Η αναδιάταξη εφοδιαστικών αλυσίδων τροφίμων σε ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον

Ημερομηνία: 17-04-2026



Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η κρίση που συνδέεται με το Ιράν, επαναφέρει με οξύ τρόπο το ζήτημα της ασφάλειας εφοδιασμού, καθώς επηρεάζει κρίσιμες ροές ενέργειας, λιπασμάτων και θαλάσσιων μεταφορών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, διαμορφώνεται μια νέα κατεύθυνση αναδιοργάνωσης των εφοδιαστικών αλυσίδων, όπου η συγκέντρωση και η καθετοποίηση αναδεικνύονται ως κυρίαρχες στρατηγικές. Μεγάλες επιχειρήσεις επιχειρούν να ελέγξουν πολλαπλά στάδια της παραγωγικής διαδικασίας, από την πρωτογενή παραγωγή έως τη διανομή, επιδιώκοντας τη μείωση του κόστους, την ενίσχυση της προβλεψιμότητας και την απορρόφηση των κραδασμών. Παράλληλα, η συγκέντρωση της αγοράς, μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών, δημιουργεί ισχυρούς πόλους, που επωφελούνται από οικονομίες κλίμακας, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τον ανταγωνισμό και εντείνει τις ανισορροπίες ισχύος εις βάρος μικρότερων παραγωγών. Η τάση αυτή συνοδεύεται από μια ευρύτερη αναδιάταξη της παραγωγής, της αποθεματοποίησης και της διανομής.

Η Ε.Ε., μετά τις διαφαινόμενες γεωοικονομικές εξελίξεις, μετατοπίζει το κέντρο βάρους των προτεραιοτήτων της, επανασχεδιάζοντας τις αναπτυξιακές και χρηματοδοτικές πολιτικές της, με τη σύναψη μιας σειράς διμερών ή και πολυμερών εμπορικών συμφωνιών με νέους «παίκτες». Σε αυτή τη συγκυρία, το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή οικονομικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η πρόσβαση σε βασικά αγαθά, τη σχέση μεταξύ τοπικής παραγωγής και παγκόσμιων δικτύων, καθώς και την ισορροπία μεταξύ αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης στο σύστημα τροφίμων.

Οι συζητήσεις για τη νέα ΚΑΠ 2028- 2034 δεν περιορίζεται στην επιστροφή στις εθνικές αγορές παρέμβασης. Μετατοπίζεται ουσιαστικά στην ενίσχυση της διαχείρισης κρίσεων, στη δημιουργία ισχυρότερου «διχτυού ασφαλείας» και κυρίως στη βελτίωση της θέσης των αγροτών στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η έλλειψη συγκέντρωσης της προσφοράς και διαπραγματευτικής ισχύος εξακολουθεί να υπονομεύει τη θέση των παραγωγών στην αγορά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύει το πλαίσιο κατά των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, προωθεί ισχυρότερες Οργανώσεις Παραγωγών και συζητά μηχανισμούς που ενδυναμώνουν τη διαπραγματευτική δύναμη των αγροτών έναντι των μεγάλων αλυσίδων λιανικής και μεταποίησης. Η Οδηγία (ΕΕ) 2019/633 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, καθώς και οι νεότερες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (COM(2024) 576 final) ενισχύουν τη διασυνοριακή συνεργασία των αρχών για την επιβολή κυρώσεων, τη θωράκιση των παραγωγών από αθέμιτες πρακτικές, όπως οι καθυστερήσεις πληρωμών ή οι αιφνίδιες ακυρώσεις παραγγελιών κατά τη διάθεση των προϊόντων τους σε μεγάλες αλυσίδες λιανικής και επιχειρήσεις μεταποίησης τροφίμων.

Σε προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο, ως εισηγήτρια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη διαμόρφωση των Τιμών των Τροφίμων (Έκθεση P6_TA(2009)0191 στις 26 Μαρτίου 2009), είχα επισημάνει ότι:

  • Η συγκέντρωση της αγοράς μπορεί βραχυπρόθεσμα να οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές, όμως μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα εγκυμονεί κινδύνους περιορισμού του ανταγωνισμού, αποκλεισμού μικρών παραγωγών και συρρίκνωσης των επιλογών του καταναλωτή.
  • Η συγκέντρωση της προσφοράς μέσω Οργανώσεων Παραγωγών, συνεταιρισμών και συναφών φορέων μπορεί να αναβαθμίσει τη θέση της γεωργικής παραγωγής στην εφοδιαστική αλυσίδα, αυξάνοντας τη διαπραγματευτική δύναμη των αγροτών και την προστιθέμενη αξία των προϊόντων τους.

Η συζήτηση για τον ρόλο των εφοδιαστικών αλυσίδων και κατ’ επέκταση της δυνατότητας αποθεματοποίησης, δημόσιας και ιδιωτικής, στον αγροτικό τομέα, δεν είναι πλέον θεωρητική. Η αποθεματοποίηση επιτρέπεται. Δεν επιτρέπεται όμως ένα κράτος-μέλος να στήσει μόνο του εθνικό μηχανισμό παρέμβασης τιμών εκτός του ενιαίου ευρωπαϊκού πλαισίου.

Η αποθεματοποίηση μπορεί να σχεδιαστεί σε εθνικό επίπεδο με τρόπο συμβατό στα πλαίσια της ΚΑΠ και της ενιαίας αγοράς αλλά και με τις βασικές αρχές του ΠΟΕ. Το κλειδί είναι να επιλεχθεί σωστό μοντέλο (δημόσιο – ιδιωτικό – μικτό), σωστοί μηχανισμοί ενεργοποίησης και να «κουμπώσει» πάνω στα ήδη υπάρχοντα εργαλεία της Ε.Ε., όπως εκείνων της δημόσιας παρέμβασης και της ενίσχυσης της ιδιωτικής αποθεματοποίησης.

Προτείνεται να εξεταστεί η σύσταση Εθνικού Συλλογικού Φορέα Αποθεματοποίησης και Διαπραγμάτευσης Προϊόντων που θα διασφαλίσει ένα πακέτο παρεμβάσεων με αλληλοσυμπληρούμενες πολιτικές, μέτρα και χρηματοδοτήσεις. Στόχος του φορέα μπορεί να είναι:

  • η δημιουργία εθνικού συστήματος πιστοποιημένων αποθηκών, ώστε ο Φορέας να συμμετέχει, όταν ανοίγει το ευρωπαϊκό μέτρο αποθεματοποίησης,
  • η οργάνωση δομών αποθεματοποίησης και συγκέντρωσης προσφοράς από Οργανώσεις Παραγωγών, Διεπαγγελματικές Οργανώσεις και συνεταιρισμούς,
  • η συλλογή και αποθήκευση προϊόντων βάσει ποιοτικών και τεχνικών προδιαγραφών,
  • η διενέργεια διαπραγματεύσεων εμπορικών τιμών σε κεντρικό επίπεδο,
  • η εφαρμογή συστημάτων πιστοποίησης ποιότητας και περιβαλλοντικής διαχείρισης,
  • η εξασφάλιση συμμετοχής των ελληνικών προϊόντων σε εμπορικές συμφωνίες της Ε.Ε.,
  • η αξιοποίηση των εργαλείων της ιδιωτικής αποθεματοποίησης, όταν ενεργοποιούνται,
  • οι επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης, logistics, ψηφιακή ιχνηλασιμότητα μέσω ΕΣΠΑ και ΠΑΑ,
  • η ενεργοποίησή του βασίζεται σε αντικειμενικά προσδιοριζόμενα κριτήρια που να είναι συμβατά με ευρωπαϊκές πρακτικές και όρους για την παρακολούθηση των διεθνών συμφωνιών της Ε.Ε.

Η αρχιτεκτονική του Εθνικού Μηχανισμού Αποθεματοποίησης και Διαπραγμάτευσης θα μπορούσε να είναι σε τρία επίπεδα:

  1. Διαχειριστής: Να έχει δημόσια αναπτυξιακή δομή ή να είναι ειδικός φορέας (π.χ. σε συνεργασία με ΟΠΕΚΕΠΕ/ΥΠΑΑΤ), που καθορίζει κανόνες, διενεργεί ελέγχους και παρακολουθεί την προσφορά και ζήτηση.
  2. Αποθηκευτές: Είναι κυρίως Συνεταιρισμοί, Οργανώσεις Παραγωγών και ιδιώτες με πιστοποιημένες εγκαταστάσεις (αποθήκες, ψυγεία, σιλό) συνδεδεμένες με ψηφιακά συστήματα παρακολούθησης.
  3. Χρηματοδότηση και Εγγυήσεις: Η συμμετοχή της Δημόσιας Αναπτυξιακής Τράπεζας μέσω εγγυήσεων και κεφαλαίου κίνησης να είναι ενισχυμένη.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα πρέπει να διαμορφώσει μια εθνική στρατηγική, στη βάση ενός ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου και αποφάσεων με τους κοινωνικούς και παραγωγικούς εταίρους, που θα μετατρέψει τον πρωτογενή τομέα σε πυλώνα παραγωγικής, οικονομικής ανάπτυξης, θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά του, θα ισχυροποιήσει τις αλυσίδες παραγωγής μεταξύ των παραγωγικών κλάδων, όπως της βιομηχανίας και των υπηρεσιών, ενώ θα βελτιώσει την εξωστρέφειά του και το ισοζύγιο πληρωμών. Η επιλογή δεν είναι «εθνική απομόνωση» ή «ευρωπαϊκή υποταγή». Έχουμε εθνικές επιλογές.

*Πρώην υπουργός, βουλευτής και ευρωβουλευτής

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος