Γιατί ο Τραμπ απομονώνει τις ΗΠΑ και βάζει ακόμη ένα καρφί στο φέρετρο της παγκοσμιοποίησης
Σχεδόν κατά 56% αυξήθηκαν οι τιμές του Brent μέσα στον Μάρτιο -από τα 72 δολάρια στις 27 Φεβρουαρίου, κοντά στα 113 δολάρια σήμερα.
Το αμερικανικό αργό, σημείο αναφοράς στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατέγραψε παρόμοια αύξηση τον Μάρτιο, κατά 54%.
H κατάσταση θα μπορούσε να χειροτερέψει ακόμη περισσότερο, αν συνεχιστεί ο αποκλεισμός του Στενού του Ορμούζ.
«Η τιμή του πετρελαίου αποκαλύπτει την απώλεια αξιοπιστίας του Τραμπ», υποστηρίζει μάλιστα σε κύριο άρθρο της η γερμανική Wirtschafts Woche. «Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί πλέον να ηρεμήσει τις αγορές, τόσο αποτελεσματικά όσο πριν», σημειώνει η γερμανική οικονομική εφημερίδα.
«Ποτέ πριν στην καταγεγραμμένη ιστορία δεν είχε εκτοξευθεί τόσο πολύ η τιμή του πετρελαίου σε έναν μόνο μήνα», λένε στη Ναυτεμπορική, παράγοντες της αγοράς.
Από την έναρξη των επιθέσεων στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, οι ειδήσεις σχετικά με την τιμή του πετρελαίου, και ιδίως για το Στενό του Ορμούζ, έχουν γίνει ο κύριος καταλύτης για τις αγορές.
«Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, της βασικής θαλάσσιας οδού για τη μεταφορά ενέργειας, έχει διαταράξει σχεδόν το 20% του παγκόσμιου εφοδιασμού με πετρέλαιο», λένε οι ίδιες πηγές. «Αυτό το ποσοστό επιδεινώνεται από τις απώλειες στην παραγωγή και τις εξαγωγές που προκαλούνται από τις συνεχιζόμενες ιρανικές επιθέσεις σε εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου στον Κόλπο. Η ζημιά που προκλήθηκε στις μονάδες παραγωγής ενέργειας θα έχει μεσοπρόθεσμο και ακόμη και μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στην προσφορά αργού πετρελαίου», προσθέτουν.
Ανάπτυξη ή ύφεση;
Την ίδια ώρα, ο Διευθύνων Σύμβουλος της BlackRock, Λάρι Φινκ, σκιαγραφεί δύο πιθανές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν: ευημερία και ανάπτυξη ή παγκόσμια ύφεση.
Σε συνέντευξή του στο podcast “Big Boss Interview” του BBC, ο Λάρι Φινκ, τονίζει ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται από το τι θα συμβεί με το Ιράν. «Εάν τελειώσει ο πόλεμος και μια συμφωνία γίνει αποδεκτή και το Ιράν μπορέσει να επαναφέρει το πετρέλαιό του στην αγορά, αυτό θα μπορούσε να ενισχύσει την προσφορά και να μειώσει τις τιμές», εκτιμά ο Διευθύνων Σύμβουλος της BlackRock.
Ωστόσο, εάν το Ιράν συνεχίσει να αποτελεί απειλή για το εμπόριο, το Στενό του Ορμούζ και την περιφερειακή σταθερότητα, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια και μακροπρόθεσμα να φτάσουν ακόμη και τα 200 δολάρια. «Η μεγαλύτερη πρόκληση για εμάς ως επενδυτές σήμερα είναι το εξαιρετικά ευρύ φάσμα πιθανών αποτελεσμάτων (του πολέμου)», τονίζει ο Ερέν Οσμαν, διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων στην Arbuthnot Latham. Σύμφωνα με τον ίδιο, το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ θα είναι απαραίτητο για την παροχή διαρκούς καθησυχασμού στους επενδυτές.
Η παρέμβαση των κεντρικών τραπεζών
Οι υπουργοί Οικονομικών και Ενέργειας και οι κεντρικές τράπεζες των χωρών μελών της G7 (Ηνωμένες Πολιτείες, Ιαπωνία, Καναδάς, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία) προειδοποίησαν βέβαια ότι είναι έτοιμοι να λάβουν τα «απαραίτητα μέτρα για τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και της ανθεκτικότητας της αγοράς ενέργειας».
Οι υπουργοί από τις επτά μεγάλες δυτικές οικονομίες συζήτησαν μέσω τηλεδιάσκεψης για τον παγκόσμιο οικονομικό αντίκτυπο της κρίσης.
Πρόκειται για την τρίτη συνάντηση των G7 από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή τη φορά μετείχαν και οι κεντρικοί τραπεζίτες των χωρών μελών της ομάδας. Η συνάντηση έγινε με πρωτοβουλία της Γαλλίας, η οποία ασκεί επί του παρόντος την προεδρία της G7, και περιελάμβανε επίσης εκπροσώπους του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του ΟΟΣΑ.
Στην τηλεδιάσκεψη που διήρκεσε περισσότερο από δυόμισι ώρες, τονίστηκε η ανάγκη συντονισμένης αντίδρασης «για τη διατήρηση της σταθερότητας της αγοράς ενέργειας και τον μετριασμό των επιπτώσεων» της σύγκρουσης στην παγκόσμια οικονομία και στα οικονομικά των πολιτών».
Στην κοινή τους δήλωση, οι κεντρικές τράπεζες επανέλαβαν ότι «η νομισματική πολιτική θα συνεχίσει να εξαρτάται από οικονομικά δεδομένα» και όχι από πολιτικές αποφάσεις.
Δήλωσαν επίσης ότι θα παρακολουθούν στενά «τον αντίκτυπο των πιέσεων στις τιμές της ενέργειας» στον πληθωρισμό. «Η παρουσία των κεντρικών τραπεζών δεν είναι ασήμαντη, ειδικά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου υψηλής αστάθειας», σημείωσαν πηγές στο γαλλικό yπουργείο Οικονομίας.
Αλλάζει το πρόσωπο της παγκοσμιοποίησης
Ο Αμερικανός οικονομολόγος Ρίτσαρντ Μπόλντουϊν προειδοποιεί μάλιστα ότι με τον πόλεμο στον Κόλπο, αλλά και την δασμολογική πολιτική του προέδρου Τραμπ, «μεταλλάσσεται πλέον η παγκοσμιοποίηση και το ελεύθερο εμπόριο».
Το εμπορικό σοκ του Ντόναλντ Τραμπ και η μονομερής στάση του, ωθεί τον υπόλοιπο κόσμο πιο κοντά, σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Μπόλντουϊν, καθηγητή στο IMD Business School στη Λωζάνη και στέλεχος στο Κέντρο Έρευνας Οικονομικής Πολιτικής (CEPR).
«Η στάση του Ντόναλντ Τραμπ λειτουργεί ως κίνητρο για τον υπόλοιπο κόσμο, ενθαρρύνοντας τις χώρες να πλησιάσουν η μία την άλλη», εξηγεί ο Αμερικανός οικονομολόγος.
Ως απόδειξη, ο Αμερικανός καθηγητής αναφέρει τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Ινδία και τις χώρες Mercosur. «Ολα αυτά, ή σχεδόν όλα, οφείλονται στον Τραμπ και τον προστατευτισμό του. Είναι μεταδοτικό», λέει Μπόλντουιν στην γαλλική Le Echos. «Μια νέα εμπορική τάξη αναδύεται, βασισμένη στους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ)», αλλά χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες και μάλιστα εναντίον τους», συνοψίζει ο Αμερικανός οικονομολόγος, που εργάστηκε στην κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου.


