«Γιατρός, γιατρικά, βότανα γιὰ κάθε αρρώστια»
Ο όρος «κομπογιαννίτης» επανήλθε με τον πλέον τραγικό τρόπο στην επικαιρότητα, με αφορμή τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη.
Για την ετυμολογία του όρου έχουν υποστηριχθεί πολλές εκδοχές χωρίς να υπάρχει ομοφωνία. Και στο
Το απόσπασμα που ακολουθεί ανήκει στην Δημήτριο Καμπούρογλου (1852- 1942), λογοτέχνη, δημοσιογράφο, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Προέρχεται δε από το έργο του, «Ιστορία των Αθηναίων: Τουρκοκρατία, Περίοδος πρώτη, 1458-1687».
Το βιβλίο καλύπτει μία περίοδο περίπου 2,5 αιώνων, από την Άλωση της Πόλης έως τα τέλη του 17ου αιώνα, χωρίς να μας παραθέτει ακριβέστερη χρονολόγηση για τα -σχετικά με τους κομπογιαννίτες- εξιστορούμενα.
Που παραμένουν πάντως απολαυστικά, βοηθούσης και της γλώσσας.
Εν ολίγοις, ο κομπογιαννίτης, περιφέρεται πομπωδώς, διαφημίζοντας με μεγαλοπρέπεια την πραμάτεια του με κάθε τρόπο, εκμεταλλευόμενος ακόμη και σύμβολα όπως ο δικέφαλος αετός, μιλά κορακίστικα προφανώς.
Θα μπαίναμε στον πειρασμό να πούμε ότι «πάσα ομοιότης με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική»
Σημείωση: Ο Καμπούρογλου είναι μάλλον επιεικής με τους εμπειρικούς κομπογιαννίτες, δεδομένης της εποχής. Αλλωστε από το ίδιο βιβλίο προκύπτει πόσο λίγοι είναι οι «ιατροί και οι γιάτρενες» τους μακρινούς εκείνους καιρούς, τόσο που ο συγγραφέας να τους παραθέτει ονομαστικά, με τα επώνυμά τους.
Σας το παραθέτουμε με λίγες παρενθετικές επεξηγήσεις, σε σημεία που ίσως η γλώσσα δεν είναι απολύτως κατανοητή στον σημερινό αναγνώστη.
Κομπογιαννίται
«Πλὴν τῶν ἐγκατεστημένων ἐν τῇ πόλει ἰατρῶν, ἐπιστημόνων, ἢ ἐμπειρικῶν, ὑπῆρχον καὶ οἱ ταξιδεύοντες· οἱ γνωστοὶ κοινῶς ὑπὸ τὸ ὄνομα Κομπογιαννίται. Οὗτοι δὲν εἶναι ἄξιοι τῆς ἤδη ἐπικρατούσης περιφρονήσεως δι’ αὐτούς, διότι πρὸς τῇ ἀγυρτείᾳ ἦσαν ταμίαι (σσ: συλλέκτες), ὡς εἰπεῖν, ἰατρικῶν κατὰ παράδοσιν γνώσεων, συνεδέοντο πολὺ πρὸς τὴν φύσιν τοῦ τόπου καὶ τὰ βότανα· «Δὲν εἶναι τόσο κουτὸς ὁ Θεός, μοὶ ἔλεγεν εἷς ἀπόγονος τῶν πωλητῶν βοτάνων γέρων, νὰ ἔχῃ τὴν θέρμη [σσ: τον πυρετό] στὴν Ἀθήνα καὶ τὸ γιατρικό της στὴν Κίνα.»
Ὁ Κομπογιαννίτης περιεφέρετο εἰς τὸν δρόμον σοβαρώτατος, κρατῶν κιβωτίδιον πλήρες φαρμάκων, ὁ δὲ βοηθός του (τὸ κοπέλλι) ἐφώναζε· «γιατρός! γιατρικά! βότανα γιὰ κάθε ἀρρώστια!»
Οἱ ἀρχαιότεροι κομπογιαννῖται ἐφόρουν ἀντεριὰ [μακρύ ριχτό ένδυμα με μανίκια] ,καὶ τζουμπέδαις {πανωφόρι, μπέρτα], τὸν χειμῶνα τσόχινα καὶ τὸ καλοκαῖρι ἀπὸ σαλὶ· ζωνάρι φαρδὺ καὶ καλπάκι εἰδικοῦ σχήματος· ὁ κόλπος αὐτῶν ἦτο πάντοτε φουσκωμένος, διότι ἐντός αὐτοῦ ὑπῆρχε κυτίον μετάλλινον πλήρες ἀλοιφῶν διαφόρων· τὸ παράδοξον εἶναι, ὅτι ἐπὶ τοῦ καλύμματος τοῦ κυτίου ὑπῆρχε συνήθως ὁ δικέφαλος ἀετὸς τοῦ Βυζαντίου.
Ὑπῆρχον ὅμως καὶ ἐγχώριοι βοτανοπῶλαι, προμηθευόμενοι βοτάνας ἀπὸ τὴν μεγάλην φαρμακαποθήκην τῶν Ἀθηνῶν, τὸν Ὑμηττόν.
Μεταγενεστέρως εἰς τὴν κεφαλὴν ἔφερον κασκέτον τσόχινον, ἔχον ἐμπρὸς τὸ λεγόμενον κεραμίδι, ὑπερβολικῶς προέχον καὶ σκιάζον τὸ πρόσωπον.
Οἱ κομπογιαννῖται ἐκράτουν μεγάλην καὶ χονδρὴν ράβδον ἔχουσαν κατὰ τὴν λαβὴν ἓν στρογγυλὸν καὶ λευκὸν κόκκαλον, ἢ ἔχουσαν γεγλυμμένον ὄφιν περιπεπλεγμένον καθ’ ὅλον τὸ μῆκός της.
Κατὰ τὸν Σάθαν τὸ κομπογιαννίτης παράγεται ἐκ τοῦ κομπόνω (ἀπατῶ)· τοῦτο ἂν καὶ μὴ ὅλως ἀπίθανον, δὲν δύναταί τις νὰ δεχθῇ ὡς ὁριστικῶς ὀρθόν. Κατὰ τὸν αὐτὸν οἱ πλεῖστοι ἦσαν ἐκ Ζαγορίου, ὡμίλουν δέ, ὁσάκις συνεννοοῦντο πρὸς συνάδελφόν των, ἢ μᾶλλον πρὸς τοὺς βοηθούς των, τὰ κορακιστικά, ἀπελπίζοντα βεβαίως τὸν ἀσθενῆ, ὅπως τὰ σημερινὰ γαλλικὰ τῶν ἰατρῶν»
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


