Η ανατομία της ακροδεξιάς ανατροπής στη Γερμανία (και όχι μόνο)
Ο ψηφοφόρος που φοβάται ότι το εργοστάσιό του θα κλείσει. Ο κάτοικος μιας μικρής πόλης που βλέπει τα καταστήματα να κατεβάζουν ρολά και τους νέους να φεύγουν. Αυτός που επιζητά οικονομική ασφάλεια. Και εκείνος που συμφωνεί με την αντιμεταναστευτική πολιτική του AfD και θέλει να τη δει να εφαρμόζεται.
Η νέα επιτυχία της Εναλλακτικής για τη Γερμανία στο Μεκλεμβούργο–Δυτική Πομερανία στηρίζεται σε διαφορετικά ακροατήρια, που συναντιούνται στην κάλπη χωρίς να έχουν υποχρεωτικά την ίδια διαδρομή.
Με τις πρώτες εκτιμήσεις να δίνουν στο AfD περίπου 37% και στο CDU μόλις λίγο πάνω από το όριο του 5%, η αναμέτρηση καταγράφει μια βαθιά ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών. Για τον Μερτς, το αποτέλεσμα αποτελεί ακόμη ένα πλήγμα στην υπόσχεση ότι η επιστροφή των Χριστιανοδημοκρατών στην εξουσία θα περιόριζε την Ακροδεξιά.
Για το AfD, επιβεβαιώνει κάτι περισσότερο από τη δυνατότητα να εισπράττει θυμό: την ικανότητα να μετατρέπει την αμφισβήτηση των αντιπάλων του σε εμπιστοσύνη προς το ίδιο.
Οι υποψήφιοι του AfD στο Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία/ REUTERS/Lisi NiesnerΈχει δουλειά — και φοβάται ότι θα τη χάσει
Η εικόνα ενός κόμματος που ψηφίζεται αποκλειστικά από ανέργους και κοινωνικά αποκλεισμένους δεν ανταποκρίνεται στα στοιχεία.
Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, σύμφωνα με τα δεδομένα που παρουσιάζει η γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πολιτικής Αγωγής, το ακροδεξιό AfD συγκέντρωσε 38% μεταξύ των εργατών και 34% μεταξύ των ανέργων. Ωστόσο, αυτές οι δύο ομάδες αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα τέταρτο του συνολικού ακροατηρίου του. Τα υπόλοιπα 3/4 ήταν υπάλληλοι, δημόσιοι λειτουργοί και αυτοαπασχολούμενοι.
Το κόμμα εμφανίζει μεγαλύτερη απήχηση στους άνδρες και στις μεσαίες ηλικίες. Η δύναμή του συνδέεται επομένως και με ανθρώπους που εργάζονται, συντηρούν οικογένειες και έχουν κοινωνική θέση να υπερασπιστούν.
Όπως εξηγεί στους Financial Times ο οικονομολόγος Ντάνιελ Πος, του ιδρύματος Bertelsmann, για να μεταβληθεί η πολιτική συμπεριφορά δεν χρειάζεται να έχει ήδη επέλθει οικονομική καταστροφή. Αρκεί η προσδοκία απώλειας εισοδήματος ή κοινωνικού κύρους.
Ο εργαζόμενος στην αυτοκινητοβιομηχανία δεν χρειάζεται να έχει απολυθεί για να ανησυχεί. Βλέπει τον κινεζικό ανταγωνισμό, το κόστος ενέργειας, την ηλεκτροκίνηση και τους εμπορικούς φραγμούς να αμφισβητούν το μοντέλο πάνω στο οποίο έχτισε τη ζωή του. Βλέπει την πανίσχυρη Volkswagen να ετοιμάζεται να βάλει μαχαίρι σε συνολικά 100.000 θέσεις εργασίας και το εργατικό συνδικάτο να λέει «ναι».

REUTERS/Axel SchmidtΗ Ανατολή νιώθει ότι υποχωρεί ξανά
Στην πρώην Ανατολική Γερμανία, η σημερινή ανασφάλεια συναντά την εμπειρία των ανατροπών μετά την επανένωση.
Τα ανατολικά κρατίδια παραμένουν φτωχότερα, με χαμηλότερο συσσωρευμένο πλούτο και σοβαρά δημογραφικά προβλήματα. Η φυγή εργαζομένων, ιδιαίτερα γυναικών, έχει μεταβάλει και τη σύνθεση του πληθυσμού.
Η Σαξονία-Άνχαλτ, όπου το AfD κατέγραψε την προηγούμενη μεγάλη νίκη του, έχει χάσει περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού της από το 1990. Η απώλεια αυτή γίνεται καθημερινή εμπειρία: λιγότερα καταστήματα, υπηρεσίες που απομακρύνονται, οικισμοί που γερνούν.
Σε ανάλυσή του, το Chatham House συνδέει αυτή την υποχώρηση των τοπικών υπηρεσιών με την πεποίθηση ότι τα παραδοσιακά κόμματα έχουν εγκαταλείψει τις μικρότερες κοινότητες.
Στο Μεκλεμβούργο–Δυτική Πομερανία, αντίστοιχα, το Deutschlandfunk ανέδειξε προεκλογικά τη σημασία βασικών υπηρεσιών: από τις θέσεις στους παιδικούς σταθμούς έως τις συγκοινωνίες που επιτρέπουν σε κάποιον να φτάσει στη δουλειά του.
Για έναν πολίτη που δυσκολεύεται να καλύψει αυτές τις ανάγκες, η συζήτηση περί εθνικής ανάκαμψης μπορεί να ακούγεται μακρινή. Το AfD απευθύνεται ακριβώς στην απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές υποσχέσεις και στην προσωπική εμπειρία.
Η μετανάστευση ως εξήγηση για διαφορετικούς φόβους
Η οικονομική ανασφάλεια δεν εξηγεί από μόνη της γιατί η ψήφος κατευθύνεται στην Ακροδεξιά. Μεσολαβεί ο τρόπος με τον οποίο το AfD ερμηνεύει τα προβλήματα και αποδίδει ευθύνες.
Η μετανάστευση βρίσκεται στο κέντρο αυτής της αφήγησης. Συνδέεται με την ασφάλεια, την πίεση στις υπηρεσίες, την κατανομή των δημόσιων πόρων και την αίσθηση ότι η χώρα αλλάζει χωρίς τη συγκατάθεση των πολιτών της.
Υπάρχει, ωστόσο, μια χαρακτηριστική αντίφαση. Στη Σαξονία-Άνχαλτ, οι ξένοι υπήκοοι αποτελούν περίπου το 8% του πληθυσμού. Το ποσοστό είναι διπλάσιο στο σύνολο της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, η μετανάστευση κυριαρχεί στις ανησυχίες.
Και οι αντιφάσεις δεν σταματούν εκεί. Οι FT καταγράφουν την περίπτωση μιας νεαρής κατοίκου που νοσταλγεί την εποχή κατά την οποία οι γονείς δεν φοβούνταν να αφήσουν τα παιδιά τους έξω. Στην περιοχή της, όμως, η καταγεγραμμένη εγκληματικότητα είχε μειωθεί κατά 25% μέσα σε μία δεκαετία.
Ο φόβος μπορεί να είναι πραγματικός ως βίωμα, ακόμη και όταν τα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν την εξήγηση που του δίνεται. Το AfD αξιοποιεί αυτή τη διαφορά, δείχνοντας σαφείς υπευθύνους και προσφέροντας υποσχέσεις αποκατάστασης του ελέγχου.
Η «ψήφος διαμαρτυρίας» δεν αρκεί πια
Η άποψη ότι οι ψηφοφόροι του AfD θέλουν απλώς να τιμωρήσουν τους υπόλοιπους υποτιμά την πολιτική μεταβολή.
Στην ανάλυση των ομοσπονδιακών εκλογών του 2025, με στοιχεία της Infratest dimap, το 54% όσων επέλεξαν AfD δήλωσε ότι το έκανε από πεποίθηση και το 39% από απογοήτευση. Το 66% ανέφερε το πρόγραμμα ως κίνητρο της απόφασής του.
Τα ποσοστά αυτά δεν περιγράφουν τη σημερινή κρατιδιακή κάλπη. Δείχνουν, όμως, ότι η εκλογική βάση του κόμματος έχει ήδη αποκτήσει μεγαλύτερη σταθερότητα.
Η πολιτική δυσαρέσκεια συνυπάρχει με τη συμφωνία σε αυστηρές αντιμεταναστευτικές θέσεις και με ευρύτερες ιδεολογικές επιλογές. Η αναγνώριση των κοινωνικών αιτιών της ανόδου δεν αναιρεί το περιεχόμενο της ψήφου.
Παράλληλα, το AfD επαναφέρει στις κάλπες ανθρώπους που είχαν αποσυρθεί από την εκλογική διαδικασία. Σύμφωνα με τους FT, στη Σαξονία-Άνχαλτ το καθαρό όφελος από προηγούμενους απέχοντες εκτιμήθηκε σε 170.000 ψήφους — περίπου το 30% της συνολικής του δύναμης.
Για τα παραδοσιακά κόμματα, αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να αναζητούν τους δικούς τους παλιούς ψηφοφόρους. Χρειάζεται να προσεγγίσουν και ανθρώπους με τους οποίους είχαν πάψει να επικοινωνούν.
Γιατί ο Μερτς δεν ανακόπτει την άνοδο
Ο Μερτς εξελέγη υποσχόμενος οικονομική ανάκαμψη και αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση. Η συνεχιζόμενη πίεση στο κόστος ζωής και η δυσαρέσκεια για τις μεταρρυθμίσεις του επιβαρύνουν, σύμφωνα με το Reuters, την αξιοπιστία αυτής της υπόσχεσης.
Το CDU αντιμετωπίζει έτσι ένα δύσκολο πολιτικό πρόβλημα: η αυστηρότερη γλώσσα δεν αρκεί όταν οι πολίτες περιμένουν αποτελέσματα. Και η υιοθέτηση θεμάτων στα οποία κυριαρχεί το AfD δεν εγγυάται ότι οι ψηφοφόροι θα προτιμήσουν τους Χριστιανοδημοκράτες.
Υπάρχει, πάντως, και μια ουσιαστική ένδειξη ότι η φθορά δεν είναι αναπόφευκτη για κάθε παραδοσιακό κόμμα. Η αντοχή του SPD στο Μεκλεμβούργο–Δυτική Πομερανία συνδέεται με την προσωπική δημοτικότητα της πρωθυπουργού Μανουέλα Σβέσιγκ.
Η τοπική παρουσία και η εμπιστοσύνη σε συγκεκριμένα πρόσωπα εξακολουθούν να μετρούν. Η «απόρριψη του συστήματος» δεν λειτουργεί παντού με τον ίδιο τρόπο.

REUTERS/Liesa JohannssenΤι επιδιώκει η Βάιντελ από το CDU
Η Άλις Βάιντελ αξιοποιεί το αποτέλεσμα για να υποστηρίξει ότι το AfD αντικαθιστά το CDU ως μεγάλο λαϊκό κόμμα. Δηλώνει επίσης ότι επιδιώκει μακροπρόθεσμα συνομιλίες για κυβερνητική συνεργασία.
Αυτό δεν ισοδυναμεί με επικείμενο συνασπισμό. Ο επικεφαλής του CDU στο κρατίδιο, Ντάνιελ Πέτερς, απέκλεισε συνεργασία με το AfD.
Πολιτικά, όμως, η πρόσκληση υπηρετεί έναν ευρύτερο στόχο: να μεταφέρει τη συζήτηση από το εάν το AfD μπορεί να θεωρηθεί κυβερνητικός εταίρος στο πότε οι Χριστιανοδημοκράτες θα αποδεχθούν αυτή την προοπτική.
Το «τείχος προστασίας» —η άρνηση κυβερνητικής συνεργασίας με την Ακροδεξιά— εξακολουθεί να περιορίζει την πρόσβασή της στην εξουσία. Δεν ανακόπτει από μόνο του την εκλογική της επέκταση.
Εκεί βρίσκεται το δυσκολότερο πρόβλημα για τους αντιπάλους της: πώς θα ξανακερδίσουν ανθρώπους που δεν τους αποδοκιμάζουν πλέον προσωρινά, αλλά αρχίζουν να πιστεύουν ότι το AfD τους εκπροσωπεί καλύτερα.
Το ενιαίο αφήγημα της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη
Η Γερμανία δεν αποτελεί εξαίρεση. Από τη Γαλλία έως την Αυστρία και την Ολλανδία, η άνοδος της Ακροδεξιάς συνδέεται με ένα επαναλαμβανόμενο πολιτικό πρόβλημα: παραδοσιακά κόμματα χάνουν την εμπιστοσύνη κοινωνικών ομάδων που κάποτε θεωρούσαν σταθερά στηρίγματά τους.
Οι εθνικές διαδρομές διαφέρουν. Επανέρχονται, όμως, ο φόβος της οικονομικής υποχώρησης, η δυσκολία πρόσβασης στη στέγη, οι πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες και η αίσθηση απώλειας ελέγχου απέναντι στη μετανάστευση και στις διεθνείς αλλαγές.
Τα ακροδεξιά κόμματα επιχειρούν να συνδέσουν αυτές τις ανησυχίες σε ένα ενιαίο αφήγημα: οι κυβερνήσεις προστατεύουν άλλους, ενώ εγκαταλείπουν τους δικούς τους πολίτες. Η απήχησή της υπερβαίνει πλέον τα παραδοσιακά περιθώρια της διαμαρτυρίας.
Το κοινό ευρωπαϊκό δίλημμα αφορά ιδιαίτερα την Κεντροδεξιά: πώς ανακτά ψηφοφόρους χωρίς να νομιμοποιεί τις απλουστεύσεις και τους αποκλεισμούς των ανταγωνιστών της;
Η απάντηση δεν εξαντλείται στις συμφωνίες ή στις απαγορεύσεις συνεργασίας. Κρίνεται και στην ικανότητα της διακυβέρνησης να αποκαθιστά την ασφάλεια στην καθημερινότητα, πριν η ανασφάλεια γίνει μόνιμη πολιτική ταυτότητα.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


