Η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων εμπιστεύματος είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης

Ημερομηνία: 21-05-2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩ[ΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 73/26

Λουξεμβούργο, 21 Μαΐου 2026

Αποφάσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-483/23 | T Trust και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-428/24 | FZ AR και C-476/24 | SX (Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων εμπιστεύματος)

Περιοριστικά μέτρα: η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων εμπιστεύματος είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης

Το Δικαστήριο επιλήφθηκε τριών υποθέσεων με αντικείμενο τη δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που συνδέονται έμμεσα, μέσω δομών τύπου εμπιστεύματος1, με πρόσωπα στα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλει περιοριστικά μέτρα λόγω της στρατιωτικής επίθεσης της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.

Στην υπόθεση C-483/23, οι εταιρίες B, A, C και D ελέγχονται από εταιρία με έδρα στις Βερμούδες της οποίας το κεφάλαιο κατέχει εμπίστευμα που διέπεται από το δίκαιο των Βερμούδων και έχει ως εμπιστευματοδόχο μια ελβετική εταιρία. Ο εμπιστευματοπάροχος διαγράφηκε από τον κατάλογο δικαιούχων προτού του επιβληθούν κυρώσεις το 2022. Ωστόσο, οι ιταλικές αρχές επέβαλαν μέτρα δέσμευσης σε σχέση με τις εταιρίες αυτές και τα περιουσιακά τους στοιχεία, κρίνοντας ότι ανήκουν κατ’ ουσίαν στον εμπιστευματοπάροχο.

Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-428/24 και C-476/24, η πρώτη αφορά την ιταλική εταιρία FZ AR, μέλος διεθνούς ομίλου, της οποίας το κεφάλαιο κατέχει έμμεσα εμπίστευμα εγκατεστημένο στις Βερμούδες. Ο αρχικός πραγματικός δικαιούχος ήταν ο ZU, τον οποίον στη συνέχεια διαδέχθηκε η σύζυγός του, TU. Σε αμφότερους επιβλήθηκαν κυρώσεις το 2022.

Στη δεύτερη υπόθεση, το σκάφος «Sailing», που βρίσκεται στην Ιταλία, ανήκει στην εταιρία SX, η οποία ελέγχεται από εμπίστευμα με μοναδικό δικαιούχο την TU.

Και στις δύο αυτές υποθέσεις, παρά τις ρήτρες των εμπιστευμάτων που αποκλείουν οποιαδήποτε μεταβίβαση σε πρόσωπα που υπόκεινται σε κυρώσεις και οποιαδήποτε μορφή ελέγχου από πλευράς τους, οι αρχές επέβαλαν μέτρα δέσμευσης σε σχέση με την εταιρία FZ AR και το σκάφος, κρίνοντας ότι εξακολουθούσαν στην πράξη να ανήκουν στον δικαιούχο του εμπιστεύματος.

Οι ανωτέρω εταιρίες προσέφυγαν κατά των αποφάσεων δέσμευσης ενώπιον ιταλικού διοικητικού δικαστηρίου, ισχυριζόμενες ότι τα πρόσωπα στα οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις δεν είχαν καμία εξουσία διάθεσης των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων ή άλλη εξουσία άσκησης ελέγχου επί της διαχείρισής τους.

Το ιταλικό δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν, όσον αφορά τα περιοριστικά μέτρα της Ένωσης, οι έννοιες τηAST-SC ς «κυριότητας» και του «ελέγχου» κεφαλαίων και οικονομικών πόρων μπορούν να επεκταθούν στον εμπιστευματοπάροχο ή στους δικαιούχους εμπιστεύματος, ακόμη και αν οι εμπιστευματοδόχοι δεν έχουν εξουσία διάθεσης των περιουσιακών αυτών στοιχείων.

Με τις αποφάσεις του, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το δίκαιο της Ένωσης2, στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του επίμαχου κανονισμού, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εννόμων σχέσεων μεταξύ του προσώπου ή της οντότητας που υπόκειται σε κυρώσεις και των οικείων κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, οι οποίες εκτείνονται από την ευρύτερη έννομη σχέση, ήτοι αυτή της ιδιοκτησίας, έως τις καταστάσεις στις οποίες το πρόσωπο ή η οντότητα μπορεί να ασκήσει εν τοις πράγμασι εξουσία επί των εν λόγω κεφαλαίων και πόρων. Επομένως, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, οι έννοιες της «κυριότητας» και του «ελέγχου» πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπον ώστε να περιλαμβάνουν κάθε μορφή εξουσίας ή επιρροής, ακόμη και αν δεν υφίσταται άμεση έννομη σχέση με τα περιουσιακά αυτά στοιχεία.

Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον εμπιστευματοπάροχο ή στον δικαιούχο εμπιστεύματος ή ελέγχονται από αυτόν, όταν τα εν λόγω πρόσωπα έχουν την εξουσία να χρησιμοποιούν τους οικείους πόρους, να αποκομίζουν όφελος από αυτούς, να τους διαθέτουν ή να ασκούν επιρροή επ’ αυτών και επί των αποφάσεων που λαμβάνει συναφώς ο εμπιστευματοδόχος.

Μια τέτοια ερμηνεία είναι σύμφωνη, αφενός, με τον σκοπό της «δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων», ο οποίος συνίσταται στον περιορισμό στο ελάχιστο δυνατό των συναλλαγών που ενδέχεται να πραγματοποιηθούν επί δεσμευμένων κεφαλαίων, και, αφετέρου, με τον σκοπό που εξυπηρετούν τα περιοριστικά μέτρα, ήτοι την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας και τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, για την επίτευξη του οποίου πρέπει να αποτρέπεται κάθε προσπάθεια παράκαμψης των εν λόγω μέτρων.

Στο πλαίσιο αυτό, ενδείξεις ότι τα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον δικαιούχο ή στον εμπιστευματοπάροχο ή ελέγχονται από αυτόν μπορούν να συναχθούν από τις πραγματικές περιστάσεις3 ή από την ύπαρξη
αδικαιολόγητα περίπλοκων νομικών δομών
4.

1Σύμφωνα με τη σύμβαση για το εφαρμοστέο δίκαιο στα εμπιστεύματα και την αναγνώρισή τους, η οποία συνήφθη στη Χάγη την 1η Ιουλίου 1985, «ως “εμπίστευμα” νοούνται οι έννομες σχέσεις που δημιουργούνται από ένα πρόσωπο, τον εμπιστευματοπάροχο, με πράξη εν ζωή ή αιτία θανάτου, όταν περιουσιακά στοιχεία τίθενται υπό τον έλεγχο εμπιστευματοδόχου προς όφελος δικαιούχου ή για συγκεκριμένο σκοπό».
2Άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 269/2014 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.
3Οι κρίσιμες πραγματικές περιστάσεις αφορούν τις σχέσεις μεταξύ του δικαιούχου ή του εμπιστευματοπαρόχου και των λοιπών προσώπων που εμπλέκονται στο εμπίστευμα, καθώς και τη χρησιμοποίηση των οικονομικών πόρων του εμπιστεύματος σε δραστηριότητες των οποίων οι κύριοι αποδέκτες είναι, έστω και έμμεσα, ο δικαιούχος ή ο εμπιστευματοπάροχος.
4Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η κατοχή, από τον δικαιούχο ή τον εμπιστευματοπάροχο, της πλειοψηφίας του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου του εμπιστευματοδόχου, καθώς και η σύσταση ή η αλλαγή ταυτότητας ορισμένων οντοτήτων λίγο πριν από την έναρξη ισχύος των κυρώσεων, ή ακόμη και οι σχέσεις μεταξύ του διαχειριστή των εταιριών των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία έχουν δεσμευθεί και του δικαιούχου ή του εμπιστευματοπαρόχου.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος