Γυναικεία ανεργία
Η ανεργία στην Ελλάδα έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Από την εποχή των Μνημονίων έως και σήμερα διαπιστώνεται ότι σχεδόν επτά στους δέκα ανέργους της ΔΥΠΑ είναι γυναίκες.
Ουσιαστικά, φαίνεται ότι η γυναικεία ανεργία στην Ελλάδα αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της αγοράς εργασίας. Ως αποτέλεσμα αυτού του προβλήματος είναι πως οι γυναίκες βιώνουν ένα μόνιμο καθεστώς υποαπασχόλησης και επισφάλειας.
Ακόμα χειρότερα, καθώς τα στοιχεία του Οργανισμού δείχνουν πως περισσότερες από τις μισές άνεργες γυναίκες παραμένουν εκτός εργασίας για χρονικό διάστημα άνω των 12 μηνών. Έτσι και η μακροχρόνια ανεργία φαίνεται ότι πλήττει δυσανάλογα τις γυναίκες. Ούτε λόγος φυσικά για την απώλεια εισοδήματος που υφίστανται, για τον περιορισμό των ασφαλιστικών τους δικαιωμάτων, αλλά και για τυχόν επαγγελματικές δεξιότητες που μεταφέρονται στις καλένδες. Όταν δεν προσφέρονται σταθερές θέσεις εργασίας, είναι απόλυτα λογικό να προκύπτουν όλα τα ανωτέρω προβλήματα.
Θα περίμενε κανείς η Πολιτεία να δείξει ενδιαφέρον, ώστε να προωθήσει την επαναφορά των γυναικών στην αγορά εργασίας. Η πλήρης απασχόλησή τους αποτελεί προαπαιτούμενο, ώστε να μπορέσει η γυναίκα να αποκτήσει αυτονομία, να «σταθεί στα πόδια της» και να στηρίξει με πιο αποτελεσματικό τρόπο την οικογένειά της.
Όμως, στην ελληνική αγορά εργασίας φαίνεται ότι οι νέες προσλήψεις είναι μοιρασμένες ανάμεσα στην πλήρη και στη μερική απασχόληση. Τον περασμένο Οκτώβριο, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, μόλις το 47,4% των νέων προσλήψεων πραγματοποιήθηκαν με όρους πλήρους απασχόλησης. Οι περισσότερες θέσεις που προέκυψαν (52,6%) αφορούσαν μερική και εκ περιτροπής εργασία.
Οι ευέλικτες μορφές εργασίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια λύση στο αδιέξοδο που διαπιστώνεται με τη γυναικεία απασχόληση στη χώρα. Δεν είναι τυχαίο ότι στο νέο πρόγραμμα που προωθεί η ΔΥΠΑ, για την πρόσληψη έως 10.000 γυναικών ανά την Επικράτεια, οι μισές θέσεις εργασίας που προτείνονται (5.000) είναι με όρους μερικής απασχόλησης.
Αυτές οι μορφές εργασίας, όμως, δεν αντιμετωπίζουν οριστικά το πρόβλημα. Περιορίζουν την έντασή του, αφού ανοίγουν έναν δρόμο προς την απασχόληση, αλλά δεν το λύνουν. Αιτία είναι πως η μερική απασχόληση «μεταφράζεται» σε μικρότερες αποδοχές, σε λιγότερα ένσημα (άρα και σε πιο δύσκολη συνταξιοδότηση), καθώς και σε περιορισμένη επαγγελματική εξέλιξη. Έτσι, η γυναίκα μοιάζει να μετατρέπεται σε πολίτη «δεύτερης κατηγορίας», που θα πρέπει να περιορίσει τις επαγγελματικές και μισθολογικές βλέψεις της, αν θέλει να βρει μια δουλειά. Άλλωστε, έχει και σπίτι – οικογένεια – παιδιά να μεγαλώσει…
Προφανώς όλα αυτά δεν ταιριάζουν με το σημερινό μοντέλο εργασίας που επικρατεί στο δυτικό κόσμο. Η μερική απασχόληση «κουκουλώνει», δεν λύνει το πρόβλημα με την εργασία των γυναικών. Η ισότιμη μεταχείρισή τους από την Πολιτεία δεν θα έπρεπε να θεωρείται ζητούμενο. Θα έπρεπε να είναι δεδομένη.
Η γυναίκα αντιμετωπίζει καθημερινά μια σειρά από μειωτικές καταστάσεις. Από μικρό παιδάκι βιώνει αδικίες. Στο σπίτι, στο σχολείο, στον επαγγελματικό στίβο. Ας έχει τουλάχιστον ισότιμη μεταχείριση για να επιστρέψει στην εργασία.


