Η ημέρα που άρχισε να σπάει η κυριαρχία των «Επτά Αδελφών»
Πέντε άνδρες συναντώνται στην αίθουσα Αλ Σαάμπ της Βαγδάτης. Εκπροσωπούν το Ιράν, το Ιράκ, το Κουβέιτ, τη Σαουδική Αραβία και τη Βενεζουέλα — κράτη τα οποία δεν ενώνουν ούτε η γεωγραφία ούτε το πολιτικό τους σύστημα.
Ανάμεσά τους βρίσκονται μοναρχίες, μια επαναστατική αραβική δημοκρατία, το φιλοδυτικό Ιράν του Σάχη και μια λατινοαμερικανική χώρα στην άλλη άκρη του κόσμου. Τους ενώνει, όμως, μία κοινή οργή: κάτω από το έδαφός τους βρίσκονται ορισμένα από τα πλουσιότερα κοιτάσματα πετρελαίου του πλανήτη, αλλά την τιμή του πετρελαίου τους την αποφασίζουν άλλοι. Το ημερολόγιο γράφει 10 Σεπτεμβρίου 1960.
Οι εργασίες θα διαρκέσουν τέσσερις ημέρες. Στις 14 Σεπτεμβρίου οι πέντε αντιπροσωπείες θα υπογράψουν τη συμφωνία που ιδρύει τον Οργανισμό Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών, τον γνωστό ΟΠΕΚ.
Η αλλαγή δεν θα γίνει αμέσως ορατή. Οι πολυεθνικές θα συνεχίσουν για χρόνια να διαθέτουν τεράστια οικονομική και πολιτική ισχύ, ενώ αρκετές δυτικές κυβερνήσεις θα αντιμετωπίσουν τον νέο οργανισμό ως μία εύθραυστη συμμαχία που σύντομα θα διαλυθεί.
Κι όμως, στη Βαγδάτη έχει αρχίσει μία από τις μεγαλύτερες μετατοπίσεις οικονομικής εξουσίας του 20ού αιώνα.
Οι 7 εταιρείες που κυβερνούν το πετρέλαιο
Στις δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η διεθνής αγορά πετρελαίου κυριαρχείται από επτά γιγαντιαίες εταιρείες: την Anglo-Iranian Oil Company, πρόγονο της BP, τη Royal Dutch Shell, τη Standard Oil of New Jersey και τη Standard Oil of New York, από τις οποίες θα προκύψει η ExxonMobil, καθώς και τις Standard Oil of California, Gulf Oil και Texaco, που θα συνδεθούν αργότερα με τη Chevron.
Ο επικεφαλής της ιταλικής Eni, Ενρίκο Ματέι, τις αποκαλεί ειρωνικά «Επτά Αδελφές». Ο χαρακτηρισμός μένει στην Ιστορία, επειδή αποτυπώνει ένα δίκτυο εταιρειών που ανταγωνίζονται μεταξύ τους αλλά ταυτόχρονα συνεργάζονται μέσω κοινοπραξιών, μακροχρόνιων παραχωρήσεων και κοινών επιχειρηματικών συμφερόντων. Οι Financial Times σε άρθρα της εποχής περιγράφουν πώς οι εταιρείες αυτές ελέγχουν το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής.
Οι «Αδελφές» δεν περιορίζονται στην άντληση. Διαχειρίζονται ολόκληρη την αλυσίδα: τα κοιτάσματα, τους αγωγούς, τα διυλιστήρια, τα δεξαμενόπλοια και τα δίκτυα διανομής. Μπορούν να περιορίσουν την παραγωγή σε μια χώρα, να την αυξήσουν σε κάποια άλλη και να μεταφέρουν φορτία εκεί όπου προσφέρεται το μεγαλύτερο κέρδος.
Τα κράτη στα οποία βρίσκεται το πετρέλαιο εισπράττουν φόρους και δικαιώματα. Διαθέτουν, όμως, περιορισμένη επιρροή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά.
Το πιο ισχυρό όπλο των εταιρειών είναι ένας αριθμός που οι περισσότεροι καταναλωτές δεν βλέπουν ποτέ: η λεγόμενη «δημοσιευμένη τιμή» —η posted price— του αργού πετρελαίου.
Η τιμή που δεν ήταν πραγματική τιμή
Η posted price δεν είναι απαραιτήτως η τιμή στην οποία πωλείται ένα φορτίο πετρελαίου στην αγορά. Είναι η λογιστική τιμή πάνω στην οποία υπολογίζονται οι φόροι, τα δικαιώματα και το μερίδιο που λαμβάνει η χώρα παραγωγής.
Αυτό σημαίνει ότι μια εταιρεία μπορεί, μειώνοντας μονομερώς τη συγκεκριμένη τιμή, να περιορίσει αυτομάτως τα έσοδα ενός ολόκληρου κράτους.
Το 1959, οι μεγάλες πετρελαϊκές μειώνουν τις δημοσιευμένες τιμές του πετρελαίου της Μέσης Ανατολής και της Βενεζουέλας κατά περίπου 10%. Τον Αύγουστο του 1960 ακολουθεί νέα περικοπή, αυτή τη φορά κατά 10 έως 14 σεντς το βαρέλι σε αρκετές κατηγορίες αργού.
Τα ποσά μοιάζουν μικρά. Όταν, όμως, πολλαπλασιάζονται με εκατομμύρια βαρέλια, μετατρέπονται σε βαριά απώλεια για κρατικούς προϋπολογισμούς που εξαρτώνται από τα πετρελαϊκά έσοδα.
Το εξοργιστικότερο για τις χώρες παραγωγής δεν είναι μόνο η μείωση. Είναι ότι οι εταιρείες την ανακοινώνουν χωρίς προηγούμενη ουσιαστική διαβούλευση με τις κυβερνήσεις τους.
Η σταγόνα των λίγων σεντς κάνει το βαρέλι να ξεχειλίσει.
Ο Βενεζουελάνος και ο «Κόκκινος Σεΐχης»
Πίσω από τη συμμαχία βρίσκονται κυρίως δύο άνθρωποι. Ο υπουργός Πετρελαίου της Βενεζουέλας Χουάν Πάμπλο Πέρες Αλφόνσο και ο Σαουδάραβας αξιωματούχος Αμπντάλα αλ Ταρίκι, γνωστός λόγω των εθνικιστικών και μεταρρυθμιστικών απόψεών του ως «Κόκκινος Σεΐχης».
Οι δυο τους καταλαβαίνουν ότι καμία πετρελαιοπαραγωγός χώρα δεν μπορεί να αντισταθεί μόνη της. Εάν ένα κράτος απαιτήσει καλύτερους όρους, οι εταιρείες μπορούν να περιορίσουν τις αγορές από αυτό και να αυξήσουν την παραγωγή σε κάποιο γειτονικό.
Η δύναμη των «Επτά Αδελφών» δεν πηγάζει μόνο από το μέγεθός τους. Πηγάζει και από τον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των παραγωγών.
Η απάντηση του Πέρες Αλφόνσο και του αλ Ταρίκι είναι απλή στη σύλληψη, αλλά δύσκολη στην εφαρμογή: οι χώρες πρέπει να πάψουν να λειτουργούν ως αντίπαλοι προμηθευτές και να διαπραγματευτούν ως ομάδα.
Έτσι, στη Βαγδάτη φτάνουν ο Φουάντ Ρουχανί από το Ιράν, ο Ταλάατ αλ Σαϊμπανί από το Ιράκ, ο Αχμέντ Σαγιέντ Ομάρ από το Κουβέιτ, ο αλ Ταρίκι από τη Σαουδική Αραβία και ο Πέρες Αλφόνσο από τη Βενεζουέλα. Το Κατάρ συμμετέχει ως παρατηρητής, χωρίς να γίνει ιδρυτικό μέλος. Τα ονόματα των πέντε ιδρυτών και η αίθουσα της συνάντησης καταγράφονται στο επίσημο ιστορικό του ΟΠΕΚ.
Μια συμφωνία αμοιβαίας άμυνας
Οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν παραδίδουν στον νέο οργανισμό κάποιο μαγικό κουμπί με το οποίο μπορεί να ανεβοκατεβάζει την τιμή του πετρελαίου.
Τα πέντε κράτη ζητούν την επαναφορά των τιμών στα επίπεδα πριν από τις περικοπές του Αυγούστου, απαιτούν σταθερότητα και συμφωνούν ότι οι εταιρείες πρέπει στο εξής να τα συμβουλεύονται προτού αλλάξουν τις δημοσιευμένες τιμές.
Το κρισιμότερο σημείο βρίσκεται αλλού: αν μια πετρελαϊκή εταιρεία τιμωρήσει ένα μέλος περιορίζοντας τις αγορές από αυτό, οι υπόλοιπες χώρες δεσμεύονται να μην εκμεταλλευτούν την ευκαιρία για να αυξήσουν τις δικές τους εξαγωγές.
Είναι ένας μηχανισμός συλλογικής άμυνας. Η προσπάθεια των εταιρειών να απομονώσουν έναν απείθαρχο παραγωγό θα πρέπει πλέον να βρίσκει απέναντί της ολόκληρη την ομάδα.
«Είμαστε πλέον ενωμένοι. Γράφουμε Ιστορία», δηλώνει μετά τη διάσκεψη ο Πέρες Αλφόνσο, σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή του ΟΠΕΚ.
Ο οργανισμός που οι ΗΠΑ δεν πίστεψαν ότι θα λειτουργήσει
Στην αρχή, ο σκεπτικισμός της Δύσης δεν μοιάζει παράλογος. Τα μέλη του ΟΠΕΚ χρειάζονται επειγόντως πετρελαϊκά έσοδα και επομένως έχουν ισχυρό κίνητρο να αυξάνουν —όχι να περιορίζουν— την παραγωγή τους.
