Η κοινωνική πολιτική ως δημοσιονομική επένδυση
Τoυ δρ. Σωτήρη Βασιλάκου, προέδρου του Συλλόγου Υπαλλήλων Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους
ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ χρόνια η ευρωπαϊκή οικονομική συζήτηση αντιμετώπιζε τη δημοσιονομική πειθαρχία και την κοινωνική πολιτική ως στόχους που συχνά βρίσκονται σε ένταση μεταξύ τους.
Η νέα Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Ευρωπαϊκό Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων (COM(2026) 650 final, 22.7.2026) σηματοδοτεί μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση.
Χωρίς να αμφισβητεί τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, συνδέει τις κοινωνικές πολιτικές με την κοινωνική συνοχή, την παραγωγικότητα και τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα των οικονομιών.
Το κρίσιμο μήνυμα είναι ότι το κόστος της αδράνειας μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι μεγαλύτερο από το κόστος της επένδυσης.
Το αναξιοποίητο ανθρώπινο κεφάλαιο
ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ είναι αποκαλυπτικοί. Το 2025 σχεδόν 50 εκατομμύρια άνθρωποι σε ηλικία εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκονταν εκτός εργατικού δυναμικού. Παράλληλα, περίπου 12 εκατομμύρια ήταν άνεργοι και άλλα 6,5 εκατομμύρια υποαπασχολούμενοι.
Πρόκειται για ένα τεράστιο απόθεμα αναξιοποίητου ανθρώπινου κεφαλαίου. Η ένταξή τους στην αγορά εργασίας αυξάνει την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας, περιορίζει τις ελλείψεις δεξιοτήτων και διευρύνει τη φορολογική και ασφαλιστική βάση.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της νέας προσέγγισης: μια αποτελεσματική κοινωνική πολιτική μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να δημιουργήσει και δημοσιονομική απόδοση.
Περισσότερη απασχόληση, αλλά όχι αρκετή κοινωνική πρόοδος
ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ απασχόλησης των ατόμων ηλικίας 20-64 ετών έφθασε το 76,1% το 2025, πλησιάζοντας τον ευρωπαϊκό στόχο του 78% για το 2030.
Ωστόσο, σημαντικά κενά παραμένουν. Μόλις 39,5% των ενηλίκων συμμετείχαν σε εκπαίδευση ή κατάρτιση, έναντι στόχου 60%. Σε μια οικονομία που μετασχηματίζεται από την τεχνητή νοημοσύνη, την ψηφιοποίηση και την πράσινη μετάβαση, το χάσμα αυτό δεν είναι μόνο κοινωνικό. Είναικαι παραγωγικό.
ΑΝΑΛΟΓΗ είναι η εικόνα στη φτώχεια. Μεταξύ 2019 και 2025 ο αριθμός των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού μειώθηκε κατά περίπου 3,5 εκατομμύρια, ενώ ο ευρωπαϊκός στόχος για το 2030 προβλέπει μείωση κατά 15 εκατομμύρια.
Η αύξηση της απασχόλησης είναι, επομένως, αναγκαία αλλά δεν αρκεί. Το ζητούμενο είναι και η ποιότητα της εργασίας, το επίπεδο των δεξιοτήτων και η δυνατότητα των εργαζομένων να συμμετέχουν στην παραγωγική μετάβαση.
Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει την εξίσωση
ΤΟ 2025 σχεδόν 20% των επιχειρήσεων στην Ε.Ε. χρησιμοποιούσε κάποια μορφή generative AI. Την ίδια στιγμή, 61% των εργαζομένων εκτιμούν ότι θα χρειαστούν νέες δεξιότητες έως το 2029, ενώ μόλις 15% είχαν λάβει σχετική κατάρτιση. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν το μέγεθος της πρόκλησης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι οικονομίες θα μετατρέψουν την τεχνολογική αλλαγή σε παραγωγικότητα και καλύτερες θέσεις εργασίας, χωρίς να αφήσουν μέρος του ανθρώπινου δυναμικού πίσω.
Η επένδυση στις δεξιότητες αποκτά, συνεπώς, ταυτόχρονα κοινωνικό, παραγωγικό και δημοσιονομικό χαρακτήρα.
Η κοστολόγηση είναι αναγκαία – αλλά δεν αρκεί
ΕΝ ΟΨΕΙ της ΔΕΘ, η κοστολόγηση βρίσκεται στο επίκεντρο του ελληνικού δημόσιου διαλόγου.
Η γνώση του δημοσιονομικού κόστους αποτελεί ασφαλώς αναγκαία προϋπόθεση μιας σοβαρής δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί και το τέλος της συζήτησης.
Η κοστολόγηση απαντά στο ερώτημα «πόσο θα κοστίσει;». Δεν απαντά κατ’ ανάγκην στο ερώτημα «τι θα αποδώσει;». Δύο πολιτικές μπορεί να έχουν το ίδιο δημοσιονομικό κόστος αλλά εντελώς διαφορετική οικονομική και κοινωνική απόδοση.
Μια τρίτη μπορεί να εμφανίζεται ακριβότερη στον προϋπολογισμό, αλλά να δημιουργεί περισσότερη απασχόληση, υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερα εισοδήματα και, τελικά, πρόσθετα φορολογικά και ασφαλιστικά
έσοδα.
Επομένως, η κοστολόγηση είναι η αρχή της δημοσιονομικής αξιολόγησης και όχι το τέλος της.
ΑΥΤΟ, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι κάθε κοινωνική δαπάνη είναι αυτομάτως κοινωνική επένδυση. Η διάκριση βρίσκεται στον σχεδιασμό, στη στόχευση, στη μετρήσιμη
επίδραση και στην αξιολόγηση του αποτελέσματος.
Η ίδια η ευρωπαϊκή προσέγγιση κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, επισημαίνοντας την ανάγκη οι κοινωνικές επενδύσεις να είναι επαρκείς αλλά και καλά στοχευμένες, σε ισορροπία με τη μακροχρόνια δημοσιονομική βιωσιμότητα.
Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα
ΕΝ ΟΨΕΙ της ΔΕΘ, η συζήτηση θα επικεντρωθεί, όπως είναι φυσικό, στον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και στο κόστος των μέτρων.
Χρειάζεται όμως ένα ακόμη βήμα. Για κάθε σημαντική δημοσιονομική παρέμβαση θα πρέπει να γνωρίζουμε όχι μόνο πόσο κοστίζει, αλλά και τι αναμένεται να δημιουργήσει. Πόσες θέσεις εργασίας μπορεί να δημιουργήσει; Πόσο μπορεί να αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα; Πόσο μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα; Πόσο μπορεί να διευρύνει τη φορολογική και ασφαλιστική βάση; Ποιες μελλοντικές κοινωνικές δαπάνες μπορεί να περιορίσει;
ΑΥΤΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΕΙ μια διαφορετική κουλτούρα δημοσιονομικής πολιτικής: ex ante κοστολόγηση, αλλά και ex ante εκτίμηση της οικονομικής και κοινωνικής απόδοσης· και, όπου είναι εφικτό, ex post αξιολόγηση του πραγματικού αποτελέσματος.
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει ευρωπαϊκή πλατφόρμα διοικητικών δεδομένων απασχόλησης, κοινωνικής ασφάλισης και φορολογίας για την αξιολόγηση και παρακολούθηση των δημόσιων πολιτικών.
Η μετάβαση από την απλή κοστολόγηση στη συστηματική μέτρηση του αποτελέσματος προϋποθέτει, άλλωστε, ακριβώς αυτό: αξιόπιστα δεδομένα και θεσμική ικανότητα να αξιολογούμε όχι μόνο τι δαπανήθηκε, αλλά και τι απέδωσε.
Σε αυτή τη μετάβαση, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μπορεί να διαδραματίσει κομβικό ρόλο, διευρύνοντας τη δημοσιονομική αξιολόγηση από το κόστος στην αποτίμηση και της απόδοσης των δημόσιων πολιτικών.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι απλώς να δαπανήσουμε περισσότερο ή λιγότερο.
ΕΙΝΑΙ να δαπανήσουμε καλύτερα. Να μετατρέψουμε τον περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο σε μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική απόδοση.
Η σύγχρονη δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από το ύψος της δαπάνης. Πρέπει να κρίνεται από το αποτέλεσμα που παράγει. Γι’ αυτό, ενόψει της ΔΕΘ, ίσως αξίζει να μετατοπίσουμε ελαφρώς το ερώτημα. Όχι μόνο: «Πόσο κοστίζει;» Αλλά: «Πόσο κοστίζει, τι αποδίδει και ποιο είναι το καθαρό δημοσιονομικό του αποτέλεσμα;»
Αυτή είναι, τελικά, η ουσία μιας σύγχρονης δημοσιονομικής πολιτικής: όχι απλώς πόσα χρήματα δαπανά το κράτος, αλλά πόση οικονομική και κοινωνική αξία δημιουργεί με αυτά.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη αλλαγή που βρίσκεται πίσω από τη νέα ευρωπαϊκή συζήτηση: Το ερώτημα δεν είναι αν έχουμε την πολυτέλεια να επενδύσουμε στην κοινωνία. Είναι αν έχουμε την πολυτέλεια να μην το κάνουμε.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


