Φενέκος στο in για τον πηγαίο κώδικα και την «Ασπίδα του Αχιλλέα»: Σε ένα κρίσιμο οπλικό σύστημα πρέπει να υπολογίζουμε και το κόστος της εξάρτησης

Ημερομηνία: 16-09-2026


Τι είναι ο πηγαίος κώδικας στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» και γιατί προκαλεί τόσες συζητήσεις; Έχει η Ελλάδα για όλα τα οπλικά συστήματα που διαθέτει πηγαίο κώδικα; Και τελικά κατά πόσο το να έχει η Αθήνα τον πηγαίο κώδικα για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» επηρεάζει τη λειτουργία και τον έλεγχο του συστήματος; Ο Υποναύαρχος εα και Πρόεδρος Επιστημονικού Ινστιτούτου Αλέξανδρου Παπαναστασίου, Στέλιος Φενέκος, μιλώντας στο in τονίζει ότι ο πηγαίος κώδικας ειδικά στην Ασπίδα του Αχιλλέα είναι κρίσιμος «γιατί δεν αγοράζουμε απλώς πυραύλους και ραντάρ. Δημιουργούμε ένα ολοκληρωμένο και δικτυωμένο σύστημα αεράμυνας (και όχι μόνο, μελλοντικά και σύμφωνα με τις διακηρύξεις), όπου πλατφόρμες, αισθητήρες, επί μέρους κέντρα διοίκησης και διαφορετικά οπλικά συστήματα και όπλα πρέπει να ανταλλάσσουν πληροφορίες για τις απειλές και να συνεργάζονται σε πραγματικό χρόνο».

Όπως σημειώνει ο Στέλιος Φενέκος «το να έχεις τον πηγαίο κώδικα του κεντρικού Συστήματος Διοίκησης και Ελέγχου-C2 δεν σημαίνει ότι έχεις τον πηγαίο κώδικα όλων των επιμέρους οπλικών συστημάτων και όπλων που συνεργάζονται μέσα στην «Ασπίδα του Αχιλλέα»».

Και όπως επισημαίνει δεν προκύπτει «από τα μέχρι σήμερα δημοσιοποιημένα στοιχεία ότι μεταβιβάζεται στην Ελλάδα και ο πηγαίος κώδικας των κρίσιμων εσωτερικών λειτουργιών των SPYDER, BARAK MX και David’s Sling».

Σύμφωνα με τον ίδιο πάντως «αυτό δεν αποτελεί ισραηλινή ιδιομορφία. Αποτελεί ευρύτατη διεθνή πρακτική. Οι κατασκευάστριες χώρες προστατεύουν το κρίσιμο λογισμικό των οπλικών συστημάτων, ραντάρ, αισθητήρων, πυραύλων, υπολογιστών αποστολής, συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου και αλγορίθμων για λόγους εθνικής ασφάλειας, προστασίας τεχνολογίας και πνευματικής ιδιοκτησίας».

Καταλήγει δε υπογραμμίζοντας πως «σε ένα κρίσιμο οπλικό σύστημα πρέπει να υπολογίζουμε και το κόστος της εξάρτησης. Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο σε ώρα κρίσης ή πολέμου από όσα εξοικονομήθηκαν την ημέρα της υπογραφής της σύμβασης.

Γι’ αυτό δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσο κόστισε η «Ασπίδα του Αχιλλέα». Πρέπει να γνωρίζουμε τι ακριβώς μπορεί να κάνει η Ελλάδα μόνη της, ποιες μεταβολές εξακολουθούν να απαιτούν τον κατασκευαστή και ποιες τροποποιήσεις ή διασυνδέσεις απαιτούν έγκριση τρίτου κράτους και ειδικότερα ποιες διασυνδέσεις του David’s Sling υπόκεινται σε προηγούμενη αμερικανική έγκριση».

Όλη η συνέντευξη του Στέλιου Φενέκου:

Τι είναι ο πηγαίος κώδικας και πόσο σημαντικό είναι για τη χώρα να τον έχει σε ένα σύστημα όπως η «Ασπίδα του Αχιλλέα»;

Απάντηση: Ο πηγαίος κώδικας (source code) είναι ουσιαστικά οι εντολές που έχουν γράψει οι προγραμματιστές και καθορίζουν πώς λειτουργεί ένα λογισμικό. Εάν έχεις τον κώδικα, μαζί βέβαια με τα αντίστοιχα δικαιώματα, την τεχνική τεκμηρίωση και τα αναγκαία εργαλεία, μπορείς να τον ελέγξεις, να τον τροποποιήσεις και να τον εξελίξεις.

Στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» αυτό είναι κρίσιμο, γιατί δεν αγοράζουμε απλώς πυραύλους και ραντάρ. Δημιουργούμε ένα ολοκληρωμένο και δικτυωμένο σύστημα αεράμυνας (και όχι μόνο, μελλοντικά και σύμφωνα με τις διακηρύξεις), όπου πλατφόρμες, αισθητήρες, επί μέρους κέντρα διοίκησης και διαφορετικά οπλικά συστήματα και όπλα πρέπει να ανταλλάσσουν πληροφορίες για τις απειλές και να συνεργάζονται σε πραγματικό χρόνο.

Το κεντρικό Σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου (Command and Control – C2) είναι κατά κάποιον τρόπο ο εγκέφαλος αυτού του δικτύου. Συλλέγει και συνθέτει τα δεδομένα όλων των αισθητήρων, δημιουργεί την ενιαία επιχειρησιακή εικόνα, αξιολογεί και ιεραρχεί τις απειλές και υποστηρίζει την κατανομή στόχων και την επιλογή του κατάλληλου όπλου.

Η κατοχή του πηγαίου κώδικα του κεντρικού C2 μειώνει καθοριστικά την εξάρτηση από τον κατασκευαστή και επιτρέπει στην Ελλάδα να εξελίσσει την αρχιτεκτονική του συστήματος.

Χρειάζεται όμως μια κρίσιμη διευκρίνιση. Το να έχεις τον πηγαίο κώδικα του κεντρικού Συστήματος Διοίκησης και Ελέγχου-C2 δεν σημαίνει ότι έχεις τον πηγαίο κώδικα όλων των επιμέρους οπλικών συστημάτων και όπλων που συνεργάζονται μέσα στην «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Για ποια συστήματα αποκτά η Ελλάδα πηγαίο κώδικα και τι μένει εκτός; Ποια είναι η σημασία αυτής της διάκρισης;

Απάντηση: Από όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, η Ελλάδα δεν αποκτά τον πλήρη πηγαίο κώδικα των υφιστάμενων ισραηλινών επιχειρησιακών συστημάτων.

Μετά τη συζήτηση που προκλήθηκε, το ισραηλινό Υπουργείο Άμυνας διευκρίνισε ότι θα αναπτυχθεί ειδικά για την Ελλάδα νέος ελληνικός πηγαίος κώδικας μόνο για το κεντρικό Σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου – C2, με μεταφορά ισραηλινής τεχνογνωσίας. Σύμφωνα με την ισραηλινή πλευρά, ο κώδικας αυτός, μαζί με τις μελλοντικές τροποποιήσεις και προσθήκες του, θα παραμείνει υπό αποκλειστικό ελληνικό έλεγχο.

Αυτό είναι σημαντικό και θετικό.

Δεν προκύπτει όμως από τα μέχρι σήμερα δημοσιοποιημένα στοιχεία ότι μεταβιβάζεται στην Ελλάδα και ο πηγαίος κώδικας των κρίσιμων εσωτερικών λειτουργιών των SPYDER, BARAK MX και David’s Sling.

Και πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτό δεν αποτελεί ισραηλινή ιδιομορφία. Αποτελεί ευρύτατη διεθνή πρακτική. Οι κατασκευάστριες χώρες προστατεύουν το κρίσιμο λογισμικό των οπλικών συστημάτων, ραντάρ, αισθητήρων, πυραύλων, υπολογιστών αποστολής, συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου και αλγορίθμων για λόγους εθνικής ασφάλειας, προστασίας τεχνολογίας και πνευματικής ιδιοκτησίας.

Θα το έλεγα απλά: η Ελλάδα αποκτά τα κλειδιά του κεντρικού πίνακα διοίκησης και ελέγχου των συνεργαζομένων συστημάτων, όχι όμως όλα τα εσωτερικά κλειδιά ενός εκάστου εκ των επιμέρους συστημάτων που συνδέονται πάνω του.

Γι’ αυτό το σωστό ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιον πηγαίο κώδικα παίρνουμε;» αλλά κυρίως «τι μπορούμε να κάνουμε αυτόνομα χωρίς αυτόν τον κώδικα που δεν παίρνουμε;»

Αυτά που μένουν εκτός μπορούν να δημιουργήσουν επιχειρησιακά προβλήματα στην Ελλάδα;

Μπορούν να δημιουργήσουν συγκεκριμένες τεχνολογικές και επιχειρησιακές εξαρτήσεις. Το πόσο σοβαρές θα είναι εξαρτάται από τη σύμβαση, τα δικαιώματα παραμετροποίησης, τις διεπαφές που θα είναι διαθέσιμες και την τεχνογνωσία που θα αποκτήσει η Ελλάδα.

Ας πάρουμε ένα απλό επιχειρησιακό παράδειγμα. Κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης ο αντίπαλος αλλάζει τις τακτικές των UAVs, χρησιμοποιεί νέους ψευδείς στόχους, διαφορετικές παρεμβολές ή νέα προφίλ επίθεσης με βλήματα και UAVs. Η αεράμυνά μας πρέπει να μπορεί να προσαρμοστεί μέσα σε ώρες ή ημέρες.

Εάν η απαιτούμενη αλλαγή αφορά το ελληνικό Σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου- C2, τότε με την Ισραηλινή μεταφορά τεχνογνωσίας θα μπορούμε δυνητικά να την κάνουμε μόνοι μας. Εάν όμως απαιτεί τροποποίηση στο κλειστό εσωτερικό λογισμικό ενός ραντάρ, ενός συστήματος ελέγχου πυρός, μιας βιβλιοθήκης απειλών (threat library) ή στα μέτρα ηλεκτρονικής προστασίας (Electronic Protection – EP/ECCM), το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν μπορούν να την πραγματοποιήσουν Έλληνες τεχνικοί ή εάν πρέπει, εν μέσω κρίσης ή πολέμου, να περιμένουμε τον κατασκευαστή να την κάνει.

Στον σύγχρονο πόλεμο αυτό είναι καθοριστικό. Όποιος προσαρμόζεται ταχύτερα στις νέες απειλές και στις άμεσες συνθήκες του πεδίου αποκτά και επιχειρησιακό πλεονέκτημα.

Διαφορετικό ζήτημα είναι η πιθανότητα μη εξουσιοδοτημένης απομακρυσμένης πρόσβασης, μιας λεγόμενης «πίσω πόρτας» (backdoor). Δεν υπάρχει δημόσιο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι υφίσταται στα συστήματα αυτά τέτοιος μηχανισμός. Σε ένα σύστημα όμως αυτής της κρισιμότητας πρέπει να είναι τεχνικά και συμβατικά εξασφαλισμένο ότι οποιαδήποτε απομακρυσμένη πρόσβαση είναι αδύνατη χωρίς ελληνική έγκριση. Το ίδιο ισχύει για τα κρυπτογραφικά κλειδιά, τις ενημερώσεις λογισμικού και την εξαγωγή δεδομένων τηλεμετρίας.

Ιδιαίτερη περίπτωση επίσης αποτελεί το σύστημα David’s Sling. Έχει επιβεβαιωθεί ότι, λόγω της αμερικανικής συμμετοχής στην ανάπτυξή του, για συγκεκριμένες διασυνδέσεις με άλλα κράτη ή συστήματα του NATO απαιτείται σχέδιο διασύνδεσης (connection plan) και έγκριση της κυβέρνησης των ΗΠΑ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ εγκρίνουν την επιχειρησιακή χρήση ή κάθε εκτόξευση του όπλου. Σημαίνει όμως ότι για ορισμένες μεταβολές της αρχιτεκτονικής υπάρχει ένας πρόσθετος εξωτερικός περιορισμός.

Αντίστοιχα ζητήματα τεχνικών δικαιωμάτων, διεπαφών και αδειών μπορεί να προκύπτουν κατά τη διασύνδεση του κεντρικού C2 με άλλα αμερικανικής ή ευρωπαϊκής προέλευσης συστήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ισχύει για όλα ο ίδιος μηχανισμός αδειοδότησης.

Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί η δικτυοκεντρική αντίληψη της «Ασπίδας» δεν περιορίζεται m;ono στα νέα ισραηλινά συστήματα. Στόχος είναι να συνεργάζονται με υφιστάμενα ελληνικά και συμμαχικά μέσα, όπως οι Patriot και τα F-16 Viper, αλλά και οι γαλλικής προέλευσης πλατφόρμες και συστήματα, όπως τα Rafale, οι φρεγάτες FDI HN/Belharra με το σύστημα μάχης, το ραντάρ Sea Fire και τους πυραύλους Aster 30 και, ανάλογα με τον τελικό σχεδιασμό διασύνδεσης, τα Crotale NG και τα UAVs Patroller.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το κεντρικό C2 της Ασπίδας θα ελέγχει άμεσα όλα τα όπλα και τους αισθητήρες τους. Η δικτυοκεντρική λειτουργία σημαίνει πρωτίστως ασφαλή ανταλλαγή δεδομένων, κοινή επιχειρησιακή εικόνα και, όπου είναι τεχνικά και συμβατικά εφικτό, την συνεργασία αισθητήρων και όπλων διαφορετικών κατασκευαστών.

Άρα το πραγματικό κριτήριο είναι, «μπορεί η Ελλάδα σε έναν παρατεταμένο πόλεμο να χρησιμοποιεί, να συντηρεί και κυρίως να αναβαθμίζει και να προσαρμόζει τα επιμέρους συστήματα της «Ασπίδας του Αχιλλέα» χωρίς να εξαρτάται από την έγκριση ή την ταχύτητα αντίδρασης τρίτων;»

Η Ελλάδα έχει σήμερα πηγαίο κώδικα στα άλλα οπλικά συστήματα που διαθέτει;

Δεν πρέπει να δημιουργούμε την εντύπωση ότι στις προηγούμενες αγορές οπλικών συστημάτων η Ελλάδα αποκτούσε αυτομάτως πλήρη πηγαίο κώδικα. Αυτό δεν αποτελεί τον κανόνα διεθνώς.

Η αγορά π.χ ενός F-16, ενός Rafale, μιας συστοιχίας Patriot ή ενός προηγμένου πυραύλου δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο αγοραστής αποκτά τον πλήρη πηγαίο κώδικα των κρίσιμων λειτουργιών του.

Γι’ αυτό πρέπει να διακρίνουμε τέσσερα διαφορετικά πράγματα, την κατοχή του πηγαίου κώδικα, τα δικαιώματα παραμετροποίησης και τροποποίησης, τα δικαιώματα διεπαφής με άλλα συστήματα και την επιχειρησιακή αυτονομία.

Μπορεί να μην έχεις τον πλήρη κώδικα ενός συστήματος, αλλά να έχεις επαρκή δικαιώματα ώστε να το χρησιμοποιείς και να το υποστηρίζεις αποτελεσματικά. Αντίστροφα, η κατοχή ενός τμήματος του πηγαίου κώδικα (source code) δεν σου εξασφαλίζει από μόνη της πλήρη κυριαρχία ολόκληρης της αλυσίδας μάχης.

Αυτό ακριβώς πρέπει να εξετάσουμε και στην «Ασπίδα του Αχιλλέα». Την την εθνική επιχειρησιακή κυριαρχία που να διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα της ολοκλήρωσης των επί μέρους οπλικών συστημάτων και όπλων σε μία κρίση ή πόλεμο  στο πεδίο.

Η απόκτηση του πηγαίου κώδικα επηρεάζει την τιμή ενός τέτοιου συστήματος;

Βεβαίως μπορεί να την επηρεάσει. Δεν αγοράζεις απλώς κάποια ηλεκτρονικά αρχεία. Αποκτάς τεχνογνωσία, τεχνική τεκμηρίωση, εργαλεία ανάπτυξης και, ανάλογα με τη συμφωνία, δικαιώματα τροποποίησης και ανεξάρτητης εξέλιξης μιας τεχνολογίας στην οποία ο κατασκευαστής έχει επενδύσει σημαντικά κεφάλαια έρευνας και ανάπτυξης.

Άρα μπορεί να αυξάνεται το αρχικό κόστος. Μπορεί όμως μακροπρόθεσμα να μειώνεται σημαντικά το συνολικό κόστος κύκλου ζωής (life-cycle cost), επειδή η χώρα δεν χρειάζεται να επιστρέφει στον κατασκευαστή και να πληρώνει για κάθε τροποποίηση, διασύνδεση ή αναβάθμιση.

Υπάρχει όμως κάτι σημαντικότερο από την τιμή.

Σε ένα κρίσιμο οπλικό σύστημα πρέπει να υπολογίζουμε και το κόστος της εξάρτησης. Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο σε ώρα κρίσης ή πολέμου από όσα εξοικονομήθηκαν την ημέρα της υπογραφής της σύμβασης.

Γι’ αυτό δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσο κόστισε η «Ασπίδα του Αχιλλέα». Πρέπει να γνωρίζουμε τι ακριβώς μπορεί να κάνει η Ελλάδα μόνη της, ποιες μεταβολές εξακολουθούν να απαιτούν τον κατασκευαστή και ποιες τροποποιήσεις ή διασυνδέσεις απαιτούν έγκριση τρίτου κράτους και ειδικότερα ποιες διασυνδέσεις του David’s Sling υπόκεινται σε προηγούμενη αμερικανική έγκριση.

Αυτά είναι που τελικά καθορίζουν όχι μόνο την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της «Ασπίδας του Αχιλλέα», αλλά και τον πραγματικό βαθμό εθνικής επιχειρησιακής κυριαρχίας πάνω στο σύστημα.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος