Η άνοιξη φεύγει, η Γαλλική κωμωδία έρχεται
© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ξεκινά από μια ιδέα που ακούγεται σχεδόν σαν παλιά γαλλική φάρσα (δηλαδή, σαν μπουλβάρ): Ένας αποτυχημένος μίμος και περφόρμερ, ο Μπατίστ, προσλαμβάνεται από έναν διάσημο αλλά αποτραβηγμένο συγγραφέα για να απαντά στα τηλεφωνήματά του, μιμούμενος τη φωνή και τον χαρακτήρα του.
Ο συγγραφέας θέλει απλώς λίγη ησυχία για να ολοκληρώσει το νέο του βιβλίο. Ο Μπατίστ, όμως, βρίσκει μέσα σε αυτή τη μίμηση κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: Τη δυνατότητα να υπάρξει ως κάποιος άλλος. Έτσι, ο Μπατίστ δεν περιορίζεται στο να αναπαράγει τη φωνή του Πιερ και να διευθετεί τις εκκρεμότητες του. Αρχίζει να διορθώνει σχέσεις, να παρεμβαίνει στις οικογενειακές του εκκρεμότητες, να συνομιλεί με την κόρη του, με πρώην συντρόφους, με τον εκδότη του, σαν να “προβάρει” μια δεύτερη ζωή. Και όσο περισσότερο βυθίζεται σε αυτή την «ξένη» ταυτότητα, τόσο η ταινία αρχίζει να μιλά όχι για την εξαπάτηση αλλά για τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη της – όποιας – αναγνώρισης. Όλα αυτά “τρέχουν” κάτω από τη φάρσα του “Αυτόματου τηλεφωνητή”, καμουφλαρισμένα επαρκώς για να λειτουργεί το κωμικό στοιχείο, το οποίο και υπηρετούν εξόχως οι Σαλίφ Σισέ (τι χάρισμα!) και Ντένις Πονταλίδης (όχι “Πονταλιντές” – να με συμπαθάτε, αλλά τα ελληνικά επώνυμα κλείνονται στην ελληνική). Αναπάντεχα απολαυστικό!
“Το τροχόσπιτο” της Σουζάνα Κιρσέροβα, φιλμ από την Τσεχία, είναι χαμηλόφωνο road movie που κουβαλά στις αποσκευές του την ελπίδα μα και την ταλαιπώρια. Στην αρχή της ταινίας, η Έστερ πηγαίνει διακοπές στην Ιταλία μαζί με τον γιο της, Ντέιβιντ, φιλοξενούμενη από μια φίλη της και την οικογένειά της. Εκεί γίνεται γρήγορα σαφές ότι η παρουσία του αυτιστικού παιδιού της δημιουργεί αμηχανία και ένταση – μέχρι που αποφασίζει να φύγει, παίρνοντας τους δρόμους περιπλανώμενη στην Καλαβρία μαζί με τον γιο της. Έτσι αποδρά από την κοινωνική πίεση, από τη συγκαταβατική λύπηση των άλλων, από τον ασφυκτικό ρόλο της “μάνας – κουράγιο”. Το δε παιδί της δεν παρουσιάζεται ούτε σαν “άγγελος” ούτε και εργαλιοποιείται σαν δραματουργικός μοχλός συγκίνησης. Είναι ένα πλάσμα απρόβλεπτο, τρυφερό, βίαιο, εξαρτημένο – άνθρωπος δηλαδή. Την τιμά τη Κιρσέροβα που αποφεύγει τον συναισθηματικό εκβιασμό, την τιμά που δεν ζητά από τον θεατή συμπόνια και συγκατάβαση, και το παρατηρητικό της βλέμμα, που καταγράφει τα πάντα με μια ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια την δικαιώνει. Ένα λιτό, σοβαρό, τίμιο φιλμ κοινωνικού ρεαλισμού, χωρίς ψεύτικες κορυφώσεις και χωρίς εύκολες παρηγοριές.

Από την άλλη, όλα εύκολα μου φαίνονται στη “Γκρίζα ζώνη”, τη νέα περιπέτεια του Γκάι Ρίτσι με Τζέικ Γκίλενχαλ και Χένρι Καβίλ, μυστικούς πράκτορες στην υπηρεσία της Έιζα Γκονζάλεζ, με μια αποστολή: Να εκβιάσουν έναν αδίστακτο λατινοαμερικάνο επιχειρηματία. Έχουν στη διάθεση τους την πιο εξελιγμένη τεχνολογία και μια ομάδα αποφασισμένων μισθοφόρων, το αντίπαλο στρατόπεδο ξεκάθαρα υστερεί, οπότε η νίκη τους είναι απολύτως δεδομένη. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στο φιλμ. Τι θέλω να πω: Το σασπένς, η κινηματογραφική αγωνία δηλαδή, προκύπτει μονάχα όταν οι πιθανότητες είναι με το μέρος των “κακών”. Εκτός κι αν γίνονται όλα για τη φιγούρα, όπως ακριβώς συμβαίνει στο πρώτο “Top Gun” του Τόνι Σκοτ, που 40 χρόνια μετά την πρώτη του προβολή κυκλοφορεί σε επανέκδοση – και μάλλον αποτελεί την καλύτερη επιλογή για όσους θέλουν απλώς να ψυχαγωγηθούν.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


