Ελκυστικότεροι όροι για δημόσια έργα

Ημερομηνία: 12-09-2026



Δραστική μείωση του απαιτούμενου κύκλου εργασιών για τη συμμετοχή των επιχειρήσεων και υποχρεωτική χρήση της Μοντελοποίησης Πληροφοριών Κτιρίου (Building Information Modelling – BIM) στα δημόσια έργα εκτιμώμενης αξίας από 25 εκατ. φέρνει η πρόταση νέου κανονισμού της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις.

Οι αλλαγές αφορούν μια αγορά που αντιστοιχεί περίπου στο 15% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ εκτιμάται ότι οι νέοι κανόνες θα αποφέρουν ετήσια εξοικονόμηση διοικητικού κόστους 649 εκατ. ευρώ.

Η πρόταση δόθηκε στη δημοσιότητα στις 9 Σεπτεμβρίου και προβλέπει την αντικατάσταση των τριών υφιστάμενων οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, τις παραχωρήσεις και τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας από έναν ενιαίο, άμεσα εφαρμοστέο κανονισμό, την Πράξη για τις Δημόσιες Συμβάσεις (Public Procurement Act). Θα ακολουθήσει διαπραγμάτευση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Το κείμενο προβλέπει εφαρμογή δύο χρόνια μετά την έναρξη ισχύος του τελικού κανονισμού.

Για τον κατασκευαστικό κλάδο, κομβική είναι η αλλαγή στα κριτήρια οικονομικής επάρκειας. Σήμερα, ο ελάχιστος ετήσιος κύκλος εργασιών που μπορεί κατά κανόνα να απαιτηθεί από έναν υποψήφιο φτάνει έως το διπλάσιο της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης. Με το νέο πλαίσιο δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 50% της εκτιμώμενης ετήσιας αξίας της, εκτός από ειδικά αιτιολογημένες περιπτώσεις, όπως όταν συντρέχουν ιδιαίτεροι κίνδυνοι λόγω της φύσης του έργου, της υπηρεσίας ή της προμήθειας.

Η αλλαγή έχει άμεσο ενδιαφέρον και για την ελληνική αγορά, όπου ο ν. 4412/2016 ακολουθεί τον σημερινό ευρωπαϊκό κανόνα. Εφόσον η πρόταση υιοθετηθεί ως έχει, εταιρείες με χαμηλότερο ετήσιο κύκλο εργασιών θα μπορούν να καλύπτουν το κριτήριο οικονομικής επάρκειας σε διαγωνισμούς υψηλότερης οικονομικής αξίας από εκείνους στους οποίους μπορούν να συμμετέχουν σήμερα με βάση το συγκεκριμένο κριτήριο.

Ο χαμηλότερος πήχης στον τζίρο δεν αρκεί, πάντως, από μόνος του για τη συμμετοχή σε ένα μεγάλο έργο.

Παραμένουν οι απαιτήσεις οικονομικής, τεχνικής και επαγγελματικής επάρκειας, όπως οι αναγκαίοι ανθρώπινοι και τεχνικοί πόροι και η απαιτούμενη εμπειρία. Περιορίζεται, όμως, η δυνατότητα χρησιμοποίησης του υψηλού κύκλου εργασιών ως φίλτρου συμμετοχής.

Κατά κανόνα δεν θα μπορεί επίσης να απαιτείται προηγούμενη εμπειρία ειδικά σε δημόσιες συμβάσεις. Εξαίρεση θα επιτρέπεται όταν αυτό δικαιολογείται από την πολυπλοκότητα ή τη φύση του αντικειμένου.

Εξαιρέσεις

Στα δημόσια έργα η χρήση του BIM γίνεται υποχρεωτική για συμβάσεις εκτιμώμενης αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των 25 εκατ. ευρώ κατά το στάδιο της εκτέλεσης. Πρόκειται για συνεργατικές ψηφιακές διαδικασίες, με ανοικτά και διαλειτουργικά πρότυπα, μέσω των οποίων δημιουργούνται, διαχειρίζονται και ανταλλάσσονται δομημένες πληροφορίες σε όλο τον κύκλο ζωής ενός έργου.

Εξαιρέσεις προβλέπονται όταν η πλήρης εφαρμογή του BIM θα επιβάρυνε δυσανάλογα τους οικονομικούς φορείς και δεν είναι αναγκαία για το σύνολο του έργου ή όταν δημιουργούνται κίνδυνοι για την ασφάλεια. Σε αυτές τις περιπτώσεις η χρήση του μπορεί να περιορίζεται σε συγκεκριμένα τμήματα ή αναδόχους. Η Επιτροπή θα μπορεί στο μέλλον να μειώσει το όριο των 25 εκατ. ευρώ, ανάλογα με τη διάδοση του BIM στην αγορά.

