταθερότητα στην περιοχή και θα μειώσει τις τιμές του πετρελαίου θα αφαιρούσε ένα σημαντικό βάρος από τον Λευκό Οίκο.
 Αντίθετα, μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να ενισχύσει την αίσθηση ότι ο πρόεδρος έχει εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο με άμεσο οικονομικό κόστος για τους Αμερικανούς. Το Reuters έχει ήδη επισημάνει ότι η σύγκρουση έχει αυξήσει τις τιμές ενέργειας και έχει μετατρέψει τον πόλεμο σε πολιτικό πρόβλημα για τον πρόεδρο.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η συμμετοχή. Οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν συνήθως χαμηλότερη συμμετοχή από τις προεδρικές. Επομένως, ακόμη και ένα μεγάλο εθνικό προβάδισμα των Δημοκρατικών δεν εγγυάται από μόνο του ότι θα κερδίσουν τις κρίσιμες έδρες.

Η εικόνα τρεις μήνες πριν

Αν όλες οι σημερινές τάσεις παρέμεναν αμετάβλητες μέχρι τις 3 Νοεμβρίου, οι Ρεπουμπλικανοί θα αντιμετώπιζαν μια εξαιρετικά δύσκολη εκλογική βραδιά.

Ο Τραμπ βρίσκεται σταθερά σε αρνητικό έδαφος στις περισσότερες εθνικές μετρήσεις.

Η οικονομία και το κόστος ζωής είναι τα σημαντικότερα ζητήματα για τους ψηφοφόρους.

Η αξιολόγησή του για την οικονομία κινείται περίπου στο ένα τρίτο του εκλογικού σώματος.

Οι Δημοκρατικοί έχουν αποκτήσει πλεονέκτημα στη διαχείριση της οικονομίας.

Και για έναν πρόεδρο που είχε ως κεντρικό προεκλογικό του «όπλο» έναντι των Δημοκρατικών, αυτό της ακρίβειας, σήμερα μπορεί να αποδειχθεί η πιο επικίνδυνη αρνητική κατάσταση η οποία στέφεται εναντίον του.
 

Πηγή: skai.gr

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος