Η ανασύνθεση της κεντροδεξιάς πέρα από πρόσωπα
του Θανάση Σκορδά*
Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια την κοινωνία. Αρκεί να την κοιτάξει κανείς λίγο προσεκτικότερα για να διαπιστώσει ότι κάτι έχει αλλάξει.
Πολίτες που μέχρι χθες θεωρούνταν δεδομένοι για την κεντροδεξιά αισθάνονται ότι η έως τώρα πολιτική τους έκφραση έχει απομακρυνθεί από τις αξίες και τις ανησυχίες τους. Άλλοι βιώνουν καθημερινά την ακρίβεια, τη στεγαστική πίεση και τη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης. Άλλοι προβληματίζονται από επιλογές που συνδέονται με τη λεγόμενη woke ατζέντα ή από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν σοβαρά θεσμικά ζητήματα.
Το ίδιο αισθάνονται άνθρωποι της παραγωγής, της εργασίας, της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας, αγρότες και επαγγελματίες που βλέπουν την πολιτική συζήτηση να απέχει συχνά από τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες προσπαθούν να δημιουργήσουν, να επενδύσουν και να προκόψουν.
Όλες αυτές οι ανησυχίες δεν συνθέτουν από μόνες τους ένα ενιαίο πολιτικό ρεύμα. Συνθέτουν, όμως, ένα πραγματικό πολιτικό κενό, μεγαλύτερο από μια απλή αντιπαράθεση Μητσοτάκη–Σαμαρά και αναδεικνύουν ότι το βαθύτερο πολιτικό ζήτημα είναι αν ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας αναζητά μια διαφορετική πολιτική σύνθεση.
Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε περίοδο πολιτικής μετατόπισης. Η πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση στη Σαξονία-Άνχαλτ έδειξε ξανά την πίεση που δέχονται τα παραδοσιακά κόμματα όταν σημαντικά τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι οι πολιτικές τους απαντήσεις δεν επαρκούν. Κόστος ζωής, ασφάλεια, εθνική κυριαρχία, μετανάστευση, πολιτισμική ταυτότητα, παραγωγή, κοινωνική συνοχή και αποτελεσματικότητα του κράτους βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της μετατόπισης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να αντιγράψει άλλες ευρωπαϊκές χώρες ούτε ότι η ελληνική κεντροδεξιά πρέπει να στραφεί προς τον πολιτικό εξτρεμισμό.
Σημαίνει κάτι πολύ πιο σημαντικό, όταν η κεντροδεξιά δεν δίνει πειστικές απαντήσεις στις πραγματικές ανησυχίες της κοινωνίας, το πολιτικό κενό δεν μένει κενό. Κάποιος άλλος θα το καλύψει.
Αυτό είναι το μάθημα της Ευρώπης και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα της ανασύνθεσης της κεντροδεξιάς και στη χώρα μας.
Όχι ως υπόθεση προσωπικών σχέσεων ή ενδοπαραταξιακών ισορροπιών, αλλά ως απάντηση σε μια μεταβολή που έχει ήδη συντελεστεί στην κοινωνία.
Η ιστορία της ελληνικής κεντροδεξιάς το αποδεικνύει. Από το Λαϊκό Κόμμα στον Ελληνικό Συναγερμό, από εκεί στην ΕΡΕ και στη συνέχεια στη Νέα Δημοκρατία, η παράταξη άλλαξε μορφές, πρόσωπα και πολιτικές προτεραιότητες, χωρίς να πάψει να αποτελεί συνέχεια μιας ευρύτερης πολιτικής παράδοσης. Επομένως, η πολιτική συνέχεια δεν σημαίνει οργανωτική ακινησία και η παράδοση διασώζεται όταν μπορεί να ανανεώνεται χωρίς να χάνει τον πυρήνα της.
Ο πυρήνας μιας σύγχρονης κεντροδεξιάς μπορεί και πρέπει να είναι σαφής: ελευθερία και ευθύνη, παραγωγή και ιδιωτική πρωτοβουλία, κοινωνική ευαισθησία χωρίς λαϊκισμό, εθνική ταυτότητα, ασφάλεια, θεσμική τάξη και αποτελεσματικό κράτος.
Και αυτές οι αρχές δεν είναι αφηρημένες. Αφορούν την καθημερινή ζωή.
Η οικονομία δεν είναι μόνο δημοσιονομικά μεγέθη. Είναι δουλειές, επενδύσεις, παραγωγή και αξιοπρεπές εισόδημα. Η κοινωνική πολιτική δεν είναι μόνο επιδόματα, αλλά ευκαιρίες και κοινωνική κινητικότητα. Η εθνική πολιτική δεν είναι ούτε λεονταρισμοί ούτε υποχωρήσεις. Είναι στρατηγική, αποτροπή, σοβαρότητα και αυτοπεποίθηση.
Όταν όμως, η υπεράσπιση της αυτοδυναμίας φτάνει να συνδέεται με κινδύνους για την εθνική ασφάλεια, η συζήτηση γίνεται θεσμικά προβληματική. Η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο κομματικής συσπείρωσης και εκλογικού εκβιασμού. Η αποτροπή δεν μετριέται σε κοινοβουλευτικές έδρες, αλλά σε αμυντική ισχύ, αξιόπιστες συμμαχίες, σοβαρή διπλωματία και καθαρή εθνική στρατηγική.
Η σύνδεση, μάλιστα, της εθνικής ασφάλειας με την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία αδικεί και προσβάλλει τις ίδιες τις Ένοπλες Δυνάμεις, σαν η αποτρεπτική τους ισχύς να εξαρτάται από το εκλογικό αποτέλεσμα ενός κόμματος.
Οι θεσμοί δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση δημοκρατικής εμπιστοσύνης.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα αποκτά σημασία και η συζήτηση για τις επόμενες πολιτικές πρωτοβουλίες του Αντώνη Σαμαρά.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στο πρόσωπο ή στην απόφαση που θα πάρει.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι αν μια νέα πολιτική προσπάθεια μπορεί να γίνει μεγαλύτερη από το πρόσωπο που την προκαλεί.
Αυτό σημαίνει πολιτική ανασύνθεση και όχι απλώς ένα νέο όνομα ή ένα ακόμη κόμμα.
Και κάτι ακόμη, αυτονόητο σε μια δημοκρατία, οι ψήφοι δεν ανήκουν σε κανένα κόμμα. Ανήκουν στους πολίτες. Η διεκδίκηση της ψήφου ανθρώπων που μέχρι χθες επέλεγαν τη Νέα Δημοκρατία δεν αποτελεί υπονόμευση της παράταξης. Είναι η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας.
Γι’ αυτό και η αυτοδυναμία είναι ένας κομματικός στόχος, που θα κριθεί από την κοινωνία και όχι από την πολιτική του διακήρυξη. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πώς θα εκβιασθεί η διατήρηση των σημερινών συσχετισμών, αλλά αν αυτοί εξακολουθούν να αντανακλούν τις πραγματικές διαθέσεις και ανάγκες της κοινωνίας.
Όταν η κοινωνία έχει ήδη αλλάξει, το κρίσιμο είναι αν η ίδια η παράταξη θα αντιληφθεί έγκαιρα αυτή τη μεταβολή και θα ανανεώσει την πολιτική της έκφραση πριν το κάνουν άλλοι για λογαριασμό της.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση αλλά και η μεγαλύτερη ευκαιρία για τον Αντώνη Σαμαρά.
Μετά από μια μακρά πολιτική διαδρομή, δεν αρκεί να δικαιωθεί σε όσα επέκρινε. Το ζητούμενο είναι να μετατρέψει την εμπειρία, τις διαφωνίες και τις πολιτικές του παρακαταθήκες σε μια νέα, ευρύτερη πρόταση για την παράταξη και τη χώρα.
Γιατί οι μεγάλες πολιτικές παρατάξεις δεν κρίνονται μόνο από τις εκλογές που κερδίζουν. Κρίνονται και από την ικανότητά τους να καταλαβαίνουν πότε η κοινωνία έχει αρχίσει να ζητά κάτι διαφορετικό.
Και ίσως αυτή να είναι ακριβώς η στιγμή.
* Ο Θανάσης Σκορδάς είναι πρ. υφυπουργός


