Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2026
ENQUIRE / NEWSROOM
Η ουσία της ημέρας.Χωρίς τον θόρυβο.
ΤώραΣε κλοιό διαδηλώσεων η Ευρώπη: Σιδερόφραχτο το Παρίσι, κανόνια νερού στη Ναντ
Οικονομία

Η Ευρώπη στον προθάλαμο μιας νέας κρίσης με αδύναμο κρίκο τη Γαλλία

Οικονομία24.10.20261 λεπτό
Επικίνδυνο ντόμινο από το έλλειμμα της Γαλλίας



Ζούμε μέρες της εξέγερσης του Μάη του 1968, της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης του καλοκαιριού του 2008 ή μιας ανερχόμενης γενικευμένης αντίδρασης, απέναντι σε ένα σύστημα που γεννά ανισότητες και αδικίες και  εξανεμίζει κάθε προσδοκία για ένα καλύτερο αύριο με ίσες ευκαιρίες στην απόκτηση γνώσης και συμμετοχής στους καρπούς της ευημερίας;

Χωρίς αμφιβολία, το φαινόμενο που εκτυλίσσεται μπροστά μας τα τελευταία χρόνια και που δείχνει να φτάνει στη φάση της κορύφωσής του, έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, παρά τις όποιες ομοιότητες που εμφανίζει με τα προηγούμενα. Ποτέ, μετά τον πόλεμο τουλάχιστον, δεν είχαμε ταυτόχρονα στην Ευρώπη γεωπολιτικές εντάσεις αυτού του μεγέθους σε συνδυασμό, με πολέμους στη γειτονιά μας,  οικονομικές  και εισοδηματικές ανισορροπίες αυτού του μεγέθους και το χειρότερο έλλειψη πολιτικής ηγεσίας ικανής να χειρισθεί τα πράγματι δύσκολα προβλήματα προς όφελος των λαών και της ειρήνης στην περιοχή. Οι κινητοποιήσεις φανερώνουν ότι υπάρχει πρόβλημα εμπιστοσύνης προς τις πολιτικές ηγεσίες, τις οποίες οι πολίτες θεωρούν ανίκανες να χειριστούν τις υποθέσεις και τα ζωτικά προβλήματα που διογκώνονται. Είναι δε ιστορικά τεκμηριωμένο, ότι όταν διαρρηγνύεται  η κοινωνική συνοχή, ως αποτέλεσμα της  οικονομικής εξάντλησης, τότε η κατάσταση μπορεί να βρεθεί εκτός ελέγχου.

Σε κρίσιμο επίπεδο τα δημοσιονομικά της Γαλλίας

Στο σπίτι μας την Ενωμένη Ευρώπη, τα σύννεφα μιας κρίσης πυκνώνουν, με πρώτο και κυρίαρχο την εκτόξευση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, ένας δείκτης που σηματοδοτεί την αυξανόμενη απόσυρση της εμπιστοσύνης των επενδυτών απέναντι στους διαχειριστές των κεφαλαίων που τους εμπιστεύονται. Στην πρώτη γραμμή των προβληματικών οικονομιών δεν είναι πλέον ούτε η Γερμανία, ούτε η Ιταλία, πολύ περισσότερο ούτε η Ελλάδα, αλλά η Γαλλία.

Παρότι, το πρόβλημα στην αγορά κρατικών ομολόγων, με την πτώση των τιμών και τη συνακόλουθη αύξηση των αποδόσεων, δεν έχει τις ρίζες του στη γαλλική οικονομία, αλλά σε εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, στην Ευρώπη πρωτοστατούν τα γαλλικά, ως αποτέλεσμα των πολλαπλών προβλημάτων που έχει όχι μόνο η οικονομία αλλά και η χώρα γενικότερα. Προς το παρόν καταγράφεται ήδη μια ανησυχητική κατάσταση, όπου το δημόσιο χρέος σκαρφάλωσε στο 119% του ΑΕΠ, η απόδοση των δεκαετών ομολόγων στο 5,11% και το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει σταθερά στην περιοχή του 5,3%. Έχει σημασία εξάλλου να αναφερθεί, ότι μόλις το 2010 το χρέος ανερχόταν στο διαχειρίσημο 80%.

Έτσι, η Γαλλία πρέπει να πληρώνει υψηλότερους τόκους για το χρέος της, 1,74% περισσότερο από τους Γερμανούς (Spread 22/10/2026)), με ότι αυτό σημαίνει για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της. Τέτοιες διαφορές έχουν να εμφανισθούν από την εποχή της μεγάλης ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ταυτόχρονα, η οικονομία της, με βάση τις προβλέψεις της κυβέρνησης, αναμένεται να αναπτυχθεί με το ισχνό 0,5% το 2026 και 1% το 2027. Η μειωμένη ανάπτυξη δυσχεραίνει έτι περεταίρω τα δημοσιονομικά, όχι μόνο σε ότι αφορά τη μείωση του ελλείμματος, αλλά και της εξυπηρέτησης του χρέους της, ενώ το υπερχρεωμένο γαλλικό  κοινό, αδυνατεί να απορροφήσει μια περαιτέρω αύξηση του δημοσίου χρέους. Από την άλλη το μεγαλύτερο μέρος του (59,7%) βρίσκεται στην κατοχή ξένων επενδυτών κυρίως Funds, τα οποία διαχειρίζονται συλλογικές αποταμιεύσεις συνταξιοδοτικών ταμείων, όπως επίσης και σε ασφαλιστικές εταιρείες, πράγμα που το καθιστά επικίνδυνο για τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων.

Προς το παρόν, οι επενδυτές εκτιμώντας το αυξανόμενο ρίσκο για τις τοποθετήσεις τους στα γαλλικά ομόλογα, τιμολογούν και τις απαιτήσεις τους, οι οποίες δεν αφορούν μόνο τα νέα ελλείμματα, αλλά και την αναχρηματοδότηση παλαιότερων  εκδόσεων, που είχαν συναφθεί με χαμηλότερο επιτόκιο και τα οποία σταδιακά λήγουν. Τα ποσά αυτά διαχρονικά διογκώνονται και προσεγγίζουν προβληματικές περιοχές. Ήδη με βάση τα στοιχεία της γαλλικής κρατικής υπηρεσίας διαχείρισης του χρέους, το τρέχον έτος, η χώρα θα καταβάλλει σε τόκους 80 δις Ευρώ, ενώ το 2027 πρέπει να αντλήσει από τις αγορές 340 δις και να καταβάλλει αντίστοιχα 91 δις για τόκους.

Η πολιτική διαχείριση κατώτερη των περιστάσεων

Μια ματιά να ρίξει κανείς στο πρόσφατο παρελθόν αρκεί για να τεκμηριώσει, ότι ένα πρόβλημα, το οποίο σπρώχνει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, στο να της αποδοθεί ο τίτλος του «μεγάλου ασθενή», δεν προκύπτει από τη μια στιγμή στην άλλη. Αυτή τη φορά μάλιστα δεν ενοχοποιούνται οι αγορές για αυτό που συμβαίνει. Είναι το πολιτικό προσωπικό της χώρας, εκείνο που αδυνατεί, και φέρει μεγάλη ευθύνη γι΄ αυτό, ώστε και φέτος για τρίτη συνεχόμενη περίοδο, διστάζει να καταρτίσει και να εφαρμόσει έναν προϋπολογισμό που να στοχεύει στη δημοσιονομική εξυγίανση. Παρότι η χώρα βρίσκεται από το 2024 σε καθεστώς «διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος» από την ΕΕ, εξακολουθεί να τροφοδοτεί το ίδιο σημαντικό δημοσιονομικό έλλειμμα, αλλάζοντας μάλιστα τρεις κυβερνήσεις, που απέτυχαν να εφαρμόσουν μια συνετότερη πολιτική.

Όταν μια χώρα που, ο δημόσιος τομέας της απορροφά και δαπανά το 56% του ΑΕΠ και ταυτόχρονα οι πολίτες της βρίσκονται στο δρόμο, επειδή δεν αντέχουν άλλο τον αποκλεισμό και τη στέρηση, κάτι έχει πάει στραβά με την κατανομή του εθνικού της εισοδήματος. Το χειρότερο δε είναι, ότι στον ορίζοντα δε διαφαίνεται  κάποια προοπτική για βελτίωση, αντίθετα μάλιστα όλα δείχνουν και κυρίως οι επερχόμενες εκλογές, ότι η χώρα βαδίζει προς το χειρότερο. Έτσι, μία πιθανή επιδείνωση, θα έχει βαρύτατες επιπτώσεις και στις άλλες ευρωπαικές χώρες και κυρίως στη μέχρι τώρα λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης.

Και αν και αυτή τη φορά δεν επαληθευτεί το “this time is different”;

Κάθε φορά που εμφανίζεται μια σημαντική ανισορροπία, η οποία είναι ικανή να επιφέρει κραδασμούς στο οικονομικό σύστημα, η κρατούσα άποψη είναι, ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει, ότι έχουμε θωρακιστεί με νέα εργαλεία ή ότι κανείς δεν θα αφήσει μια μεγάλη τράπεζα ή πολύ περισσότερο χώρα να καταρρεύσει και άλλα επιφανειακά αισιόδοξα επιχειρήματα. Στην πράξη όμως και χρεοκοπίες κρατών βιώσαμε και μεγάλες τράπεζες έχουν κηρύξει πτώχευση.

Όλες οι καλοπροαίρετες αυτές αιτιάσεις δε λαμβάνουν υπόψη τους έναν σημαντικό παράγοντα. Πρόκειται για την άρση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στην ικανότητα του συστήματος να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, όπως επίσης και η απουσία κοινωνικής συναίνεσης στη λειτουργία ενός συστήματος το οποίο καταφανώς παράγει, συντηρεί και διογκώνει την ανισότητα. Καμία χώρα δε, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματά της, όταν έχει διαρραγεί ο κοινωνικός ιστός. Συνεπώς θεωρώ, ότι «αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά», μόνο που είναι χειρότερα. Οι λόγοι είναι προφανείς!

Η ανεπάρκεια των μέσων διάσωσης. Η Γαλλία είναι: “Too big to save”!

Χωρίς αμφιβολία, η σημερινή κατάσταση δεν είναι συγκρίσιμη με εκείνη της οιονεί χρεοκοπημένης Ελλάδας του 2009. Τα μεγέθη είναι διαφορετικά, όπως και το πολιτικό βάρος της κάθε χώρας, που είναι σημαντικό στις διεθνείς διευθετήσεις μεγάλων ζητημάτων. Η Γαλλία είναι μια χώρα, που το ΑΕΠ της ανέρχεται στα 3 τρις Ευρώ, με ένα υπέρογκο χρέος όμως κοντά στα 3,6 τρις. Έτσι, σε περίπτωση δυσκολιών στην εξυπηρέτηση του χρέους, που δεν είναι διόλου απίθανο να συμβεί, όπως περιγράψαμε παραπάνω, η προσπάθεια για διάσωση θα είναι απείρως δυσκολότερη, από εκείνη που αφορούσε στη χώρα μας. Αν λοιπόν, η γαλλική κυβέρνηση δεν καταφέρει να μειώσει αξιόπιστα το δημοσιονομικό της έλλειμμα και αφήσει τα πράγματα να τρέχουν χωρίς παρεμβάσεις, το έλλειμμα, όπως η ίδια διατείνεται, θα ανέλθει το 2027 στο 6,5%. Από εκεί και μετά σταδιακά ο δρόμος προς την εξωτερική βοήθεια φαντάζει μονόδρομος. Σ’αυτό θα βοηθήσει σίγουρα και η αυξημένη νευρικότητα και αβεβαιότητα των αγορών καθώς και οι οίκοι πιστοληπτικής  αξιολόγησης.

Αυτή τη στιγμή δύο είναι οι δυνητικοί φορείς που μπορούν, κάτω από προϋποθέσεις να απλώσουν δίχτυ προστασίας από το ενδεχόμενο χρεοκοπίας:

Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), ο οποίος έχει τη δυνατότητα να χορηγήσει δάνεια μόνο περί τα 500 δις Ευρώ. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, τα κεφάλαια αυτά δεν επαρκούν να στηρίξουν μια οικονομία του μεγέθους της Γαλλίας με το τεράστιο ΑΕΠ και το ακόμη μεγαλύτερο χρέος. Άλλωστε, αυτό το γνωρίζαμε ήδη, όταν κατά την ίδρυσή του προικιζόταν ο ESM με κεφάλαια, το ύψος των οποίων δεν είναι αρκετό για να καλύψει μεγάλου μεγέθους παρεμβάσεις. Εκείνη την εποχή μάλιστα για το θέμα αυτό είχε ασκηθεί σφοδρή κριτική από πολλές πλευρές.

Συνεπώς, τα βλέμματα σε μια ενδεχόμενη ανάγκη για παρέμβαση σωτηρίας, πέφτουν ολοκληρωτικά στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Πράγματι η κεντρική μας τράπεζα σήμερα διαθέτει σημαντικά εργαλεία, τα οποία την εποχή που χρειαζόταν η Ελλάδα βοήθεια δεν υπήρχαν. Πρόκειται για το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων ΟΜΤ, το οποίο δημιούργησε ο Mario Draghi το 2012 κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Προέδρου της ΕΚΤ. Αυτό στη συνέχεια το 2022 εξελίχθηκε στο TPI, ένα πρόγραμμα αγοράς ομολόγων για την αποτροπή ενδεχόμενων μεταδοτικών επιπτώσεων σε άλλες χώρες, ως αποτέλεσμα της εμφάνισης κάποιας κρίσης χρέους.

Όμως, όσο απλή διαδικαστικά και αν φαίνεται η προσφυγή της χώρας στην ΕΚΤ για στήριξη, τόσο δύσκολη είναι πολιτικά η υλοποίηση μιας τέτοιας  απόφασης.

Πρώτον, διότι η τράπεζα δεσμεύεται να απαιτήσει από τη χώρα την υποβολή προγράμματος προσαρμογής τύπου Μνημονίου, κάτι που είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα αποδεχόταν η όποια γαλλική κυβέρνηση βρισκόταν μπροστά στην ανάγκη να πάρει μια τέτοια απόφαση.

Δεύτερον, μία παρέμβαση μεγάλης κεφαλαιακής ενίσχυσης της Γαλλίας αντιβαίνει στη νομισματική πολιτική που υλοποιεί η ΕΚΤ για περιορισμό του πληθωρισμού μέσω αύξησης των επιτοκίων αναφοράς. Μια τέτοια ενέργεια θα ακύρωνε την περιοριστική πολιτική με τις διαδοχικές αυξήσεις των επιτοκίων που υλοποιεί, ενώ θα τροφοδοτούσε τον πληθωρισμό με τον εμπλουτισμό της αγοράς με νέα τεράστια κεφάλαια. Συνεπώς, η Διοίκηση της ΕΚΤ θα βρεθεί μπροστά σε ένα δίλημμα επιλογής ενός από τους δύο στόχους, πληθωρισμός ή χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπου ο ένας βρίσκεται σε αντίθεση  με τον άλλον.

Συμπερασματικά, η Γαλλία βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο να βιώσει μια κρίση χρέους με ανυπολόγιστες επιπτώσεις. Τα ραντάρ των επενδυτών που τοποθετούνται στα κρατικά της ομόλογα, είναι στραμμένα  προς το μέρος της και παρακολουθούν. Η δύσκολη εξίσωση, που περιμένει τη λύση της, περιέχει μια δέσμη προκλήσεων που εμφανίζονται ταυτόχρονα.

Τεράστιο χρέος, υψηλό και διαρκώς αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησής του και το σημαντικότερο ένα άβουλο πολιτικό προσωπικό, το οποίο αδυνατεί να  σχηματίσει τις αναγκαίες πλειοψηφίες, ώστε να βγάλει τη χώρα από τα αδιέξοδα. Για τη χώρα και με την εμπειρία της ελληνικής περιπέτειας, είναι σοφό, η πολιτική ηγεσία της να δώσει μόνη της τη λύση. Σε αντίθετη περίπτωση θα το κάνουν οι αγορές και τότε θα είναι πολύ περισσότερο επώδυνη. Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση μια αρνητική εξέλιξη είναι βέβαιο, ότι θα επιφέρει κλυδωνισμούς, τους οποίους όμως σταδιακά  θα απορροφήσει  με τα εργαλεία που ήδη διαθέτει.

*Καθηγητής Οικονομικών, τ. Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.