Η άνιση επίπτωση της έκρηξης τιμών στα ελληνικά νοικοκυριά
Τoυ Σταύρου Ντεγιαννάκη, καθηγητή στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πάντειο Πανεπιστήμιο, και στο Εργαστήριο Μακροοικονομικής Πολιτικής και Προβλέψεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο, του Γιώργου Φίλη, καθηγητή στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πάντειο Πανεπιστήμιο, και στο Εργαστήριο Μακροοικονομικής Πολιτικής και Προβλέψεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο, και του δρ. Παναγιώτη Δελή, καθηγητή στο Εργαστήριο Μακροοικονομικής Πολιτικής και Προβλέψεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο, και στο Τμήμα Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοικητικής, Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ έξαρση του πληθωρισμού στην Ελλάδα δεν λειτούργησε ως ένα «ενιαίο» οικονομικό σοκ για όλους.
Παρότι ο επίσημος δείκτης τιμών καταναλωτή αποτυπώνει τη μέση μεταβολή τιμών, η εμπειρία της ακρίβειας διαφοροποιείται έντονα ανάλογα με το εισόδημα, επειδή κάθε κοινωνική ομάδα καταναλώνει διαφορετικό «καλάθι» αγαθών και υπηρεσιών.
Μία νέα μελέτη για την περίοδο 2009-2022 καταδεικνύει με συνέπεια ότι τα χαμηλότερα εισοδηματικά νοικοκυριά αντιμετώπισαν σημαντικά υψηλότερο ρυθμό αύξησης τιμών σε σχέση με τα πλουσιότερα νοικοκυριά, με το χάσμα να γίνεται ιδιαίτερα έντονο τα έτη 2021-2022, όταν η ενεργειακή κρίση λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία μετέτρεψε την ακρίβεια σε
βαθιά άνιση πίεση.
Ο Σταύρος Ντεγιαννάκης
ΤΟ ΠΡΩΤΟ κρίσιμο εύρημα είναι ότι ο «πληθωρισμός των φτωχών» υπήρξε συστηματικά υψηλότερος από τον «πληθωρισμό των πλουσίων» στο μεγαλύτερο μέρος της εξεταζόμενης περιόδου.
Η απόκλιση αυτή δεν είναι τυχαία ούτε συγκυριακή: εντείνεται ακριβώς στις φάσεις όπου οι αυξήσεις τιμών επικεντρώνονται σε κατηγορίες πρώτης ανάγκης.
Ειδικά στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, η μελέτη δείχνει ότι το χαμηλότερο εισοδηματικό στρώμα βρέθηκε αντιμέτωπο με πληθωρισμό που ξεπέρασε το 14% το 2022, ενώ για τα υψηλότερα εισοδήματα κινήθηκε κοντά στο 9%.
Με άλλα λόγια, οι οικογένειες με τα πιο περιορισμένα οικονομικά μέσα «αγόραζαν» την ίδια χρονιά ένα αισθητά ακριβότερο καλάθι, με ένα πληθωριστικό κενό να κυμαίνεται περίπου στις πέντε ποσοστιαίες μονάδες (ή περίπου 50% επιπλέον πληθωρισμό σε σχέση με τα πλουσιότερα νοικοκυριά).
Η διαφορά αυτή είναι μακροοικονομικά σημαντική, αλλά κοινωνικά ακόμη πιο κρίσιμη, επειδή αφορά ομάδες που διαθέτουν μικρότερα περιθώρια απορρόφησης σοκ στις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών.
Η ΒΑΣΙΚΗ εξήγηση βρίσκεται στη δομή των δαπανών. Τα φτωχότερα νοικοκυριά κατευθύνουν δυσανάλογα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους σε στέγαση, ύδρευση, ενέργεια και τρόφιμα – δηλαδή σε κατηγορίες ανελαστικής κατανάλωσης.
Η μελέτη τεκμηριώνει ότι, κατά μέσο όρο, τα χαμηλά εισοδήματα δαπανούν πάνω από 1,5 φορά μεγαλύτερο μερίδιο για στέγαση, ύδρευση και ενέργεια σε σύγκριση με τα υψηλά εισοδήματα, και περίπου 0,7 φορές μεγαλύτερο μερίδιο για τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά.
Αυτή η καταναλωτική «γεωγραφία» σημαίνει ότι όταν αυξάνονται έντονα τα βασικά αγαθά, το πλήγμα στο πραγματικό εισόδημα των φτωχότερων είναι δυσανάλογο, ακόμη κι αν ο γενικός πληθωρισμός φαίνεται παρόμοιος.

Ο Γιώργος Φίλης
ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ, η στέγαση, η ενέργεια και τα τρόφιμα απορροφούν περίπου το 50% των συνολικών δαπανών των φτωχότερων νοικοκυριών κατά την περίοδο 2009-2022.
Αντίθετα, για τα πλουσιότερα νοικοκυριά οι ίδιες κατηγορίες αποτελούν κάτω από το ένα τέταρτο του προϋπολογισμού τους, ενώ για το μέσο νοικοκυριό περίπου το ένα τρίτο.
Η διαφορά αυτή έχει τεράστιες συνέπειες πολιτικής οικονομίας: οι φτωχότεροι δεν μπορούν να «αντικαταστήσουν» εύκολα θέρμανση, ηλεκτρισμό ή βασική διατροφή, ούτε να αναβάλουν αυτές τις δαπάνες.
Άρα, όταν ακριβαίνουν αυτές οι κατηγορίες, η προσαρμογή δεν γίνεται μέσω επιλογής, αλλά μέσω στερήσεων σε άλλες ανάγκες, καθυστερήσεων πληρωμών ή υποβάθμισης ποιότητας ζωής.
Σε ακραίες περιπτώσεις, αυτή η δυναμική μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός διολίσθησης σε φτώχεια, ακριβώς επειδή οι περικοπές σε ανελαστικές δαπάνες έχουν φυσικά όρια.
ΣΥΝΕΠΩΣ, η μελέτη υπογραμμίζει ότι «δεν έχει σημασία μόνο πόσο αυξάνονται οι τιμές, αλλά ποιες τιμές αυξάνονται».
Το ενεργειακό σοκ -και ειδικότερα η εκτόξευση του φυσικού αερίου- λειτούργησε ως καταλύτης
ανισότητας.
Το κόστος ενέργειας είναι πιο σημαντικό στο καλάθι των χαμηλών εισοδημάτων και, επιπλέον, τα φτωχότερα νοικοκυριά συχνά κατοικούν σε λιγότερο ενεργειακά αποδοτικές κατοικίες, άρα καταναλώνουν περισσότερο για την ίδια θερμική άνεση.
Έτσι, η ίδια αύξηση στις τιμές ενέργειας μετατρέπεται σε μεγαλύτερη ποσοστιαία επιβάρυνση για όσους ήδη δαπανούν υψηλότερο μερίδιο εκεί.

Ο Παναγιώτης Δελής
ΤΕΛΟΣ, η σύγκριση της πορείας του βασικού μισθού με τη σωρευτική αύξηση τιμών για τα φτωχότερα νοικοκυριά αναδεικνύει τη διάσταση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Ο βασικός μισθός μειώθηκε μετά το 2010 και μέχρι το 2022 δεν είχε επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα, ενώ στο ίδιο διάστημα οι τιμές που αντιμετώπιζαν τα φτωχότερα νοικοκυριά αυξήθηκαν σωρευτικά σημαντικά (περίπου 48%).
Η ασυμμετρία αυτή συνεπάγεται σοβαρή διάβρωση της κατανάλωσης και της οικονομικής ασφάλειας των χαμηλών εισοδημάτων: όταν το εισόδημα δεν ακολουθεί το κόστος των απολύτως απαραίτητων, η ακρίβεια παύει να είναι «μακροοικονομικό μέγεθος» και γίνεται καθημερινός περιορισμός αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Η ΕΙΣΒΟΛΗ των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν αναμένεται να πυροδοτήσει μία νέα ενεργειακή κρίση, λόγω της διακοπής της παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από την QatarEnergy και του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν.
Να σημειώσουμε ότι το Κατάρ προμηθεύει το 20% του παγκόσμιου LNG, ενώ από τα Στενά του Ορμούζ περνάει περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου ημερησίως.
Η ανατίμηση των τιμών της ενέργειας αναμένεται ότι θα περάσει και στο κόστος διατροφής.
Συνεπώς, θα πρέπει να περιμένουμε ένα νέο κύμα πληθωριστικής ανισότητας των ελληνικών νοικοκυριών.
Δεδομένου ότι τα φτωχότερα νοικοκυριά δεν έχουν συνέλθει από την προηγούμενη κρίση του 2021-2022, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να επέμβουν άμεσα στην αγορά καυσίμων και στην αγορά τροφίμων ώστε να απορροφηθεί το επιπλέον κόστος με μέτρα, όπως μείωση του ΦΠΑ και του ειδικού φόρου κατανάλωσης, τα οποία επιβαρύνουν δυσανάλογα τα φτωχότερα νοικοκυριά.


