Για μια ρεαλπολιτίκ της ηθικής στην πολιτική
Ζούμε πάλι βυθισμένοι στη διαφθορά της πολιτικής. Πλέουμε εκ νέου μέσα στο αναλλοίωτο και μεταβαλλόμενο κύμα της καθημερινής φλυαρίας γύρω από τις ευκαιρίες για κάθαρση και «υπέρβαση», και τις συγκρινόμενες αξίες των εναλλασσόμενων πολιτικών εκπροσώπων.
Όλα τα σχετικά, για μια ακόμα φορά, διατυπώνονται και ξαναδιατυπώνονται αόριστα, επειδή στην πραγματικότητα πάλι δεν λέγεται τίποτα το ουσιαστικό. Και οι σχετικές αναλύσεις και σχολιασμοί πάνω στην διαφθορά της πολιτικής έχουν όλες τις πιθανότητες, όπως οι κουβέντες του καφενείου, να εξατμιστούν σύντομα, και η συνεχιζόμενη λήθη, η οποία συντηρεί την εξαιρετική μονοτονία και την επικίνδυνη αναπαραγωγή των πραγμάτων, θα επιτρέψει στο πολιτικό παιχνίδι να συνεχιστεί.
Ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων πολιτών, οργισμένο και αμήχανο από τις τρέχουσες συνεχείς αποκαλύψεις σκανδάλων που πιστοποιούν την άρνηση του ιερού χρέους του έθνους απέναντι στα μέλη του, στοιχειώνεται από απελπισία, η οποία με τη σειρά της οδηγεί όλο και περισσότερο σε πολιτικές επιλογές μνησικακίας και απόγνωσης.
Η αναντιστοιχία μεταξύ των προσδοκιών για τις αρετές που συνδέονται με τη δημοκρατική εκπροσώπηση των πολιτών και της πραγματικότητας των μηχανευμάτων του πολιτικού κόσμου έχει γίνει πια συλλογική συνείδηση. Κοινή διαπίστωση αποτελεί και το γεγονός πως αυτή η αναντιστοιχία συμβάλλει σταθερά και καθοριστικά στην αποκρυστάλλωση ενός ενεργού, στην πλειοψηφία του, πολιτικού αδιαφορισμού, που συμβολίζεται από την τεράστια, σταθερά αυξανόμενη αποχή στις εκλογές.
Αν και στους κόλπους της εμπεριέχει διαφορετικές σχέσεις με την πολιτική, από την απλή απολιτική σχέση μέχρι τον λαϊκίστικο αντικοινοβουλευτισμό και την επιθετική αναρχική στάση, η αποχή αυτή τροφοδοτείται σταθερά από μια γενικευμένη συλλογική αίσθηση για την έλλειψη ηθικού και ηθικής που χαρακτηρίζει έναν πολιτικό κόσμο ο οποίος φαίνεται να απολαμβάνει να ζει από την πολιτική με την πρόφαση πως ζει για την πολιτική.
Η παρούσα συγκυρία, η οποία επιτρέπει την πλήρωση των προϋποθέσεων για να συνεχίσει την αυξητική της τάση η εκλογική αποχή, αξιώνει αντικειμενικά να διατυπωθούν πάλι, σε όλους τους τόνους, τα μείζονα σχετικά ζητήματα.
