Η Ελλάδα θα μπορούσε να διπλασιάσει την εξορυκτική της δραστηριότητα –
Η ελληνική εξορυκτική δραστηριότητα θα μπορούσε τουλάχιστον να διπλασιαστεί, καθώς η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά αποθέματα κρίσιμων πρώτων υλών, αλλά και την απαιτούμενη τεχνογνωσία και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό τόνισε μεταξύ άλλων ο Πρόεδρος του ΣΜΕ, Κωνσταντίνος Γιαζιτζόλγου, μιλώντας στον «Διάλογο για την νέα εποχή της Βιομηχανίας που οργανώθηκε στα πλαίσια της 90ης ΔΕΘ.
«Το υπέδαφος της χώρας μας είναι πλούσιο», ήταν η χαρακτηριστική φράση του κ. Γιαζιτζόγλου, περιγράφοντας τις δυνατότητες της Ελλάδας στον νέο γεωπολιτικό χάρτη των κρίσιμων και στρατηγικών ορυκτών πρώτων υλών, την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά τρόπους να περιορίσει την εξάρτησή της από τρίτες χώρες. Στον κατάλογο των ορυκτών που χαρακτηρίζονται κρίσιμα και στρατηγικά από την Ευρώπη περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο βωξίτης και το αλουμίνιο, ο χαλκός, το γάλλιο, το γερμάνιο, το αντιμόνιο, το νικέλιο και το κοβάλτιο, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για την παρουσία σκάνδιου και ορισμένων σπάνιων γαιών. Σε εθνικό επίπεδο ο διάλογος με την Πολιτεία είναι ανοιχτός και έχουν γίνει ορισμένα βήματα, απαιτείται όμως μεγαλύτερη επένδυση στη Δημόσια Διοίκηση και ειδικά στο ανθρώπινο δυναμικό που διαχειρίζεται ζητήματα του εξορυκτικού κλάδου.
Η στρατηγική αυτονομία περνά από την παραγωγή
Το μήνυμα του Προέδρου του ΣΜΕ ήταν σαφές, η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για στρατηγική αυτονομία χωρίς να ενισχύσει την ίδια την παραγωγική της βάση. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός απαιτούνται, σύμφωνα με τον κ. Γιαζιτζόγλου, περισσότερες επενδύσεις στην κοιτασματολογική έρευνα, αποτελεσματικότερες διαδικασίες αδειοδότησης, ενίσχυση της Δημόσιας Διοίκησης, ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος και ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που θα επιτρέπει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις τις επιχειρήσεις τρίτων χωρών.
Για την Ελλάδα, η συγκυρία μπορεί να αποτελέσει σημαντική αναπτυξιακή ευκαιρία. Ο συνδυασμός ορυκτού πλούτου, τεχνογνωσίας και ανθρώπινου δυναμικού μπορεί να επιτρέψει στη χώρα να ενισχύσει ουσιαστικά τον ρόλο της στην ευρωπαϊκή αλυσίδα εφοδιασμού κρίσιμων πρώτων υλών. Το ζητούμενο πλέον είναι, όπως υπογράμμισε ο Πρόεδρος του ΣΜΕ, να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε αυτός ο πλούτος να μπορεί να μετατραπεί σε νέες επενδύσεις, παραγωγή, βιομηχανική ανάπτυξη και μεγαλύτερη ασφάλεια εφοδιασμού για την Ελλάδα και την Ευρώπη.
Δυσκίνητη η Ευρώπη
Δυστυχώς όμως, σύμφωνα με τον Γιαζιτζόγλου, ο τρόπος με τον οποίο η Ε.Ε. έχει διαχειριστεί μέχρι σήμερα το ζήτημα είναι απογοητευτικός. Και έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ευρωπαϊκή εξάρτηση από τρίτες χώρες, ενώ είναι έντονο το αίτημα για επενδύσεις, ανταγωνιστικό κόστος και λιγότερη γραφειοκρατία. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΜΕ, η Ευρώπη άργησε να αντιδράσει απέναντι σε μια κατάσταση εξάρτησης που διαμορφωνόταν επί δεκαετίες, ενώ εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο οι στόχοι που έχουν τεθεί μέσω του Κανονισμού για τις Κρίσιμες Ορυκτές Πρώτες Ύλες μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματική στρατηγική αυτονομία. «Στη μεγάλη γεωπολιτική μάχη της τεχνολογίας και της καινοτομίας, η ΕΕ – αν πετύχει τον στόχο της – θα “παρακαλεί” τρίτους μόνο για το 90% των πρώτων υλών που θα χρειάζεται», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ο ίδιος προειδοποίησε ότι η πραγματική εξάρτηση της Ευρώπης είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς οι στόχοι αφορούν τις ανεπεξέργαστες πρώτες ύλες και όχι τα τελικά προϊόντα που εισάγονται από τις ίδιες τρίτες χώρες.
Πέραν αυτών καθοριστικός παράγοντας για το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΣΜΕ, είναι το κόστος παραγωγής. Ο κ. Γιαζιτζόγλου εστίασε ιδιαίτερα στο ενεργειακό κόστος, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη έχει επιβαρυνθεί από πολιτικές επιλογές που έχουν αυξήσει το κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι το υπερβολικό ρυθμιστικό βάρος πλήττει άμεσα την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Όπως σημείωσε «το υπερβολικό ρυθμιστικό περιβάλλον μπορεί για κάποιους να είναι απλώς ευτράπελο, αλλά για πολλές επιχειρήσεις έχει άμεσο αντίκτυπο στο κόστος και την ανταγωνιστικότητά τους». Σύμφωνα με τον ίδιο, το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ορυκτές πρώτες ύλες, όπου το κόστος παραγωγής αποτελεί βασικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας και έχει συμβάλει στην ενίσχυση της θέσης συγκεκριμένων ασιατικών χωρών στις παγκόσμιες αγορές.
Στα 2 δισ. ευρώ τον χρόνο η ανάγκη για έρευνα
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε και η χρηματοδότηση της κοιτασματολογικής έρευνας. Όπως ανέφερε ο κ. Γιαζιτζόγλου, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων απαιτούνται επενδύσεις περίπου 2 δισ. ευρώ ετησίως για την επόμενη πενταετία για την έρευνα κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών. Πρόκειται, όπως εξήγησε, για εφαρμοσμένη έρευνα, η οποία μπορεί να οδηγήσει άμεσα σε επενδύσεις εφόσον επιβεβαιωθεί η ύπαρξη αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων. Το ερώτημα, κατά τον κ. Γιαζιτζόγλου, είναι γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να κατευθύνει ένα μικρό μέρος των συνολικών δαπανών της για έρευνα προς την κοιτασματολογική έρευνα. «Το 2025 στην Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύθηκαν στην έρευνα από ιδιωτικούς και δημόσιους
φορείς πάνω από 400 δισεκατομμύρια ευρώ. Γιατί είναι πρόβλημα το να κατευθύνουμε το 0,5% αυτού του ποσού στην κοιτασματολογική έρευνα;», ανέφερε ο Πρόεδρος του ΣΜΕ. Ωστόσο, για τον ίδιο, το βασικό πρόβλημα βρίσκεται στο επενδυτικό περιβάλλον και στην πολυπλοκότητα του ευρωπαϊκού πλαισίου, που λειτουργεί αποτρεπτικά για μεγάλης κλίμακας εξορυκτικές επενδύσεις.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


