Η αυταπάτη των επιδομάτων
Στα εγχειρίδια οικονομικής πολιτικής δεν υπάρχει αναφορά στην «επιδοματική πολιτική» ως αυτόνομου εργαλείου καταπολέμησης ενός ανεπιθύμητου φαινομένου, όπως είναι ο πληθωρισμός.
Χρησιμοποιείται όμως σε έκτακτες καταστάσεις, προσωρινά, για την αντιμετώπιση ακραίων δυσμενών επιπτώσεων στον κοινωνικό ιστό, όταν δε υπάρξει εξομάλυνση αποσύρεται, ώστε να μην διαιωνίζονται οι στρεβλώσεις που επιφέρει στη λειτουργία της αγοράς. Στη χώρα μας όμως, εδώ και επτά χρόνια, αποτελεί κυρίαρχο συστατικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής, με διακηρυγμένο στόχο την ελάφρυνση των ευάλωτων κοινωνικών στρωμάτων, ταυτόχρονα με την κρυφή ελπίδα βέβαια, ότι στις επόμενες εκλογές θα ανταμείψουν την κυβέρνηση με την προτίμησή τους. Έτσι, ο γνωστός μας πολιτικός κύκλος, όπου σε όλες τις χώρες, προεκλογικά αυξάνονται οι κρατικές δαπάνες, στη χώρα μας έχει μετατραπεί σε ετήσια εθιμική διαδικασία, όπως για παράδειγμα ο ερχομός του Αϊ Βασίλη με τα δώρα.
Το πρόβλημα βέβαια είναι γνωστό και καταγεγραμμένο από την ΕΛΣΤΑΤ. Το γενικό επίπεδο των τιμών μετά την άνοιξη του 2020 παρουσιάζει σωρευτικά μία σημαντική αύξηση κατά 18,6%, η οποία κατατρώγει τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις υπήρξαν, με αποτέλεσμα ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα του λαού μας να μην είναι σε θέση να καλύψει τις μηνιαίες δαπάνες του νοικοκυριού για το σύνολο του μήνα. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά των Ελλήνων έχει κατρακυλήσει στην τελευταία θέση των 27 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πιστοποιώντας έτσι, ότι η οικονομική πολιτική σε ότι αφορά το σημαντικότερό της στόχο, που είναι η βελτίωση της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου, έχει παταγωδώς αποτύχει. Η αγορά τροφίμων, οι μετακινήσεις και οι ενεργειακοί λογαριασμοί, τα ενοίκια, πιέζουν τα εισοδήματα ενός μεγάλου τμήματος του λαού μας, πάνω από το 30%, ενώ καθιστούν αναγκαίες σχετικές παρεμβάσεις και βοήθεια από την πολιτεία.
Από πού θα βρεθούν οι πόροι
Οι μεταβιβαστικές πληρωμές που απαιτούνται, πάντα στο πλαίσιο μιας συνετούς δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να ασκηθεί μια πολιτική ελάφρυνσης των ευάλωτων νοικοκυριών, μπορούν να καλυφθούν μέσα από τρεις πηγές:
Πρώτον, με δανεισμό: Για μια χώρα όπως η Ελλάδα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρώπη (2025: 146,1% του ΑΕΠ) η λύση αυτή είναι απλά απαγορευτική. Επελέγη κατά τη διάρκεια την πανδημίας με το δανεισμό της χώρας περί τα 40 δις Ευρώ, εκτόξευσε το δανεισμό στο 205% του ΑΕΠ, αλλά στη συνέχεια ελέω πληθωρισμού τα έσοδα του κράτους φρόντισαν να βελτιώσουν τα ονομαστικά μάκρο-μεγέθη και μαζί με αυτά και το λόγο χρέους προς ΑΕΠ.
Δεύτερον, με την αύξηση της άμεσης φορολογίας. Σε ότι αφορά την Ελλάδα η φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων και τα περιθώρια, μέσω αυτής, συγκέντρωσης αξιόλογων ποσών, είναι επίσης ανέφικτος τη στιγμή που οι φορολογικοί συντελεστές βρίσκονται στο υψηλότερο σημείο της ευρωπαϊκής κλίμακας. Υπάρχει βέβαια και η πάταξη της φοροδιαφυγής ως μέσο, μόνο που αυτή θα μπορούσε να παράσχει μια σχετική βοήθεια, αλλά μακροπρόθεσμα . Επιπρόσθετα, βελτίωση των φορολογικών εσόδων μπορεί να προκύψει από συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας, οι οποίοι λόγω της ενεργειακής κρίσης ή της ολιγοπωλιακής δομής της αγοράς, εμφανίζουν σημαντικά κέρδη τα οποία δεν προέρχονται από την αύξηση της παραγωγικότητάς τους αλλά τυχαία. Πρόκειται κυρίως για τις ενεργειακές εταιρείες καθώς και τις τράπεζες. Οι τελευταίες μάλιστα διανέμουν πρωτοφανή μερίσματα στους μετόχους τους (2025: 2,8 δις Ευρώ), οι οποίοι ως αλλοδαποί στο 70% του συνόλου, εξάγουν τα κεφάλαια στο εξωτερικό, μάλιστα με τη χαμηλότερη φορολογία των μερισμάτων κατά 5%, ενώ ο μέσος όρος στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης ανέρχεται περί το 25%.
Τρίτον, με τη δημιουργία και αξιοποίηση των δημοσιονομικών υπερπλεονασμάτων. Ευθύς εξαρχής είναι αναγκαίο να τονιστεί, ότι η δημιουργία πλεονασμάτων πάνω από την πρόβλεψη του προϋπολογισμού, δε μπορεί να είναι εσκεμμένη. Και τούτο, επειδή όπως γνωρίζουν και οι πρωτοετείς φοιτητές των οικονομικών σχολών, η αφαίρεση από την αγορά σημαντικών κεφαλαίων, μέσω αυξημένων φορολογικών εσόδων, λειτουργεί συσταλτικά και βλάπτει σοβαρά την ανάπτυξη της οικονομίας. Συνεπώς, θα έπρεπε γνωρίζοντας πλέον τις ιδιομορφίες της ελληνικής οικονομίας και την τρέχουσα τάση που διαμορφώνεται, να έχει αποφευχθεί η δημιουργία υπερπλεονασμάτων, ώστε να μην υπάρχουν και προβλήματα για τη διάθεσή τους με τις ευρωπαϊκές ελεγκτικές αρχές.
Από το «ρεκόρ στις επιδόσεις του πρωτογενούς πλεονάσματος» του 2025, όπως προκύπτει και από τις επίσημες ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ ύψους 12,1 δισ. ευρώ ή 4,9% επί του ΑΕΠ, θα χρηματοδοτηθούν και φέτος τα παντός είδους επιδόματα τα οποία ανακοίνωσε ή και σχεδιάζει ακόμη να εξαγγείλει στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης η κυβέρνηση. Τα ποσά αυτά προέκυψαν σχεδόν εξολοκλήρου από τις πρόσθετες εισπράξεις από τον ΦΠΑ καθώς και από τη μη τιμαριθμοποίηση των φορολογικών συντελεστών των μισθωτών υπηρεσιών. Μικρή συμβολή είχε εξάλλου και η αυξημένη χρήση των ηλεκτρονικών πληρωμών, η οποία μειώνει κατά ένα μέρος τη φοροδιαφυγή, στο σύνολό της όμως σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση της ΑΑΔΕ το 2025 η παραβατικότητα αυξήθηκε στο 29,7% από 27,1% το 2024.
Σπατάλη πόρων χωρίς κοινωνικό αποτύπωμα
Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή θέτει σε αμφισβήτηση την επιλογή της επιδοματικής πολιτικής, όχι μόνο για μακροοικονομικούς λόγους, αλλά και για ζητήματα που έχουν σχέση με τη διαχείριση των πόρων και την κατανομή των βαρών. Για τα ποικιλόμορφα επιδόματα και ενισχύσεις προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χρησιμοποιήθηκε μια ευρεία γκάμα εργαλείων του “social engineering”, η οποία διευκόλυνε μεν την πρόσβαση στις χρηματοδοτήσεις, με ελάχιστους όμως μηχανισμούς ελέγχου των πραγματικών αναγκών των επωφελούμενων. Με βασικό κριτήριο τα εισοδήματα που αναγράφονται στις φορολογικές δηλώσεις, ήταν αναμενόμενο, ότι θα προκύψουν αστοχίες. Έτσι σε ορισμένες περιπτώσεις , όπως στο Market pass του 2023 οι επωφελούμενοι ήταν 8,5 εκατ. πολίτες ή στο πρόσφατο fuel pass, όπου από τα εισοδηματικά κριτήρια καλύπτεται το 78% των ιδιοκτητών οχημάτων. Αποτέλεσμα αυτού ήταν, ο επιμερισμός των διαθέσιμων ποσών να οδηγήσει σε ψήγματα βοήθειας, τα οποία για μεν το σύνολο των αποδεκτών ήταν ανεπαίσθητα, για δε τις πραγματικά ευάλωτες ομάδες συνέβαλε ελάχιστα στον περιορισμό της φτώχειας και του αποκλεισμού τους. Είναι προφανές βέβαια, ότι στο πλήθος των επωφελούμενων συγκαταλέγονται και οι κάθε λογής φοροφυγάδες, οι οποίοι δηλώνουν ελάχιστα εισοδήματα και καρπούνται ταυτόχρονα των επιδομάτων, τα οποία πληρώνονται από τα γνωστά υποζύγια του φορολογικού μας συστήματος.
