Εγκλωβισμένη στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική στασιμότητα

Ημερομηνία: 15-05-2026



Η γερμανική οικονομία, η μεγαλύτερη της Ευρώπης και τρίτη στον κόσμο, βρίσκεται παγιδευμένη εδώ και τέσσερα χρόνια στη στασιμότητα.  Είναι δε τόσο διάχυτο το κλίμα απαισιοδοξίας  που επικρατεί σε πολίτες και επιχειρήσεις, ώστε οι εκτιμήσεις για τις προοπτικές ανάκαμψης του εθνικού της προϊόντος, συνεχώς, αντί να βελτιώνονται διορθώνονται προς τα κάτω.

Ένα χρόνο μετά την ανάληψη της κυβερνητικής ευθύνης από το συνασπισμό των παραδοσιακά δύο μεγάλων κομμάτων, Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες (CDU+SPD), η απογοήτευση από τα πεπραγμένα σε σχέση με τα υπεσχημένα είναι διάχυτη, ακόμη και στις τάξεις των πιο πιστών οπαδών των παρατάξεων.

O Καγκελάριος Χριστιανοδημοκράτης Merz ήλθε στην εξουσία μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια του Σοσιαλδημοκράτη Scholz, ο οποίος αναγκάστηκε σε πρόωρη παραίτηση, μετά από αλλεπάλληλες διαφωνίες, που εξελίχθηκαν σε σύγκρουση, με τον ελευθεροδημοκράτη εταίρο του Lindner (FDP), γνωστό μας από τις ανθελληνικές του τοποθετήσεις στην περίοδο της οικονομικής κρίσης της χώρας μας. Ως βασικοί πυλώνες  της οικονομικής πολιτικής του νέου Καγκελαρίου, με σκοπό τη βελτίωση της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου, αναφέρονται στις προγραμματικές δηλώσεις , η προώθηση «της ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας και του εκσυγχρονισμού του κράτους».

Όλα αυτά θα πρέπει να επιτευχθούν, υλοποιώντας μια πολλά υποσχόμενη νέα αρχή, με την ενίσχυση των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων. Ένα χρόνο μετά αμφισβητείται έντονα, αν τελικά η κυβέρνηση και ιδιαίτερα ο Καγκελάριος Merz ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες που καλλιέργησαν προεκλογικά. Φαίνεται όμως ότι οι πολίτες έχουν βγάλει ήδη τα συμπεράσματά τους, αφού εκείνοι που τον περιβάλλουν με την εμπιστοσύνη τους, είναι πλέον μόνο ένα πενιχρό 16%, όπως καταγράφεται και στις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Ας επιχειρήσουμε όμως έναν ενδεικτικό απολογισμό του έργου του.

Επενδυτική δραστηριότητα και μεταρρυθμιστική καχεξία

Απαραίτητη προϋπόθεση, τόσο για τη διενέργεια επενδύσεων μεγάλης κλίμακας όσο και για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, ήταν η εξεύρεση των απαιτούμενων πόρων. Αυτό επετεύχθη άμεσα με την εξασφάλιση της χαλάρωσης των περιορισμών που έθετε  το συνταγματικά κατοχυρωμένο «φρένο χρέους», ώστε η χώρα να έχει τη δυνατότητα να αυξήσει το δημόσιο δανεισμό της, ο οποίος ούτως ή άλλως είναι πολύ χαμηλός.

Έτσι, αξιοποιώντας το δημοσιονομικό εργαλείο του “deficit  spending” εξασφάλισε τη δημιουργία δύο ειδικών ταμείων για τα επόμενα χρόνια ύψους 500 δις Ευρώ για τη βελτίωση των υποδομών της χώρας (δρόμοι, σιδηρόδρομοι, γέφυρες, σχολεία, πανεπιστήμια κ.α) καθώς και 700 δις συνολικά, για αμυντικό υλικό και δαπάνες προσωπικού, με σκοπό τη μεσοπρόθεσμη αμυντική θωράκισή της, προετοιμάζοντας το κοινό με επικοινωνιακές καμπάνιες, απέναντι σε έναν εχθρό που επιβουλεύεται την ακεραιότητα της χώρας και είναι έτοιμος… να διασχίσει την πύλη του Βρανδεμβούργου.

Στο μεταξύ οι διακηρύξεις της κυβέρνησης για την υλοποίηση ενός «άμεσου επενδυτικού προγράμματος», άρχισαν να  παίρνουν σάρκα και οστά, με χαμηλές όμως επιδόσεις. Για το σύνολο του 2025, η απορρόφηση κεφαλαίων από το επενδυτικό πακέτο για τις υποδομές ανήλθαν μόνο στα 24 δις Ευρώ. Επιπρόσθετα αμφισβητείται αν πρόκειται για νέες επενδύσεις ή αν υλοποιούνται προγραμματισμένα έργα βελτίωσης υπαρχουσών υποδομών. Αποτέλεσμα, οι αναμενόμενες εξωτερικές οικονομίες που θα έδιναν μια ώθηση στην οικονομία να αντιμετωπίσει τα σημαντικά προβλήματα της οικονομικής συγκυρίας, της έρπουσας βιομηχανικής κρίσης καθώς και των αυξανόμενων ενεργειακών τιμών, παρέμειναν άλυτα.

Εδώ και χρόνια επισημαίνεται από έγκυρους αναλυτές ανεξάρτητων επιστημονικών ινστιτούτων, η ανάγκη για βελτίωση των υποδομών, οι οποίες έχουν φτάσει στα όριά τους. Δεκάδες χιλιάδες γέφυρες, πολλές από αυτές μάλιστα προπολεμικά κατασκευασμένες, εκατοντάδες χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών, δεκάδες χιλιάδες σχολεία κ.α. αναμένουν ανακαίνιση. Επίσης καθυστερεί η επέκταση των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών δικτύων που αποτελούν σημαντικές υποδομές για τη στήριξη της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και του συνόλου της οικονομίας. Συγκριτικά στοιχεία του ΟΟΣΑ   δείχνουν, ότι οι συνδέσεις στο διαδίκτυο  με οπτικές ίνες ανέρχονται το 2025 κατά μέσο όρο στο 40%, ενώ στη Γερμανία καλύπτουν μόνο ένα 11%.

Η ψηφιοποίηση της οικονομίας αργεί. Ο μεγάλος όγκος των επιχειρήσεων εργάζεται ακόμη, τόσο σε λειτουργικό όσο και στο επιτελικό επίπεδο λήψης αποφάσεων, με τη χρήση πεπαλαιωμένων πληροφοριακών συστημάτων. Σε αντίθεση με τους μεγάλους ανταγωνιστές τους στις ΗΠΑ και στην Κίνα, οι γερμανικές επιχειρήσεις καθυστερούν να αναπτύξουν ψηφιακές υποδομές, ικανές να δώσουν μια ώθηση στην χωλαίνουσα ανταγωνιστικότητά τους με αποτέλεσμα να αδυνατούν να συμμετάσχουν με αξιώσεις στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Ακόμη και σε τομείς που κάποτε ήταν διεθνώς κυρίαρχες, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η χημική βιομηχανία και η ανάπτυξη και παραγωγή μηχανών και συσκευών, μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία και τη συνακόλουθη απότομη αύξηση του ενεργειακού κόστους, έχουν απωλέσει σημαντικά μερίδια αγοράς. Αποτέλεσμα: Μείωση της παραγωγής, αύξηση πτωχεύσεων και μαζικές απολύσεις εργαζομένων.

Η αχίλλειος πτέρνα της οικονομίας βρίσκεται χωρίς αμφιβολία στην χαμηλή παραγωγικότητα της οικονομίας. Η αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων συντελεστών παραγωγής συμβάλλει στη βελτίωση των μισθών αλλά και των εσόδων του κράτους, προσφέροντας στην ανύψωση του επιπέδου της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου. Προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγικότητας, με σκοπό την ανάταξη της οικονομίας, είναι η διενέργεια σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ο πρώτος χρόνος διακυβέρνησης όμως παρήλθε με μηδενικό αποτέλεσμα. Η συνεισφορά εξαντλήθηκε απλά σε συζητήσεις και φιλονικίες μεταξύ των κυβερνητικών παρατάξεων.

Τώρα (βλ. Handelsblatt της 13.5.2026), η κυβέρνηση προτίθεται να κατεβάσει ένα μεγάλο, μεταρρυθμιστικό συνολικό πακέτο στη Βουλή, ώστε μέχρι το Σεπτέμβριο να έχει ψηφισθεί. Τα πεδία για τα οποία ετοιμάζονται σημαντικές αλλαγές είναι: Το φορολογικό σύστημα, η αγορά εργασίας, το συνταξιοδοτικό σύστημα καθώς και η κρατική γραφειοκρατία. Από το περιεχόμενο όμως, που θα τεθεί σε διαβούλευση, θα κριθεί, κατά πόσον θα τύχει της έγκρισης των κοινωνικών φορέων για να εφαρμοστεί.

Οι αμυντικές δαπάνες απογειώνονται

Λιγότερα προβλήματα φαίνεται ότι υπάρχουν με τα προγράμματα εξοπλισμού των ενόπλων δυνάμεων.

