Ενέργεια: Ξανά στο μικροσκόπιο το target model
Ασφυκτικές πιέσεις που φτάνουν μέχρι και το σημείο να «αμφισβητούνται» θεμελιώδη γνωρίσματα της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ασκούν βιομηχανίες ανά την Ευρώπη στον απόηχο του υψηλού ενεργειακού κόστους.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς που κλήθηκαν να σχολιάσουν τις πρόσφατες εξαγγελίες ευρωπαίων αξιωματούχων προεξάρχουσας της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλας φον ντερ Λάιεν περί «αναθεώρησης» της Οριακής Τιμολόγησης Ρεύματος (ή διαφορετικά σύστημα merit order της ΕΕ) και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Ρύπων (European Trading System/ETS), η αφετηρία εντοπίζεται στην σφοδρή πλέον πίεση βιομηχανικών κύκλων προς τις κυβερνήσεις Γαλλίας και Γερμανίας για την μείωση του ενεργειακού κόστους.
Μάλιστα, οι δηλώσεις της Προέδρου της Κομισιόν είχαν κατά μία έννοια «πυροσβεστικό» και διπλωματικό χαρακτήρα σε μια προσπάθεια να «προσγειώσουν» την συζήτηση χωρίς να προδικάζουν το αποτέλεσμα, όταν έτεροι ευρωπαίοι αξιωματούχοι, από τον Τσέχο Πρωθυπουργό Άντρει Μπάμπιτς και τον Καγκελάριο της Γερμανίας Φρίντριχ Μέτς μέχρι την Ιταλίδα Πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι και τον Γάλλο Πρόεδρο Εμμάνουελ Μακρόν, έκαναν λόγο για «επανεξέταση» και «αλλαγές».
Σε νέα βάση το θέμα
Υπενθυμίζεται ότι το θέμα της «αρχιτεκτονικής» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας δεν απασχολεί πρώτη φορά την ενεργειακή και ευρωπαϊκή επικαιρότητα με τις προηγούμενες ωστόσο διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις να καταλήγουν είτε σε μια «σιδερένια» πυγμή διατήρησης του υφιστάμενου μοντέλου, όπως είδαμε κατά την διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, είτε σε επιμέρους μεταρρυθμίσεις με την υιοθέτηση της Οδηγίας 2024/1711 και του Κανονισμού 2024/1747, χωρίς να τίθεται ζήτημα ολικής αναθεώρησης βασικών παραμέτρων στο μοντέλο λειτουργίας της αγοράς.
Κατά συνέπεια, όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς που συνομίλησαν με την «Ν», το θέμα δεν είναι καινούργιο ωστόσο τίθεται σε τελείως διαφορετική βάση που δύναται να καταλήξει σε «δυναμική ανατροπή της ενεργειακής πολιτικής στην Ευρώπη», χωρίς βέβαια για την ώρα να είναι σαφές που θα καταλήξει κι αν πράγματι θα καταλήξει σε «τεκτονικές» αλλαγές, ικανές να αλλάξουν το «ενεργειακό παράδειγμα» της Ευρώπης περισσότερο ή λιγότερο.
Οι βιομηχανίες πιέζουν
Η διαφορά σε σχέση με άλλες ανάλογες συζητήσεις στο παρελθόν εδράζεται στην ένταση του προβλήματος με τις βιομηχανίες να πιέζουν «σφοδρά» για λύση του υψηλού ενεργειακού κόστους σε βαθμό που δίνει πλέον προτεραιότητα στο πολιτικό διακύβευμα έναντι των οικονομοτεχικών παραμέτρων ή διαφορετικά μετατοπίζει την συζήτηση από την «ακαδημαϊκή σφαίρα» στην «πολιτική σφαίρα» όπου υποχρεωτικά η εξέταση του ζητήματος γίνεται με διαφορετικό τρόπο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δηλώσεις Λάιεν προέκυψαν χωρίς να έχει προηγηθεί, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, κάποια διαβούλευση στα τεχνικά κλιμάκια της Κομισιόν που στο κάτω κάτω θα κληθούν να «εμπνευστούν» μια λύση, όταν μάλιστα, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεσμεύτηκε να παρουσιάσει συγκεκριμένες προτάσεις κατά την επικείμενη Σύνοδο Κορυφής τον Μάρτιο για ένα θέμα που για να αλλάξει απαιτείται τουλάχιστον σημαντικός χρόνος, για να μην πούμε χρόνια.
Ωστόσο, όλα αυτά υποδηλώνουν την επιτακτικότητα της κατάστασης καθώς και την πίεση που ασκείται πλέον προς «πάσα κατεύθυνση» με βασικούς «αποδέκτες» να αποτελούν οι κυβερνήσεις Γερμανίας και Γαλλίας, παρασέρνοντας υποχρεωτικά και την Κομισιόν που αναζητά «ισορροπίες» σε δεδομένα πλέον εξαιρετικά «ανώμαλο έδαφος».
Ενδεικτικά, όπως αναφέρει στέλεχος της αγοράς με γνώση των ευρωπαϊκών διεργασιών, δύο μεγάλες βιομηχανίες της Γαλλίας από τον κλάδο του Αλουμινίου και της χημικής βιομηχανίας απηύθυναν έκκληση τις προηγούμενες μέρες προς την γαλλική κυβέρνηση, ζητώντας να λάβει μέτρα στην κατεύθυνση επαναφοράς του συστήματος «ΝΟΜΕ», στα πλαίσια του οποίου οι ενεργοβόρες βιομηχανίες της χώρας απολάμβαναν σταθερές τιμές ενέργειας από την EDF στα επίπεδα των 42 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.
Μάλιστα, κατατέθηκε και σχετική μελέτη που αποκαλύπτει την αύξηση του ενεργειακού κόστος από τα 100€/MWh το 2020 στα 205€/MWh το 2023 για τις μεσαίες επιχειρήσεις και από τα 59€/MWh το 2020 στα 95€/MWh το 2023 για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις της χώρας. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, το βασικό πρόβλημα της γαλλικής βιομηχανίας εντοπίζεται σε διεθνές επίπεδο με την «ψαλίδα» έναντι των βασικών ανταγωνιστών της να μεγαλώνει σημαντικά τα τελευταία χρόνια μετά την άνοδο των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη κατά την διετία 2022-2023, «σημαδεύοντας» έκτοτε με τις όποιες διακυμάνσεις ακολούθησαν, το ενεργειακό κόστος.
Η παραπάνω εικόνα απαντιέται σε όλη την επικράτεια της Ευρώπης με τους βιομήχανους, όπως αποτυπώθηκε σε πρόσφατη κλειστού τύπου σύσκεψη για το θέμα, να κρούουν επιτακτικά τον κώδωνα του κινδύνου, στοχεύοντας πλέον τα «βόλια» τους στην λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και δη στο κομμάτι της Οριακής Τιμολόγησης και το ETS που αμφότερα τα δύο μέτρα εγκαθιδρύθηκαν προς υποστήριξη της ενεργειακής μετάβασης.
Ως προς το merit order (Οριακή τιμολόγηση συστήματος), η προσοχή εστιάζει στις προσφορές των μονάδων φυσικού αερίου που «κατά το γράμμα της αγοράς», υποβάλουν υψηλές προσφορές, «κλειδώνοντας» την μέση οριακή τιμή σε υψηλά επίπεδα και το ETS που καταλήγει να «κατατρώει» την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, φορτώνοντας πρόσθετα κόστη που δεν υπάρχουν για τους ανταγωνιστές εκτός ΕΕ.
Όπως προαναφέρθηκε, η κατάληξη των συζητήσεων παραμένει «άγνωστος Χ», αδυνατώντας να προσδιοριστεί το μέγεθος της «τομής» που θα επιχειρηθεί στην αρχιτεκτονική της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τι θα σηματοδοτήσει αυτό με την σειρά του συνολικότερα ως προς την φυσιογνωμία της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής που για την ώρα συμπυκνώνεται στο αίτημα της «ενεργειακής μετάβασης». Ωστόσο η συζήτηση γίνεται σε μια νέα βάση όπου δεδομένα δεν δύναται να καταλήξει απλώς με «αποθέωση» και «παραπομπή» στα θεμελιώδη της αγοράς χωρίς την ίδια στιγμή να υπάρξει τεκμηριωμένα τάση μείωσης του ενεργειακού κόστους για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.