Παρεμβάσεις οικονομικής πολιτικής με προοδευτικό πρόσημο
Για την αντιμετώπιση των παραπάνω παθογενειών η οικονομική πολιτική που στοχεύει σε μια ουσιαστική ελάφρυνση των περισσότερο πληττόμενων συμπολιτών μας από τις αλλεπάλληλες κρίσεις, απαιτούνται οι εξής παρεμβάσεις:
Πρώτον, είναι αυτονόητο, ότι επιδόματα θα πρέπει να συνεχίσουν να καταβάλλονται και μάλιστα πολύ ενισχυμένα και στοχευμένα, σε όλες τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού που έχουν πραγματική ανάγκη. Αυτό προκύπτει από επιτόπιο έλεγχο των κοινωνικών υπηρεσιών του τρόπου διαβίωσης και των πραγματικών περιουσιακών περιουσιακών στοιχείων των αιτούντων, όπως γίνεται σε όλες τις χώρες με ανεπτυγμένα κοινωνικά συστήματα. Έτσι, αποφεύγεται η καταβολή επιδομάτων, που προορίζονται για φτωχά, αναξιοπαθούντα άτομα, σε εύπορους ή φοροφυγάδες πολίτες, αλλά και οι φορολογούμενοι δε νοιώθουν ότι εξαπατώνται.
Δεύτερον, για την αντιμετώπιση των φαινομένων, όπως η ακρίβεια των τελευταίων ετών, που πλήττει σχεδόν το σύνολο της κοινωνίας, πρέπει να εφαρμόζονται γενικότερα μέτρα, όπως η μείωση ή και κατάργηση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας σε ορισμένα βασικά προϊόντα διατροφής ή του Ειδικού Φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα. Επίσης, επιβάλλεται η ενίσχυση των εισοδημάτων των μισθωτών και συνταξιούχων με μονιμότερα μέτρα, αφού και οι απώλειες της αγοραστικής τους δύναμης λόγω πληθωρισμού, έχει επίσης μόνιμο χαρακτήρα. Με αυτόν τον τρόπο θα συμμετέχουν στην ελάφρυνση και ομάδες που ανήκουν στη «νέα μεσαία τάξη» των χαμηλότερων εισοδημάτων, οι οποίοι καλούνται με τους φόρους που πληρώνουν να ενισχύσουν φοροφυγάδες που επιπρόσθετα εισπράττουν και επιδόματα.
Τρίτον, διαπιστώνεται ανεπάρκεια στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Το ακριβές ύψος της απώλειας εσόδων για το ελληνικό κράτος είναι άγνωστο. Μελέτες, εκτιμήσεις και έμμεσες αναφορές στο μέγεθος, την ανεβάζουν στα 40-60 δις ευρώ το χρόνο. Σ΄ αυτό συμβάλλουν πέρα από τις ανορθόδοξες πρακτικές των μεγάλων επιχειρήσεων και η πληθώρα ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων καθώς και ο μεγάλος αριθμός πολύ μικρών επιχειρήσεων που συντηρούνται, ακριβώς χωρίς να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Το κράτος δυστυχώς σπάνια ασχολείται σοβαρά με το πρόβλημα της φοροδιαφυγής. Αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο που η χώρα έκανε προσπάθειες για να συμμετάσχει στη Νομισματική Ένωση όπως και κατά τη διάρκεια των μνημονίων, όπου διευρύνθηκε η φορολογική βάση, μετά εγκαταλείφθηκε κάθε προσπάθεια. Άλλωστε, είναι προφανές ότι το κράτος δείχνει μειωμένο ενδιαφέρον για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, αφού από τη μια έχει εξασφαλίσει ακόπως μέσω του πληθωρισμού τα αναγκαία έσοδα για κάλυψη των δαπανών του, από την άλλη δεν είναι πρόθυμο να δυσαρεστήσει κάποιες ομάδες που συστηματικά διαφεύγουν, αποτελούν όμως τους δυνητικούς ψηφοφόρους.
* Καθηγητής Οικονομικών, τ. πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς


