Η Επιτροπή μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ν’ απαιτεί την αποκάλυψη εγγράφων που είναι αποθηκευμένα σε προσωπικές συσκευές επικοινωνίας οι οποίες χρησιμοποιούνται για επαγγελματικούς σκοπούς
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ αριθ. 83/26
Λουξεμβούργο, 11 Ιουνίου 2026
Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις υποθέσεις T-1097/23 | Vivendi κατά Επιτροπής και T-1119/23 | Lagardère κατά Επιτροπής
Ανταγωνισμός: Η Επιτροπή μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να απαιτεί την αποκάλυψη εγγράφων που είναι αποθηκευμένα σε προσωπικές συσκευές επικοινωνίας οι οποίες χρησιμοποιούνται για επαγγελματικούς σκοπούς
Μια τέτοια απαίτηση, παρότι συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή, μπορεί να δικαιολογείται βάσει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τον Οκτώβριο του 2022, η Vivendi γνωστοποίησε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μια συγκέντρωση επιχειρήσεων που συνίστατο στην απόκτηση αποκλειστικού ελέγχου της Lagardère. Η Vivendi και η Lagardère είναι δύο γαλλικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στους τομείς των μέσων ενημέρωσης και των εκδόσεων.
Με απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023, η Επιτροπή ενέκρινε τη συναλλαγή αυτή υπό ορισμένους όρους. Ωστόσο, επειδή υποψιαζόταν ότι η συγκέντρωση είχε υλοποιηθεί πρόωρα, κίνησε σχετική έρευνα.
Στο πλαίσιο αυτό, με αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2023,1 η Επιτροπή απέστειλε αιτήματα παροχής πληροφοριών στις δύο επιχειρήσεις, απαιτώντας την προσκόμιση εγγράφων που εντοπίζονταν μέσω προκαθορισμένων θεμάτων και όρων αναζήτησης, αντλημένων από επικοινωνίες συγκεκριμένων προσώπων κατά ορισμένη χρονική περίοδο. Τα έγγραφα αυτά περιλάμβαναν, ιδίως, πληροφορίες που είχαν διαβιβαστεί μέσω τόσο επαγγελματικών όσο και ιδιωτικών ηλεκτρονικών συσκευών επικοινωνίας, εφόσον οι συσκευές αυτές είχαν χρησιμοποιηθεί έστω και μία φορά για επαγγελματικούς σκοπούς.
Θεωρώντας ότι τα αιτήματα αυτά παραβίαζαν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, οι Vivendi και Lagardère προσέφυγαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητώντας την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής.
Με τις αποφάσεις του, που εκδόθηκαν στις 3 Ιουνίου, το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές.
Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα αιτήματα αυτά ήταν ικανά να επιφέρουν σοβαρή επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Ωστόσο, κρίνει ότι ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται βάσει του δικαίου της ΕΕ. Συγκεκριμένα, στηρίζεται σε επαρκώς σαφή και ακριβή νομική βάση, σέβεται τον πυρήνα του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα, επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού και παραμένει ανάλογος προς τον σκοπό αυτό.
Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι πληροφορίες που αφορούν την ιδιωτική ζωή συλλέγονται μόνο παρεμπιπτόντως κατά την αναζήτηση πληροφοριών εμπορικού χαρακτήρα. Τονίζει επίσης ότι τα αιτήματα περιορίζονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και σε επακριβώς καθορισμένα κριτήρια αναζήτησης. Επιπλέον, συνοδεύονται από εγγυήσεις που αποσκοπούν στην προστασία ευαίσθητων δεδομένων και εμπιστευτικών πληροφοριών.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι οι ερευνητικές εξουσίες της Επιτροπής θα κινδύνευαν να καταστούν αναποτελεσματικές εάν οι επιχειρήσεις μπορούσαν να αρνούνται την κοινοποίηση εγγράφων που είναι αποθηκευμένα σε προσωπικές συσκευές οι οποίες χρησιμοποιούνται για επαγγελματικούς σκοπούς.
Το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει επίσης ότι τα αιτήματα παροχής πληροφοριών της Επιτροπής υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από τα δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που συνιστά εγγύηση για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
1Αποφάσεις της Επιτροπής C(2023) 6428 final και C(2023) 6429 final της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (Υπόθεση M.11184 – Vivendi/Lagardère), όπως τροποποιήθηκαν αντίστοιχα με τις αποφάσεις της Επιτροπής C(2023) 7463 final και C(2023) 7464 final της 27ης Οκτωβρίου 2023.


