Η Κίνα ως οικονομική σανίδα σωτηρίας της Ρωσίας;

Ημερομηνία: 20-05-2026

Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI
toggle

  • Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν επισκέπτεται το Πεκίνο για συζητήσεις με τον Σι Τζινπίνγκ, με στόχο να στηρίξει τη ρωσική οικονομία μέσω της βοήθειας της Κίνας.
  • Παρά τη στενή συνεργασία, οι σχέσεις Ρωσίας-Κίνας γίνονται όλο και πιο μονόπλευρες, με σημαντική αύξηση των ρωσικών εξαγωγών προς την Κίνα μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
  • Το 2024, οι ρωσικές εξαγωγές προς την Κίνα ανήλθαν σε περίπου 129 δισεκατομμύρια δολάρια, κυρίως αργό πετρέλαιο, άνθρακα και φυσικό αέριο, πωληθέντα με σημαντικές εκπτώσεις.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ταξιδεύει στο Πεκίνο για συνομιλίες με τον Σι Τζινπίνγκ. Στόχος του να διασφαλίσει πως με τη βοήθεια της Κίνας θα καταφέρει να κρατήσει όρθια τη ρωσική οικονομία.Η Ρωσία μπορεί να πανηγυρίζει για τη στενή συνεργασία της με την Κίνα. Ωστόσο οι σχέσεις αυτές γίνονται ολοένα και πιο μονόπλευρες.

Παρ’ ότι το διμερές εμπόριο μειώθηκε πέρυσι ως αποτέλεσμα των χαμηλότερων τιμών πετρελαίου, οι ρωσικές εξαγωγές αγαθών προς την Κίνα έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από τον Φεβρουάριο του 2022, όταν και ξεκίνησε η πλήρους κλίμακας εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία.

Το 2024 η Ρωσία απέστειλε στην Κίνα αγαθά αξίας περίπου 129 δισεκατομμυρίων δολαρίων – στη συντριπτική τους πλειονότητα αργό πετρέλαιο, άνθρακα και φυσικό αέριο, που πωλήθηκαν με μεγάλες εκπτώσεις.

Το Center for Research on Energy and Clean Air υπολόγισε ότι η Κίνα έχει αγοράσει περισσότερα από 372 δισεκατομμύρια δολάρια ρωσικών ορυκτών καυσίμων από την έναρξη της σύγκρουσης, προσφέροντας στη Μόσχα ζωτικής σημασίας σκληρό συνάλλαγμα για τη χρηματοδότηση του στρατού της εν μέσω των δυτικών κυρώσεων.

Σε αντάλλαγμα η Κίνα εξήγαγε προς τη Ρωσία αγαθά αξίας σχεδόν 116 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2024, αντικαθιστώντας σε διάφορα είδη τους δυτικούς προμηθευτές που αποχώρησαν από τη ρωσική αγορά.

Αν και το Πεκίνο έχει αποφύγει τις άμεσες εξαγωγές έτοιμου στρατιωτικού εξοπλισμού προς τη Ρωσία, η Κίνα έχει προμηθεύσει αγαθά διπλής χρήσης αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων – πολιτικά προϊόντα και τεχνολογίες που έχουν και στρατιωτικές εφαρμογές. Αυτά συνέβαλαν επίσης στη διατήρηση της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας.

Καθώς ο Πούτιν και ο Σι ετοιμάζονται να συναντηθούν αυτή την εβδομάδα στο Πεκίνο για συνομιλίες υψηλού επιπέδου, αυτή η αυξανόμενη ανισορροπία καθιστά τη Μόσχα ολοένα πιο ευάλωτη στις προτεραιότητες του Πεκίνου.

Η εξάρτηση της Ρωσίας από την κινεζική τεχνολογία

Οι δυτικές κυρώσεις, που επιβλήθηκαν από το 2022 και έκτοτε ενισχύθηκαν επανειλημμένως, απέκοψαν τη Ρωσία από την προηγμένη δυτική τεχνολογία.