Επιπλέον, διαθέτουν διαφορετικά αποθέματα, πληθυσμούς και πολιτικές επιδιώξεις. Κάθε πιθανός τρόπος κατανομής της παραγωγής ευνοεί ορισμένα κράτη και ζημιώνει άλλα.
Σε εμπιστευτικό υπόμνημα του Νοεμβρίου του 1960, το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ εκτιμά ότι ένα κοινό σύστημα περιορισμού της παραγωγής είναι σχεδόν αδύνατο να εφαρμοστεί. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η ανοιχτή αμερικανική αντίθεση θα μπορούσε να ενισχύσει τον ΟΠΕΚ, παρουσιάζοντας τις ΗΠΑ ως σύμμαχο των πετρελαϊκών μονοπωλίων. Το πλήρες ιστορικό έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αποτυπώνει την αμηχανία της Ουάσιγκτον απέναντι στον νέο οργανισμό.
Για μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1960, ο ΟΠΕΚ παραμένει πράγματι σχετικά αδύναμος. Δεν επιβάλλει ακόμη τις τιμές, δεν διαθέτει αποτελεσματικό σύστημα ποσοστώσεων και δεν ελέγχει άμεσα τις πετρελαϊκές βιομηχανίες των μελών του.
Έχει πετύχει, όμως, κάτι θεμελιώδες: οι χώρες παραγωγής έχουν αποκτήσει κοινή φωνή.
Η δεκαετία που άλλαξε τον συσχετισμό
Η πραγματική ανατροπή έρχεται σταδιακά. Το 1968, ο ΟΠΕΚ διακηρύσσει το κυριαρχικό δικαίωμα κάθε χώρας πάνω στους φυσικούς της πόρους. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τα κράτη-μέλη αρχίζουν να αποκτούν μεγαλύτερη συμμετοχή στις εταιρείες που εκμεταλλεύονται τα κοιτάσματά τους. Ακολουθούν κρατικοποιήσεις και νέες συμφωνίες.
Οι κυβερνήσεις δεν περιορίζονται πλέον στην είσπραξη φόρων. Αρχίζουν να ελέγχουν την παραγωγή.
Το 1973, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Γιομ Κιπούρ, η ισχύς αυτή γίνεται ορατή σε ολόκληρο τον πλανήτη. Χρειάζεται εδώ μια σημαντική διάκριση: το εμπάργκο κατά των ΗΠΑ και άλλων συμμάχων του Ισραήλ δεν επιβάλλεται από ολόκληρο τον ΟΠΕΚ, αλλά από τα αραβικά πετρελαιοπαραγωγά κράτη μέσω του OAPEC.
Η στενή αγορά, οι περικοπές παραγωγής και οι αποφάσεις για τις τιμές εκτινάσσουν, πάντως, το κόστος του αργού. Από τα 2,90 δολάρια πριν από το εμπάργκο, η τιμή πλησιάζει τα 11,65 δολάρια τον Ιανουάριο του 1974, σύμφωνα με το Federal Reserve History.
Οι ουρές στα πρατήρια, ο πληθωρισμός, η ύφεση και η ενεργειακή λιτότητα αποδεικνύουν ότι η υπόθεση του πετρελαίου δεν ελέγχεται πλέον αποκλειστικά στις αίθουσες διοίκησης των δυτικών πολυεθνικών.
Η κατάκτηση του δικαιώματος να λες «όχι»
Ο ΟΠΕΚ δεν γίνεται ποτέ παντοδύναμος. Τα μέλη του παραβιάζουν συμφωνίες, συγκρούονται μεταξύ τους και ανταγωνίζονται για μερίδια αγοράς. Νέοι παραγωγοί, η τεχνολογική εξέλιξη, το αμερικανικό σχιστολιθικό πετρέλαιο και οι μεταβολές της ζήτησης περιορίζουν κατά περιόδους την επιρροή του.
Το 2016 χρειάζεται να συνεργαστεί με τη Ρωσία και άλλες χώρες εκτός του οργανισμού, δημιουργώντας το ευρύτερο σχήμα του ΟΠΕΚ+. Ακόμη και έτσι, κάθε απόφαση για την παραγωγή εξακολουθεί να περνά γρήγορα στις τιμές της ενέργειας, στον πληθωρισμό, στις μεταφορές και τελικά στην τσέπη του καταναλωτή.
Η 10η Σεπτεμβρίου 1960 είναι η ημέρα κατά την οποία οι παραγωγοί χώρες αρνούνται για πρώτη φορά να αποδεχθούν ότι η ιδιοκτησία των κοιτασμάτων δεν τους δίνει λόγο στην τιμή τους.
Στη Βαγδάτη δεν κατακτούν αμέσως την κάνουλα του πετρελαίου. Κατακτούν κάτι που θα αποδειχθεί εξίσου ισχυρό: το δικαίωμα να πουν «όχι».
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