Μπορεί να εγκαθιδρυθεί στον πολιτικό κόσμο η ηθική του δημόσιου συμφέροντος; Μπορεί, τελικά, η πολιτική να γίνει κάτι άλλο από έναν χώρο μέσα στον οποίο οι πολίτες υπάρχουν ως στοιχεία στατιστικών τάσεων και ως τηλεθεατές που κοιτούν στην τηλεόραση τους αγώνες που εκτυλίσσονται στο όνομά τους μεταξύ των διαφόρων «φυλών» ενός πολιτικού κόσμου που υπακούει μόνο στις ενδογενείς του συγκρούσεις; Μπορούν οι υπεύθυνοι πολιτικοί, που εμφορούνται από το αίσθημα κατοχής των απόλυτων αληθειών και αξιών να πάψουν να καθορίζονται από βιαστικούς τεχνοκράτες και υπερφίαλους δοξόσοφους οι οποίοι αγνοούν σχεδόν τα πάντα από την καθημερινή ύπαρξη των συμπολιτών τους, και, κυρίως, αγνοούν το πόσο αγνοούν; Μπορούν οι πολιτικοί να πάψουν να κυβερνούν ατάραχοι, παραδομένοι στη λατρεία και τη μαγεία των σφυγμομετρήσεων, αυτής της ψευτοεπιστημονικής τεχνολογίας ορθολογικής δημαγωγίας, η οποία τους παρέχει εκβιαστικές απαντήσεις σε ερωτήσεις που τίθενται σε άτομα τα οποία δεν τις θέτουν στους εαυτούς τους, τουλάχιστον με ίσους και ίδιους όρους;
Μέσα σε ένα τέτοιο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο προκύπτει αβίαστα το εξής ερώτημα: δεν έχει έρθει άραγε η στιγμή που πληρώνονται οι όροι για τη δημιουργία κανόνων ή, καλύτερα, αντικειμενικών μηχανισμών, οι οποίοι θα επιβάλουν με πρακτικό τρόπο στο πολιτικό προσωπικό τις αναγκαίες πειθαρχίες της πολιτικής αρετής, δεν έχει έρθει ο καιρός για την εγκαθίδρυση μορφών δημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών, οι οποίες θα προϋποθέτουν και θα συνεπάγονται τη διαφάνεια και το άνοιγμα του πολιτικού πεδίου;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα περνά αναγκαστικά μέσω της διερώτησης πάνω στο ζήτημα της ηθικής στην πολιτική ή της ηθικοποίησης της πολιτικής, και αυτή οφείλει πλέον να τεθεί με όρους κοινωνιολογικά ρεαλιστικούς. Και στη σημερινή κατάσταση της πολιτικής ζωής στη χώρα μας το ερώτημα αυτό ταυτίζεται ουσιαστικά με το ζήτημα των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρώνονται ώστε οι πολιτικές επιλογές και δραστηριότητες να υπόκεινται σε δοκιμασίες ελέγχου ειλικρίνειας και ανιδιοτέλειας, εν ολίγοις, σε ό,τι ορίζει την πολιτική αρετή.
Η πολιτική δεν πέφτει από τον ουρανό, δεν απορρέει από την ανθρώπινη φύση και συνεπώς, η ηθική στον χώρο παραγωγής της δεν έχει πιθανότητα να λάβει σάρκα και οστά παρά μόνον αν καταβληθεί συλλογική και συντονισμένη προσπάθεια ώστε να δημιουργηθούν τα θεσμικά μέσα για την υλοποίηση μιας πολιτικής ηθικής ικανής να επιβάλει την επικράτηση της λατρείας της δημόσιας υπηρεσίας και της αφοσίωσης στο κοινό όφελος και αγαθό· μόνο αν καταστεί θεσμικά και πρακτικά απαιτητό και ελεγχόμενο από την ίδια τη λειτουργία του πολιτικού πεδίου η επιβολή δεσμεύσεων, ελέγχων και κυρώσεων ικανών να υποχρεώνουν τους πολιτικούς να επεξεργάζονται στρατηγικές υποταγής στο καθολικό συμφέρον της ομάδας· μόνο με αυτόνομα θεσμικά μέτρα που θα απαιτούν και θα υποχρεώνουν μια σημαντική αύξηση του τιμήματος που πρέπει να καταβάλει ένας πολιτικός για να συγκαλύψει τη σχάση μεταξύ επίσημου και ημιεπίσημου και ιδιωτικού, ανάμεσα στο προσκήνιο και το παρασκήνιο της πολιτικής ζωής.
Είναι ο καιρός να παρθούν άμεσα πρακτικά μέτρα και πρωτοβουλίες για τη δημιουργία ελέγχων ανιδιοτέλειας και διαφάνειας, όσο και δημόσιων εορτασμών και επαίνων των λειτουργών οι οποίοι είναι αφοσιωμένοι στον επίσημο ορισμό της λειτουργίας των πολιτικών πρακτικών· να διαμορφωθεί ένας πολιτικός κόσμος στον οποίο οι πολιτικοί θα έχουν συμφέρον στην αρετή. Αρκεί, για να πεισθεί, να προσέξει κανείς τα μάτια αυτών που οι πολιτικοί ονομάζουν «ανθρωπάκια» όταν παρατηρούν καθημερινά το τίποτα πάνω στα πάντα και τα πάντα πάνω στο τίποτα, όταν στροβιλίζονται σε μια υπαρξιακή δίνη χωρίς να γνωρίζουν σε ποιον Άγιο να πιστέψουν και πότε θα γίνει Ανάσταση.
*Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστήμιο Αθηνών


