Η αποβολή και μια ανάρτηση στο Facebook που έστειλε μία μητέρα 2 χρόνια στη φυλακή
Μία ανάρτηση στο Facebook, λίγες λέξεις πένθους για το μωρό που δεν έζησε και μια υπόθεση που θα μπορούσε να έχει μείνει στο πεδίο της προσωπικής τραγωδίας.
Αντί γι’ αυτό, η Πέισενς Ρουσό βρέθηκε αντιμέτωπη με την αστυνομία, τη Δικαιοσύνη και τελικά τη φυλακή.
Όπως καταγράφει το CNN, η Ρουσό, τότε 26 ετών και μητέρα δύο παιδιών, είχε βιώσει αποβολή/θνησιγένεια στη Νεβάδα το 2018. Λίγες εβδομάδες αργότερα, μια ανάρτησή της στα social media, στην οποία εξέφραζε τη θλίψη της και ζητούσε συγγνώμη από το μωρό που είχε ονομάσει Έιμπελ, έγινε η αφορμή για να φτάσουν αστυνομικοί στο σπίτι της με ένταλμα έρευνας.
Η ίδια, σοκαρισμένη, προσπαθούσε να καταλάβει γιατί η απώλεια μιας κύησης είχε μετατραπεί σε αστυνομική υπόθεση. Οι αρχές εστίασαν σε όσα είπε για την εγκυμοσύνη της: ότι ήταν ανεπιθύμητη, ότι δεν είχε οικονομική δυνατότητα να μεγαλώσει τρίτο παιδί, ότι είχε σκεφτεί την άμβλωση αλλά δεν μπορούσε να φτάσει στην κλινική, ότι είχε διαβάσει στο διαδίκτυο για «φυσικούς» τρόπους πρόκλησης αποβολής.
Δύο ημέρες αργότερα συνελήφθη. Κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια βάσει νόμου του 1911, ο οποίος — σύμφωνα με νομικούς που επικαλείται το CNN — είναι τόσο ευρύς ώστε μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις εγκυμοσύνης με εξαιρετικά προβληματικό τρόπο.
Από το πένθος στην ποινικοποίηση
Η Ρουσό καταδικάστηκε και έμεινε πάνω από δύο χρόνια στη φυλακή. Η καταδίκη της ακυρώθηκε το 2021, με τον δικαστή να κρίνει ότι ο δημόσιος συνήγορός της ήταν υπερφορτωμένος και δεν την είχε υπερασπιστεί αποτελεσματικά. Ο ίδιος δικαστής περιέγραψε την υπόθεση ως μία από εκείνες που συνιστούν πραγματική «αποτυχία της Δικαιοσύνης».
Σύμφωνα με το CNN, ιατροδικαστικά και ιατρικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν αργότερα δεν τεκμηρίωσαν ότι οι πράξεις που περιέγραφε η Ρουσό — όπως η λήψη κανέλας, η χρήση κάνναβης ή η μεταφορά βαριών αντικειμένων — προκάλεσαν τη θνησιγένεια. Ειδικοί τόνισαν ότι δεν υπήρχε επιστημονική βάση για αιτιώδη σύνδεση.
Η υπόθεση, όμως, δεν αφορά μόνο την ίδια.
Οργανώσεις που ασχολούνται με τα αναπαραγωγικά δικαιώματα προειδοποιούν ότι στις ΗΠΑ αυξάνονται οι περιπτώσεις γυναικών που διώκονται μετά από αποβολή, θνησιγένεια ή αυτοδιαχειριζόμενη άμβλωση. Και αυτό, όπως επισημαίνουν νομικοί στο CNN, δεν συμβαίνει μόνο σε πολιτείες με αυστηρούς περιορισμούς στις αμβλώσεις.
Ένα μοτίβο που ανησυχεί τους ειδικούς
Μετά την ανατροπή της ιστορικής απόφασης Roe v. Wade από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ το 2022, οι διώξεις που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη φαίνεται να έχουν αυξηθεί. Σύμφωνα με στοιχεία της οργάνωσης Pregnancy Justice, που επικαλείται το CNN, μέσα στα δύο χρόνια μετά την απόφαση καταγράφηκαν τουλάχιστον 412 ποινικές υποθέσεις που συνδέονταν με εγκυμοσύνη, απώλεια κύησης ή τοκετό.
Οι περισσότερες αφορούσαν γυναίκες χαμηλού εισοδήματος, ενώ πολλές βασίζονταν σε κατηγορίες περί χρήσης ουσιών κατά την εγκυμοσύνη. Οι ειδικοί τονίζουν ότι οι εισαγγελείς συχνά χρησιμοποιούν νόμους που δεν είχαν αρχικά σχεδιαστεί για να τιμωρούν γυναίκες που βιώνουν απώλεια κύησης: διατάξεις για κακοποίηση ή παραμέληση παιδιού, προσβολή νεκρού σώματος, ακόμη και ανθρωποκτονία.
Η Κάρεν Τόμσον, νομική διευθύντρια της Pregnancy Justice, μιλά για μια ευρύτερη προσπάθεια ποινικοποίησης των αποτελεσμάτων της εγκυμοσύνης. Με άλλα λόγια, η ίδια η έκβαση μιας κύησης — ακόμη κι όταν πρόκειται για τραγωδία — μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ύποπτη.
Η φτώχεια ως αόρατος κατηγορούμενος
Στην περίπτωση της Ρουσό, το κοινωνικό πλαίσιο είναι καθοριστικό. Η ίδια ζούσε σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας, χωρίς σταθερό δίκτυο στήριξης, με δύο παιδιά και με περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Είχε, όπως είπε, κανονίσει ραντεβού για άμβλωση στο Ρίνο, περίπου 265 χιλιόμετρα μακριά, αλλά δεν είχε τρόπο να φτάσει εκεί.
Η υπόθεσή της δείχνει πώς η φτώχεια, η γεωγραφική απομόνωση, η έλλειψη μετακίνησης και η απουσία ιατρικής φροντίδας μπορούν να μετατραπούν σε στοιχεία ενοχοποίησης, αντί να αντιμετωπιστούν ως λόγοι προστασίας και στήριξης.
Ο δικαστής που ακύρωσε την καταδίκη της ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός: κατά την κρίση του, η Ρουσό δεν ήταν το «τέρας» που παρουσιάστηκε, αλλά μια μητέρα εγκλωβισμένη στη φτώχεια και στην απουσία οποιουδήποτε συστήματος υποστήριξης.
Η Ρουσό αποφυλακίστηκε, η καταδίκη της ακυρώθηκε και φέτος της επιδικάστηκε αποζημίωση 100.000 δολαρίων.
Ένα προειδοποιητικό σημάδι για την Αμερική
Η ιστορία της Πέισενς Ρουσό δεν είναι απλώς μια ακραία δικαστική περιπέτεια. Είναι μια προειδοποίηση για το πώς η αναπαραγωγική υγεία, η φτώχεια, τα social media και η ποινική Δικαιοσύνη μπορούν να συναντηθούν με τον πιο βίαιο τρόπο.
Σε μια Αμερική όπου τα αναπαραγωγικά δικαιώματα βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο πολιτικού και δικαστικού πολέμου, οι ειδικοί φοβούνται ότι όλο και περισσότερες γυναίκες θα αντιμετωπίζονται όχι ως ασθενείς ή ως άνθρωποι σε κρίση, αλλά ως ύποπτες.
Η Ρουσό σήμερα προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της στη Νότια Ντακότα, με τα παιδιά της, μια σταθερή δουλειά και ένα σπίτι. Λέει ότι θέλει η ιστορία της να ακουστεί για έναν λόγο: για να μην αισθανθεί άλλη γυναίκα ότι, μετά από μια απώλεια, πρέπει να φοβηθεί περισσότερο τη Δικαιοσύνη από τον ίδιο της τον πόνο.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


