Γιώργος Σεφέρης – 55 χρόνια από τον θάνατό του
Σαν σήμερα, πριν από 55 χρόνια, έφυγε από τη ζωή ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής που συνέδεσε όσο λίγοι τη νεότερη ελληνική ποίηση με την ιστορία, τη μνήμη και τις μεγάλες περιπέτειες του ελληνισμού. Η ποίησή του ξεπέρασε τα όρια της λογοτεχνίας και έγινε τραγούδι, δημόσιος λόγος και, σε κρίσιμες στιγμές, έκφραση μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Ο πρώτος Έλληνας ποιητής που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας πέθανε τα ξημερώματα της 20ής Σεπτεμβρίου 1971, σε ηλικία 71 ετών, από μετεγχειρητικές επιπλοκές. Είχε εισαχθεί στις αρχές Αυγούστου στον «Ευαγγελισμό», όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση στο δωδεκαδάκτυλο.
Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, μετατράπηκε σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές δημόσιες εκδηλώσεις αντίστασης στη δικτατορία. Καθώς η νεκρώσιμη πομπή κατευθυνόταν προς το Α΄ Νεκροταφείο, το πλήθος σταμάτησε μπροστά στην Πύλη του Αδριανού και άρχισε να τραγουδά την απαγορευμένη «Άρνηση» του Μίκη Θεοδωράκη, σε στίχους του Σεφέρη — το γνωστό «Στο περιγιάλι το κρυφό».
Τρεις ημέρες αργότερα, στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» το τελευταίο ποίημά του, «Επί Ασπαλάθων». Γραμμένο στις 31 Μαρτίου 1971, αποτελεί μια ακόμη σαφή καταγγελία της δικτατορίας και έμελλε να αποκτήσει ιδιαίτερο συμβολικό βάρος μετά τον θάνατό του.
Η ποίηση του Σεφέρη πέρασε και στη μουσική, μέσα από το έργο πολλών σημαντικών συνθετών. Ποιήματά του μελοποίησαν, μεταξύ άλλων, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Ηλίας Ανδριόπουλος, ο Δήμος Μούτσης, ο Θάνος Μικρούτσικος, οι Αδελφοί Κατσιμίχα, ο Μίλτος Πασχαλίδης και ο Γιώργος Κουρουπός.
Ο Γιώργος Σεφέρης, το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης, γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 1900 στη Σμύρνη. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Στυλιανού Σεφεριάδη, δικηγόρου και σημαντικού κοινωνικού παράγοντα της Σμύρνης, και της Δέσποινας Τενεκίδη, με καταγωγή από τη Νάξο. Είχε ακόμη δύο αδέλφια, τον Άγγελο και την Ιωάννα, η οποία παντρεύτηκε τον φιλόσοφο και πολιτικό Κωνσταντίνο Τσάτσο.
Το 1963, η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, τιμώντας έναν ποιητή που είχε ήδη καταφέρει να δώσει στη νεότερη ελληνική ποίηση διεθνή ακτινοβολία.
Πενήντα πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, η φωνή του Σεφέρη εξακολουθεί να ακούγεται μέσα από τους στίχους του, τα τραγούδια που γεννήθηκαν από αυτούς και, κυρίως, μέσα από τη διαρκή παρουσία του στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία.
Το πλήρες κείμενο της ιστορικής ομιλίας του Γιώργου Σεφέρη στην Στοκχόλμη στις 11 Δεκεμβρίου του 1963 έχει ως εξής:
«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα πρώτα από τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν».
Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «…θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε…». Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος, είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα, όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο, γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία, παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να ‘βρει καταφύγιο, απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτήν δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου.

Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν’ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα, που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς, που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής,
– για να θυμηθώ το Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νόμπελ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.
Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