Οι ΗΠΑ, η ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι σύμμαχοί τους απαγόρευσαν τις εξαγωγές ημιαγωγών, μικροηλεκτρονικών, μηχανημάτων ακριβείας και άλλων αγαθών διπλής χρήσης που είναι κρίσιμα για την παραγωγή όπλων. Οι κινήσεις αυτές δημιούργησαν σημαντικές ελλείψεις στη Ρωσία. Σε απάντηση η Μόσχα στράφηκε στην Κίνα, η οποία σύμφωνα με το Bloomberg προμήθευσε περίπου το 90% των ρωσικών εισαγωγών τεχνολογίας που τελούν υπό κυρώσεις το 2025 – έναντι 80% την προηγούμενη χρονιά. Η απόκτηση αγαθών όπως μηχανήματα για τη συναρμολόγηση πυραύλων και drones είναι πλέον πολύ δυσκολότερη και ακριβότερη από ό,τι πριν τον πόλεμο. Η Ρωσία πρέπει να χρησιμοποιεί πολύπλοκα δίκτυα παράκαμψης μέσω τρίτων χωρών και συχνά καταλήγει να πληρώνει επιβαρύνσεις σχεδόν 90% πάνω από τις προπολεμικές τιμές. Το δε Πεκίνο έχει επίσης παράσχει στη Ρωσία δορυφορικές εικόνες για στρατιωτικούς σκοπούς και drones όπως ανέφερε πέρυσι το Bloomberg.

Η κινεζική τεχνολογία επέτρεψε στη Ρωσία να διατηρήσει και ακόμα και να επεκτείνει την παραγωγή πυραύλων, drones και άλλων όπλων, κρατώντας σε λειτουργία την πολεμική της οικονομία.

Εμπόριο σε ρούβλια και γιουάν

Καθώς εξελισσόταν ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι ΗΠΑ, η ΕΕ και οι σύμμαχοί τους απέκλεισαν μεγάλες ρωσικές τράπεζες από το σύστημα πληρωμών SWIFT και πάγωσαν περίπου 300 δισεκατομμύρια δολάρια αποθεματικών της ρωσικής κεντρικής τράπεζας που βρίσκονταν στο εξωτερικό.

Αυτό ουσιαστικά μετέτρεψε το χρηματοπιστωτικό σύστημα που κυριαρχείται από το δολάριο σε όπλο κατά του Κρεμλίνου, καθιστώντας τις συναλλαγές σε δολάρια ή ευρώ επικίνδυνες ή αδύνατες. Η κίνηση αυτή εξέθεσε επίσης ξένες τράπεζες, ιδιώτες και φορείς παγκοσμίως σε δευτερογενείς κυρώσεις, εφόσον συνέχιζαν να συνεργάζονται με ρωσικές οντότητες που τελούν υπό κυρώσεις.

Ως εκ τούτου η Μόσχα και το Πεκίνο επιτάχυναν τη λεγόμενη αποδολαριοποίηση, δηλαδή τη στροφή από τη χρήση του αμερικανικού δολαρίου προς τα δικά τους εθνικά νομίσματα. Σύμφωνα με τον Ρώσο υπουργό Οικονομικών Άντον Σιλουάνοφ, μέχρι τα τέλη του περασμένου έτους οι δύο χώρες πραγματοποιούσαν πάνω από το 99% του διμερούς τους εμπορίου σε ρούβλια και γιουάν.

Η τάση αυτή έχει ενισχυθεί από την ομάδα BRICS των αναδυόμενων οικονομιών, η οποία προωθεί διακανονισμούς σε τοπικά νομίσματα μεταξύ των μελών της και έχει ακόμα προτείνει σχέδια για ένα ενιαίο νόμισμα των BRICS.