Οι περισσότερες χώρες αντιδρούν εδώ και μια δεκαετία, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ανασφάλειας, με ενίσχυση των εξοπλισμών, αυξάνοντας τις αμυντικές τους δαπάνες. Με βάση την έκθεση για το 2025 του σουηδικού διεθνούς ινστιτούτου για την ειρήνη (SIPRI), η παγκόσμια δαπάνη για εξοπλισμούς ανήλθε στα 2, 9 τρις δολάρια, καταγράφοντας αύξηση 2,9%.

Ειδικά στην Ευρώπη οι δαπάνες για εξοπλισμούς αυξήθηκαν κατά 13,9% με τη Γερμανία να οδηγεί την κούρσα. Η χώρα δαπάνησε  το 2025 περί τα 114 δις δολάρια, υλοποιώντας μια αύξηση κατά 24% σε σχέση με το 2024.

Πιστός στις διακηρύξεις του ο κ. Merz, ότι θα καταστήσει τη γερμανική Bundeswehr «τον μεγαλύτερο συμβατικό στρατό της Ευρώπης», διέθεσε το 2025 για αμυντικές επενδύσεις το 2,3% του γερμανικού εθνικού προϊόντος. Χαράς ευαγγέλια για τις αμυντικές βιομηχανίες που είδαν τους ισολογισμούς τους να εξυγιαίνονται και τα κέρδη τους να απογειώνονται. Η δε αισιοδοξία τους ενισχύεται ακόμη περισσότερο, αφού ο μεσοπρόθεσμος προϋπολογισμός για την άμυνα προβλέπει σταδιακή αύξηση μέχρι το 2029 στα 152 δις Ευρώ.

Μεγάλα προβλήματα απαιτούν μεγάλες αλλαγές

Η ιστορική καμπή “Zeitenwende” απαιτεί και μεγάλες αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία του οικονομικού μοντέλου μιας χώρας. Και αυτό φαίνεται, εθελοτυφλώντας, να παραβλέπει η γερμανική κυβέρνηση. Εφαρμόζοντας ο κ. Merz μια δική του εκδοχή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου αγγλοσαξονικής προέλευσης, μειώνοντας τους φόρους στους πλουσίους και υποσχόμενος ρυθμιστική χαλάρωση, κάτι που επιθυμούν οι επιχειρηματίες όπου γης, θεώρησε ότι θα τονώσει την οικονομία, ώστε τελικά να ανακάμψει. Αντί όμως να βελτιωθούν, όπως αναμενόταν από την κυβέρνηση, τα οικονομικά μεγέθη, επιδεινώθηκαν και η κοινωνία, λόγω της αυξανόμενης ανισότητας αντιδρά, μάλιστα δε προς τη λάθος κατεύθυνση. Μελέτες δείχνουν, ότι το αυξανόμενο κύμα που εισρέει στις τάξεις του κόμματος της ακροδεξιάς (AFD), είναι άτομα που κινδυνεύουν ή φοβούνται τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Το πρόβλημα της γερμανικής οικονομίας δεν είναι απλά συγκυριακό, που θα λυνόταν με τη διευκόλυνση αύξησης των παραγγελιών στις υπάρχουσες επιχειρήσεις. Είναι βαριά διαρθρωτικό και γι’ αυτό δύσκολα να αντιμετωπιστεί και μάλιστα γρήγορα όπως πίστευε ο Καγκελάριος Merz. Οι φορείς της γερμανικής οικονομικής πολιτικής δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως τη μεγάλη μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας από την πραγματική οικονομία στις υπηρεσίες, όπου παράγονται αξίες και δημιουργούνται εισοδήματα για καλά αμειβόμενους εργαζομένους. Έτσι, άργησαν να επιβιβαστούν στο τρένο της τεχνολογίας, κάτι που είχε επιπτώσεις ακόμη και στις παραδοσιακές βιομηχανικές δραστηριότητες. Το παράδειγμα της αυτοκινητοβιομηχανίας δείχνει ξεκάθαρα το πρόβλημα. Χρειάζεται συνεπώς η ενεργός συμμετοχή του ισχυρού γερμανικού κράτους, στο σχεδιασμό ενός μακρόπνοου  οικονομικού προγράμματος, το οποίο να θέτει το πλαίσιο για την ανάπτυξη νέων καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών, τα οποία σταδιακά να αποκτήσουν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, εξασφαλίζοντας το μερίδιο στις εξαγωγές, το οποίο έχασε η χώρα τα τελευταία χρόνια.

*Καθηγητής Οικονομικών, τ. Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος