Η Κοβέσι και τα επιδόματα
Η Λάουρα Κοβέσι έβαλε την ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα μπροστά μπροστά στον καθρέφτη αποκαλύπτοντας μία γκροτέσκα εικόνα.
Είπε ότι είναι 30 χρόνια εισαγγελέας, φυσικά δεν είναι τόσο αφελής για να μην αντιλαμβάνεται ότι ένα τηλεφώνημα ενός βουλευτή για μία διοικητική διεκπεραίωση, το κοινώς λεγόμενο ρουσφέτι, δεν είναι δα και έγκλημα καθοσιώσεως. Αυτή είναι η εικόνα που επίμονα επιχειρεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση, από τον Κυριάκο Μητσοτάκη μέχρι τον Άδωνι Γεωργιάδη και την Σοφία Βούλτεψη και τους βουλευτές που διαμαρτύρονται.
Απατεώνες ή ηλίθιοι;
Η Λάουρα Κοβέσι αντιπαρήλθε τα περί αθώου ρουσφετιού και επέμεινε στο ότι η απάτη και η διαφθορά δεν μπορεί να είναι η περιγραφή της δουλειάς του πολιτικού στην Ελλάδα ή οπουδήποτε. Έχοντας μεγαλύτερη εικόνα του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ γνωρίζει ότι τα κυκλώματα – π χ της Πέλλας- που λυμαίνονταν εκατοντάδες εκατομμύρια και κάποιοι από τους δράστες είναι ήδη προφυλακισμένοι, δεν θα μπορούσαν να λειτουργούν δίχως πολιτική προστασία και διαμεσολάβηση.
Το εάν οι πολιτικοί που είχαν κάνει τις διαμεσολαβήσεις είναι συμμέτοχοι στην απάτη ή απλώς ηλίθιοι γιατί δεν είχαν καταλάβει τι παιζόταν, δεν μπορούμε να το πούμε γιατί τους προστατεύει το τεκμήριο της αθωότητας. Όταν θα αρχίσουν όμως να καλούνται δίχως την βουλευτική ασυλία και να βρίσκονται μπροστά σε στοιχεία που έχουν προκύψει από ανακρίσεις φυσικών αυτουργών, ίσως προκύψουν άλλες συσχετίσεις. Ίσως. Συνολικά και συνοπτικά η Κοβέσι δεν πείστηκε ότι το σκάνδαλο ήταν υπόθεση ιδιωτών και διοικητικών παραγόντων, με τους πολιτικούς απλά σε ρόλο ηλιθίων και επιχειρεί να το διερευνήσει περισσότερο. Η λυσσαλέα αντίδραση της κυβέρνησης δείχνει ότι κάτι προσπαθεί να κρύψει. Ή είναι η εμπλοκή της ή το πολιτικό κόστος. Όπως έκανε και στην περίπτωση των Τεμπών. Όπως κάνει και με τις υποκλοπές. Χρησιμοποιώντας την ελληνική δικαιοσύνη που συμπεριφέρεται σαν θεραπαινίδα του “επιτελικού κράτους”.
Η κυβέρνηση αμύνεται προβάλλοντας, grosso modo, ότι το ρουσφέτι είναι εγγενές στοιχείο της λειτουργίας του ελληνικού κράτους από την ίδρυση του. Αποκρύπτει βέβαια ότι το “αθώο” ρουσφέτι θεμελιώνεται στην σχέση πελατείας-πατρωνίας πολιτικών και ψηφοφόρων. Και την διαιωνίζει. Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού που αποφεύγει να ξεριζώσει τη νοοτροπία και διατείνεται ότι μειώνει τα πεδία άσκησης του ρουσφετιού με την ψηφιοποίηση του κράτους, εάν δεν αποσκοπεί στην παραπλάνηση είναι επικίνδυνη αφέλεια. Γιατί εάν π χ μειωθεί το πεδίο του ρουσφετιού στις κλήσεις της τροχαίας, ανοίγει νέο πεδίο δόξης λαμπρό με τις θέσεις εργασίας που εμπλέκει πολιτικούς, δημόσιο χρήμα και τον ιδιωτικό τομέα.
Εν ολίγοις “θα πάρεις την τάδε προμήθεια με απευθείας ανάθεση(ρεκόρ επί επιτελικού κράτους) αλλά θα προσλάβεις και κάποιους που θα σου στείλουμε ή θα χρηματοδοτήσεις ένα φιλικό site που μετά θα λιβανίζει την κυβέρνηση σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο”. Η κυβέρνηση εκποιεί δημόσιο πλούτο και διαχειρίζεται την δημόσια περιουσία με αντάλλαγμα ψήφους, ότι γίνεται δηλαδή από το 1830.
Συλλογικό ρουσφέτι
Μία ημέρα πριν τις αποκαλύψεις της Κοβέσι και ενώ στην Βουλή συζητιόταν η άρση ασυλίας των βουλευτών της ΝΔ, η κυβέρνηση προχώρησε σε ένα τεράστιο ρουσφέτι για να σκεπάσει τον θόρυβο και να εξαγοράσει ανοχή: μοίρασε 500 εκατομμύρια ευρώ σε επιδόματα. Είναι χρήματα που προέρχονται από τα υπερπλεονάσματα και αντλούνται από την έμμεση φορολόγηση. Φυσικά δεν θα επωφεληθούν όλοι οι πολίτες, κάτι που θα έκανε το μέτρο ακριβοδίκαιο, αλλά συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες που αποτελούν και δυνητικές πολιτικές πελατείες της κυβέρνησης. Δεν εννοούμε ότι όσοι πάρουν το fuel pass ψηφίζουν ΝΔ. Ο στόχος των επιδομάτων είναι διπλός: αφενός να στηρίξει τις πιο φτωχές κοινωνίες κατηγορίες για να αποφύγει την περαιτέρω εξαθλίωση και τις κοινωνικές εκρήξεις και αφετέρου να δημιουργήσει προνομιακή πολιτική σχέση της κυβέρνησης με εκείνους που ενισχύονται. Ο πυρήνας είναι ίδιος, υλικές παροχές προς συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες με αντάλλαγμα παροχές ψήφου. Όπως έχει λεχθεί τα καλύτερα ρουσφέτια, ατομικά και συλλογικά είναι τα πολύ μεγάλα, πρωθυπουργικού επιπέδου και το ανώτερο στάδιο του ρουσφετιού είναι η επιδοματική πολιτική.
Τα δε επιδόματα πασπαλίζονται με μπόλικη δημαγωγία και λαϊκισμό, για την έγνοια της κυβέρνησης προς τους αδυνάτους και για τις αποδόσεις της οικονομίας που επιτρέπουν την υπεύθυνη επιστροφή μερίσματος της ανάπτυξης και άλλα ηχηρά παρόμοια. Εάν η κατάτμηση της κοινωνίας και η επιδοματική πολιτική δεν εξυπηρετούσε την ψηφοθηρία, τότε η κυβέρνηση θα είχε βρει άλλο τρόπο να κάνει αναδιανομή, πιο δίκαιο και κυρίως πιο αποτελεσματικό για το σύνολο της οικονομίας.
Η δεκαετία της κρίσης αντικειμενικά μείωσε τις δυνατότητες των ατομικών και συλλογικών ρουσφετιών. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη όμως συνεχίζει πρακτικές προ κρίσης, αντί να στοχεύει στο 2030 επικαλείται παθογένειας του 1830.