Η «γιουανοποίηση» έχει δημιουργήσει ωστόσο νέες εξαρτήσεις. Η Ρωσία αντιμετωπίζει πλέον περιστασιακές ελλείψεις σε γιουάν, υψηλότερο κόστος δανεισμού και πρέπει να ανέχεται το προβάδισμα του Πεκίνου σε όλες τις διμερείς διαπραγματεύσεις.

Αν και η Κίνα δεν προσπαθεί να αντικαταστήσει το δολάριο εν μία νυκτί, η ευρύτερη χρήση του γιουάν αυξάνει την παγκόσμια οικονομική επιρροή του Πεκίνου. Οι χώρες που κρατούν ή δανείζονται σε γιουάν συνδέονται περισσότερο με την οικονομία και τις πολιτικές της Κίνας.

Κινεζική οικονομική κυριαρχία επί της Ρωσίας;

Πολλοί κορυφαίοι αναλυτές των ρωσοκινεζικών σχέσεων πιστεύουν ότι η επιρροή του Πεκίνου πάνω στη Μόσχα πιθανότατα θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο τα επόμενα χρόνια.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του ο Πούτιν αναμένεται να πιέσει για νέους και μεγαλύτερους αγωγούς, οι οποίοι θα ενισχύσουν περαιτέρω τόσο τα ρωσικά έσοδα από εξαγωγές όσο και την ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας.

Η ενίσχυση της δυναμικότητας των ρωσικών αγωγών με κατεύθυνση προς την Κίνα «θα ενίσχυε σημαντικά την πετρελαϊκή ασφάλεια του Πεκίνου σε ενδεχόμενη κρίση με την Ταϊβάν», έγραψε σε ανάρτησή του στο Substack ο Τζόζεφ Γουέμπστερ, ανώτερος συνεργάτης του Atlantic Council. Ο Γουέμπστερ αναφέρθηκε έτσι στις επανειλημμένες απειλές της Κίνας να εισβάλει στην Ταϊβάν, μια κίνηση που θα μπορούσε να προκαλέσει δυτικές κυρώσεις κατά του Πεκίνου ή ακόμα και αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό, συνθήκη που θα διατάρασσε τις κινεζικές εισαγωγές πετρελαίου διά θαλάσσης.

Το Κρεμλίνο ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως να οριστικοποιήσει την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου Power of Siberia 2, που καθυστερεί εδώ και καιρό και θα μπορούσε να μεταφέρει έως και 50 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα αερίου ετησίως στην Κίνα μέσω Μογγολίας. Το έργο παραμένει μπλοκαρισμένο λόγω διαφωνιών για τις τιμές και εξαιτίας ορισμένων τεχνικών λεπτομερειών.

Η επιθυμία του Πεκίνου για αξιόπιστες χερσαίες ενεργειακές προμήθειες έχει αυξηθεί και λόγω του πολέμου στο Ιράν. Ωστόσο οποιαδήποτε πρόοδος σε αυτά τα σχέδια θα συνέδεε ακόμα περισσότερο το ενεργειακό μέλλον της Ρωσίας με την Κίνα, ενισχύοντας την επιρροή του Πεκίνου στη Μόσχα.

Η σύνοδος Πούτιν-Σι πραγματοποιείται μόλις λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στο Πεκίνο, κατά την οποία επιχειρήθηκε η σταθεροποίηση των σινοαμερικανικών σχέσεων σε θέματα εμπορίου, τεχνολογίας και παγκόσμιων ζητημάτων έπειτα από μια δύσκολη περίοδο.

Μια αποκλιμάκωση στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας βέβαια δεν θα βοηθούσε τον Πούτιν. Διότι μειώνει το κίνητρο της Κίνας να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τη Ρωσία απέναντι στη Δύση, καθώς το Πεκίνο θέτει σε προτεραιότητα την προστασία των τεράστιων οικονομικών του συμφερόντων με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Πηγή: Deutsche Welle

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος