η Ευρώπη μπροστά σε νέο ενεργειακό σοκ
Των Κωνσταντίνου Σπινθηρόπουλου, αναπληρωτή καθηγητή Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Μαρίνας Βέζου, μέλους Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και Δημήτριου Παρρή, διδάκτορα Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
Η ΈΝΤΑΣΗ σε κρίσιμες ενεργειακές περιοχές δεν συνιστά ένα ακόμη γεωπολιτικό επεισόδιο που αφορά αποκλειστικά τρίτες οικονομίες.
Αντιθέτως, αποτελεί άμεση δοκιμασία για την ενεργειακή και μακροοικονομική ανθεκτικότητα της Ευρώπης.
Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν δομικές αδυναμίες, οι οποίες -παρά τις πρόσφατες προσαρμογές- παραμένουν σε σημαντικό βαθμό άλυτες.
Το σημείο-κλειδί είναι γνωστό. Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονται περίπου 17-20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, δηλαδή σχεδόν το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης.
Δεν απαιτείται πλήρης διακοπή των ροών για να προκληθεί αναταραχή. Η αύξηση του αντιλαμβανόμενου κινδύνου αρκεί, ώστε οι αγορές να ενσωματώσουν ταχέως το σχετικό ασφάλιστρο στις τιμές.
Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ των τελευταίων ετών είναι ενδεικτική. Οι ενεργειακές αγορές δεν αντιδρούν απλώς στα γεγονότα, αλλά τα προεξοφλούν. Η μεταβλητότητα των τιμών ενέργειας λειτουργεί ως μηχανισμός μετάδοσης της γεωπολιτικής αβεβαιότητας στη μακροοικονομία.
Η ενέργεια δεν αποτελεί έναν ακόμη παραγωγικό συντελεστή. Συνιστά οριζόντιο παράγοντα κόστους σε όλο το εύρος της οικονομικής δραστηριότητας.
Ως εκ τούτου, η άνοδος των τιμών της λειτουργεί ως κλασικό αρνητικό σοκ προσφοράς, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και μειώνοντας το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Το αποτέλεσμα είναι η ταυτόχρονη ενίσχυση πληθωριστικών πιέσεων και η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η Ε.Ε παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε τέτοιου είδους διαταραχές. Η ενεργειακή της εξάρτηση από εισαγωγές υπερβαίνει το 55%, ενώ η αυξημένη χρήση υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) ενισχύει μεν τη διαφοροποίηση, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει την έκθεση στις διεθνείς διακυμάνσεις τιμών και στον ανταγωνισμό για ενεργειακούς πόρους.
Σε περιόδους έντασης στη Μέση Ανατολή, η Ευρώπη δεν λειτουργεί ως τιμοκαθοριστής, αλλά
ως τιμοαποδέκτης.
Οι ροές LNG κατευθύνονται προς τις αγορές με τη μεγαλύτερη προθυμία πληρωμής, γεγονός
που καθιστά την ενεργειακή ασφάλεια συνάρτηση της αγοραστικής ισχύος.
ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ εκδηλώνονται με ιδιαίτερη ένταση στη βιομηχανία, ιδίως σε κλάδους υψηλής ενεργειακής έντασης.
Η προσαρμογή πραγματοποιείται είτε μέσω περιορισμού της παραγωγής είτε μέσω μετακύλισης του κόστους, με σωρευτικές επιδράσεις στην ανταγωνιστικότητα.
Για τις ενεργειακές οικονομίες της περιοχής, η αύξηση των τιμών δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην αντίστοιχη αύξηση των εσόδων.
Οι περιορισμοί στις εξαγωγές, η γεωπολιτική αβεβαιότητα και οι επενδυτικοί κίνδυνοι περιορίζουν τη δυνατότητα αξιοποίησης των ευνοϊκών συγκυριών.
ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ερώτημα, ωστόσο, αφορά την Ευρώπη. Σε ποιον βαθμό μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με ένα ενεργειακό υπόδειγμα που βασίζεται σε εξάρτηση από περιοχές υψηλού γεωπολιτικού κινδύνου;
Η μέχρι σήμερα στρατηγική εμφανίζει στοιχεία ασυνέχειας. Παρά την πρόοδο στην ενεργειακή μετάβαση, η εξάρτηση από διεθνείς αγορές υψηλής μεταβλητότητας παραμένει σημαντική.
Σε αυτό το πλαίσιο, εναλλακτικά καύσιμα, όπως η μεθανόλη, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η αξία τους δεν περιορίζεται στη μείωση των εκπομπών, αλλά επεκτείνεται στη γεωγραφική διαφοροποίηση της παραγωγής, συμβάλλοντας στη μείωση της συγκέντρωσης κινδύνου.
Στον τομέα της ναυτιλίας, η διαφοροποίηση καυσίμου συνδέεται άμεσα με τη διαχείριση επιχειρησιακού κινδύνου, ιδίως σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας στις θαλάσσιες οδούς.
Η Ευρώπη έχει ήδη βιώσει το κόστος της ενεργειακής εξάρτησης κατά την τελευταία περίοδο. Ωστόσο, η προσδοκία ότι οι αγορές θα λειτουργήσουν εξομαλυντικά δεν επιβεβαιώνεται συστηματικά, καθώς οι κρίσεις τείνουν να εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση.
ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ πλαίσιο, οι επιπτώσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία λόγω της υψηλής συμβολής του τουρισμού στο ΑΕΠ και στην απασχόληση.
Ο τουριστικός τομέας παρουσιάζει έντονη ευαισθησία στο κόστος μεταφορών και ενέργειας, καθώς επηρεάζει τόσο τη ζήτηση (μέσω του κόστους πρόσβασης) όσο και την προσφορά (μέσω του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων).
Υπό συνθήκες αυξημένης ενεργειακής μεταβλητότητας και γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος δύναται να επηρεαστεί αρνητικά, ιδίως σε σύγκριση με εναλλακτικούς προορισμούς.
Συνεπώς, οι εξωτερικές ενεργειακές διαταραχές μετατρέπονται σε κρίσιμο παράγοντα μακροοικονομικού κινδύνου για την ελληνική οικονομία.
ΜΙΑ ΠΟΛΕΜΙΚΗ κλιμάκωση σε κρίσιμη ενεργειακή περιοχή δεν δημιουργεί νέο πρόβλημα, αλλά αναδεικνύει προϋπάρχουσες δομικές αδυναμίες.
Οι επιπτώσεις αποτυπώνονται στον πληθωρισμό, στην ανταγωνιστικότητα και στους ρυθμούς ανάπτυξης.
Το ζητούμενο δεν είναι αν οι οικονομίες θα επηρεαστούν, αλλά σε ποιον βαθμό είναι προετοιμασμένες να απορροφήσουν το κόστος και να περιορίσουν τη διάρκειά του.


