Για να υπάρχει η χώρα αύριο
Στη διάρκεια της πανδημίας οι ΗΠΑ κράτησαν όρθια την οικονομία τους μέσω της διοχέτευσης πόρων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις για να στηριχτεί η κατανάλωση και οι ιδιωτικές επενδύσεις. Το αποτέλεσμα ήταν η εκτίναξη του ελλείμματος στο 15% από τη μία και από την άλλη, όταν οι περιορισμοί άρθηκαν, φάνηκε ότι η αμερικανική οικονομία δεν είχε απλώς διασώσει τον παραγωγικό της ιστό, αλλά είχε και το δυναμικό για να μπει ξανά σε αναπτυξιακή πορεία με συνθήκες πλήρους απασχόλησης.
Στην Ευρώπη, η Γερμανία με τα τεράστια πλεονάσματα -παρά την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας- δεν στήριξε την εγχώρια κατανάλωση με αποτέλεσμα να υπονομεύσει τις δικές της προοπτικές. Μετά από χρόνια που η γερμανική οικονομία είχε φθηνή ενέργεια από τη Ρωσία, συμπίεζε τους μισθούς (για να διατηρεί πλεονέκτημα εντός της Ζώνης του Ευρώ) και αύξανε τις χωρίς δασμούς εξαγωγές της σε ΗΠΑ και Κίνα, βρέθηκε ξαφνικά στα σχοινιά.
Το αποτέλεσμα ήταν η καρδιά της Ε.Ε. να διολισθήσει μετά την πανδημία σε στασιμότητα και ύφεση, ενώ το φρένο χρέους που είχε υιοθετήσει συνέβαλε στην αποβιομηχάνιση και στη διάβρωση της παραγωγικής βάσης.
Αντίθετα, στον νότο της Ε.Ε. τα πράγματα εξελίχθηκαν καλύτερα, καθώς η Ελλάδα, η Ισπανία η Ιταλία και η Πορτογαλία ευνοήθηκαν: από την αύξηση του τουρισμού μετά τη λήξη των lockdowns, τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και την αποταμίευση που είχε σωρευθεί στη διάρκεια της πανδημίας. Και γι’ αυτό οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης που διατηρεί σήμερα η Ελλάδα και οι οποίοι θα ήταν καλύτεροι αν δεν υπήρχε το μεγάλο χρέος που μετά την πανδημία επέβαλε αυστηρή προσαρμογή. Και έτσι από ελλείμματα 7%-9% τον καιρό του Covid επιστρέψαμε στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Οι επενδύσεις, από την άλλη, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα (17% έναντι 22% στην Ευρωζώνη) που είναι και αποτέλεσμα της κατάρρευσης (στο μισό της Ευρώπης) που είχε προηγηθεί λόγω των μνημονίων.
Η ευελιξία που επέδειξε η ελληνική οικονομία και συνεχίζει να επιδεικνύει όσον αφορά την ανάπτυξη υπονομεύεται από την ανάγκη να αφαιρούνται σταθερά πόροι από την εγχώρια οικονομία (τα πρωτογενή πλεονάσματα) ώστε να μειώνεται το δημόσιο χρέος. Αυτό μας κάνει ευάλωτους, καθώς δεν μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε επενδύσεις με τον κλασικό τρόπο μέσω ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό. Έτσι η ανάπτυξη στηρίζεται στους πόρους της Ε.Ε., στα έσοδα του τουρισμού και σε ξένες επενδύσεις, που όμως δεν πάνε στην παραγωγή για να φτιάξουν νέες μονάδες, αλλά σε real estate ή σε εξαγορά υφισταμένων μονάδων.
Η μετατόπιση προς τα εμπρός από το σημείο που βρίσκεται σήμερα η ελληνική οικονομία είναι δύσκολη, αλλά είναι και φανερό ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από το να στραφεί η χώρα στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών. Και στο πώς θα γίνει αυτό πρέπει να απαντήσουν οι πολιτικές δυνάμεις που φιλοδοξούν να κυβερνήσουν αντί να ασχολούνται με το πότε η Σδούκου ήταν στο ΠΑΣΟΚ ή στον Λαφαζάνη…
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