Οι βασικές διαδικασίες ανάθεσης περιορίζονται σε τρεις, έναντι πέντε σήμερα, την ανοικτή, τη δυναμική και τη διαδικασία καινοτομίας. Στην ανοικτή διαδικασία η αναθέτουσα αρχή θα δηλώνει εξαρχής εάν σκοπεύει να διαπραγματευθεί. Η προθεσμία για την εκδήλωση ενδιαφέροντος μαζί με την πρώτη προσφορά δεν θα μπορεί να είναι μικρότερη από 20 ημέρες από τη δημοσίευση της προκήρυξης.

Οι διαπραγματεύσεις μπορούν να αφορούν μη ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης, μεταξύ άλλων τεχνικά ή εμπορικά στοιχεία. Δεν μπορούν να μεταβάλουν ουσιωδώς το αντικείμενό της ούτε να επεκτείνονται στους λόγους αποκλεισμού, στα κριτήρια επιλογής και στα κριτήρια ανάθεσης.

Η βέλτιστη σχέση τιμής – ποιότητας (Best Price-Quality Ratio – BPQR) γίνεται η βασική μέθοδος ανάθεσης. Η ποιότητα θα πρέπει να αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 30% της συνολικής βαθμολογίας και στο 50% για συμβάσεις υψηλής έντασης εργασίας, όταν δηλαδή το κόστος εργασίας αντιστοιχεί κανονικά τουλάχιστον στο μισό της συνολικής αξίας.

Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να παρεκκλίνει από τα ποσοστά αυτά εφόσον αιτιολογήσει ότι η ποιότητα διασφαλίζεται επαρκώς από τις τεχνικές προδιαγραφές, τους όρους εκτέλεσης ή συνδυασμό αυτών με τα κριτήρια ανάθεσης.

Εξειδικεύονται και οι κανόνες για τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές. Η τιμή θα εξετάζεται σε σχέση με τις άλλες προσφορές, την εκτιμώμενη αγοραία αξία και το κόστος της σύμβασης, αλλά και τις τιμές αντίστοιχων προηγούμενων διαγωνισμών. Στην αξιολόγηση μπορούν να λαμβάνονται υπόψη το κόστος εργασίας, τα υλικά και η εφοδιαστική. Ο υποψήφιος θα πρέπει να τεκμηριώνει ότι η προσφορά είναι οικονομικά βιώσιμη σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Αν οι εξηγήσεις δεν είναι επαρκείς, η προσφορά απορρίπτεται.

Στις αναπροσαρμογές προβλέπεται η δυνατότητα να ενσωματώνονται εξαρχής σαφείς μηχανισμοί που συνδέονται με αντικειμενικούς οικονομικούς δείκτες, όπως δείκτες τιμών, πληθωρισμός ή μεταβολές στο κόστος βασικών υλικών. Εφόσον η προσαρμογή γίνεται βάσει τέτοιας προκαθορισμένης ρήτρας, δεν θεωρείται τροποποίηση της σύμβασης.

Για τις τροποποιήσεις διατηρείται το όριο του 15% της αρχικής αξίας. Μεταβολή που δεν το υπερβαίνει θεωρείται μη ουσιώδης και μπορεί να γίνει χωρίς νέο διαγωνισμό, εφόσον δεν αλλάζει υπέρ του αναδόχου η αρχική οικονομική ισορροπία. Σε διαδοχικές μεταβολές λαμβάνεται υπόψη η σωρευτική καθαρή αξία τους.

Σε σχέση με το ισχύον πλαίσιο καταργείται μία πρόσθετη προϋπόθεση. Σήμερα, στα δημόσια έργα, η τροποποίηση πρέπει να βρίσκεται ταυτόχρονα κάτω από το 15% και κάτω από το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο εφαρμογής της οδηγίας. Η δεύτερη προϋπόθεση δεν περιλαμβάνεται στη νέα πρόταση.

Ουσιώδης τροποποίηση χωρίς νέο διαγωνισμό θα επιτρέπεται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Μεταξύ αυτών είναι πρόσθετα έργα όταν η αλλαγή αναδόχου δεν είναι τεχνικά ή οικονομικά εφικτή και περιστάσεις που μια επιμελής αναθέτουσα αρχή δεν μπορούσε εύλογα να προβλέψει. Ως παραδείγματα αναφέρονται σημαντικές αλλαγές του νομικού ή κανονιστικού πλαισίου, τεχνολογικές εξελίξεις, διαταραχές, έκτακτες ανάγκες και κρίσεις.

Δημοσίευση

Για τροποποίηση που υπερβαίνει το 50% της αρχικής εκτιμώμενης αξίας θα απαιτείται, πριν αυτή γίνει, δημοσίευση περίληψης και αιτιολόγηση της απόφασης να μη διεξαχθεί νέα διαδικασία ανάθεσης. Σε αντίθεση με το σημερινό πλαίσιο, η πρόταση δεν επαναλαμβάνει στις αντίστοιχες περιπτώσεις το 50% ως αριθμητικό ανώτατο όριο. Η αλλαγή πρέπει πάντως να εξυπηρετεί αντικειμενική ανάγκη, να περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο για τη συνέχιση της σύμβασης και να μην μεταβάλλει την οικονομική της ισορροπία υπέρ του αναδόχου.

Ρητά ορίζεται ακόμη ότι οι τροποποιήσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη ελλείψεων στην εκτέλεση του αναδόχου, εκτός εάν αυτές οφείλονται σε περιστάσεις πέρα από τον έλεγχό του.

Για τους υπεργολάβους προβλέπεται απευθείας πληρωμή από την αναθέτουσα αρχή, εφόσον το ζητήσουν και το επιτρέπει η φύση της σύμβασης. Η πληρωμή αφορά ποσά που τους οφείλονται για έργα, υπηρεσίες ή προμήθειες που έχουν παράσχει στον κύριο ανάδοχο.

Στις παραχωρήσεις ενισχύεται η εκτίμηση και η κατανομή των κινδύνων πριν από την έναρξη του διαγωνισμού. Θα πρέπει να προσδιορίζονται οι βασικοί οικονομικοί κίνδυνοι, να διαχωρίζεται ο λειτουργικός κίνδυνος από τους λοιπούς συμβατικούς και να τεκμηριώνεται με αντικειμενικά στοιχεία η κατανομή τους μεταξύ των δύο πλευρών. Στα στοιχεία του διαγωνισμού θα αποτυπώνονται βασικές συνιστώσες της εκτιμώμενης αξίας, όπως το επενδυτικό κόστος και τα λειτουργικά έσοδα, καθώς και οι κίνδυνοι ζήτησης, κατασκευής και ρυθμιστικού πλαισίου.

Τα κράτη μέλη θα υποχρεούνται να παρακολουθούν την απόδοση, τις αναπροσαρμογές και τις τροποποιήσεις των μεγάλων έργων υποδομής και των μακροχρόνιων συμβάσεων, όπως οι παραχωρήσεις. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης θα δημοσιοποιούνται τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο.

Κάθε χώρα θα δημιουργήσει Εθνικό Χώρο Δεδομένων Δημοσίων Συμβάσεων (National Public Procurement Data Space – NPPDS), ως κεντρικό σημείο πρόσβασης στα δεδομένα των συμβάσεων. Για ολοκληρωμένες συμβάσεις αξίας τουλάχιστον 10.000 ευρώ προβλέπεται η καταχώριση βασικών πληροφοριών, ακόμη και όταν η σύμβαση δεν υπαγόταν στον κανονισμό λόγω ύψους.

Παράλληλα δημιουργείται διασυνδεδεμένη ψηφιακή αγορά δημοσίων συμβάσεων στην ΕΕ. Οι επιχειρήσεις θα μπορούν να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς μέσω των συνδεδεμένων ηλεκτρονικών συστημάτων, με εφαρμογή της αρχής «μόνον άπαξ», ώστε να μην ζητούνται επανειλημμένα τα ίδια στοιχεία και έγγραφα.

Η πρόταση εισάγει επίσης οριζόντιο πλαίσιο ευρωπαϊκής προτίμησης. Υπό τις προϋποθέσεις του κανονισμού και με βάση τις διεθνείς δεσμεύσεις της ΕΕ, οι αναθέτουσες αρχές θα μπορούν να περιορίζουν τη συμμετοχή οικονομικών φορέων τρίτων χωρών ή να θέτουν απαιτήσεις ως προς την προέλευση. Θα μπορούν ακόμη να απορρίπτουν προσφορά όταν η αξία των αγαθών, υπηρεσιών ή έργων ενωσιακής ή άλλης καλυπτόμενης προέλευσης είναι χαμηλότερη από το 50% της συνολικής εκτιμώμενης αξίας της.

Το πλαίσιο καλύπτει ακόμη ζητήματα ασφάλειας, κυβερνοασφάλειας, προστασίας κρίσιμων υποδομών και ασφάλειας εφοδιασμού. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις θα μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κίνδυνοι που απορρέουν από εξαρτήσεις από τρίτες χώρες ή από τη δομή ιδιοκτησίας, ελέγχου και χρηματοδότησης των οικονομικών φορέων.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος