Η κρίση ενός δυναστικο-γραφειοκρατικού Κράτους
Ο τρόπος αναπαραγωγής με βάση την κοινωνική «κληρονομικότητα» ο οποίος άρχισε να εγκαθιδρύεται την πρώτη περίοδο της συγκρότησης του ελληνικού κράτους μετασχηματίστηκε, σταδιακά, σ’ ένα γραφειοκρατικό τρόπο αναπαραγωγής με βάση τη σχολική συνιστώσα.
Η μετάβαση όμως αυτή πήρε τη μορφή ενός οικογενειοκρατικο-γραφειοκρατικού τρόπου αναπαραγωγής ο οποίος επέτρεψε το πέρασμα του πατερναλισμού στο πολιτικό πεδίο διαμορφώνοντας ένα δυναστικο-γραφειοκρατικό Κράτος που αδυνατούσε να διαχωρίσει τη «δημόσια» από την «ιδιωτική» λειτουργία και αναπαρήγαγε την συνύπαρξη μεταξύ φιλότιμου και κώδικα.
Τα τελευταία περίπου 50 τριάντα χρόνια, πριν την κρίση του 2008, υπό το βάρος των μετασχηματισμών των έως τότε διαθέσιμων, θεσμικών κυρίως, μηχανισμών αναπαραγωγής (της εργασιακής, γαμήλιας και εκπαιδευτικής αγοράς) οι αγώνες που διαδραματίστηκαν, σταδιακά με όλο και μεγαλύτερη ένταση, τόσο στο εσωτερικό του πεδίου της εξουσίας όσο και στο εσωτερικό της κοινωνίας στο σύνολό της, είχαν ως διακύβευμα την δυνατότητα ή μη της ύπαρξης ενός νέου νόμιμου τρόπου αναπαραγωγής. Οι αγώνες αυτοί αντιπαρέθεσαν και αντιπαραθέτουν μέχρι σήμερα ένα γραφειοκρατικό τρόπο αναπαραγωγής με βάση το Σχολείο και θεμελιωμένο στην «ικανότητα», με ένα γραφειοκρατικό τρόπο αναπαραγωγής με βάση και πάλι το Σχολείο, αλλά θεμελιωμένο στον έλεγχο των πόρων που παρέχει το Κράτος· αγώνες των οποίων η κατάληξη ωφελούσε και εξακολουθεί να ωφελεί την δεύτερη εκδοχή.
Σε όλη αυτή τη περίοδο, ο μετασχηματισμός των θεσμικών και μη μηχανισμών αναπαραγωγής και της κατανομής των εξουσιών πάνω στους μηχανισμούς αυτούς — στην οποία σημαντικό ρόλο έπαιξε η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση– οδήγησαν σταδιακά σε μια λιγότερο ή περισσότερο δύσκολη προσαρμογή του συστήματος στρατηγικών αναπαραγωγής σχεδόν του συνόλου των κοινωνικών ομάδων, προκειμένου να διατηρήσουν ή να βελτιώσουν τη θέση τους. Το αποτέλεσμα αυτής της μακρόχρονης διαδικασίας προσαρμογής ήταν η (ανα)παραγωγή ενός εξαρτημένου και υποανάπτυκτου φιλελεύθερου καπιταλισμού που δόμησε ένα «προκαπιταλιστικό δημόσιο» και μια αναιμική καπιταλιστική οικονομία.
Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις τροπικότητες της μεγάλης πολύμορφης ελληνικής κρίσης που αντιμετωπίσαμε τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21 αιώνα αν δεν τις αντιμετωπίσουμε ως τα διαφορικά αποτελέσματα μιας διαδικασίας γενίκευσης και εντατικοποιησης των κρίσεων που λάνθαναν και εξελισσόντουσαν, λιγότερο ή περισσότερο, στα διάφορα κοινωνικά υποσυστηματα εξαιτίας των δομικών επιδράσεων (αποβιομηχάνιση, απο-γεωργοποίηση, πτώση ανταγωνισμού, υπερδιόγκωση των δημοσίων δαπανών, συνέχιση του υπέρμετρου δανεισμού του δημοσίου, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών χωρίς τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης με συνέπεια τον υπερδανεισμό και την υπερκατανάλωση, αύξηση της φοροδιαφυγής και της δομικής διαφθοράς, κλ.π) και των δομικών αντιφάσεων του κυριάρχου οικογενειακο-γραφειοκρατικού τρόπου αναπαραγωγής ο οποίος οργάνωνε τον μικρομεσαίο αντιπαραγωγικό, αυτοαπασχολούμενο, κρατικοδίαιτο, και οικογενειοκεντρικό ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό μέσα σε ένα νέων χαρακτηριστικών γεωπολιτικό περιβάλλον αλλά και διεθνοποιημένο πλαίσιο της σχέσης κεφαλαίου και εργασίας.
Όπως και δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την εξέλιξη της σχέσης των Ελλήνων πολιτών με το Κράτος όλη αυτή την περίοδο αν δεν κατανοήσουμε πως πολλές κοινωνικές ομάδες άρχισαν σταδιακά να συνειδητοποιούν ότι βίωναν «αναπαραγωγή» μέσα και μέσω της «αλλαγής», πως από μόνη της η ανάπτυξη της παραγωγής και η αύξηση του εθνικού εισοδήματος δεν μπορούσε να αποτελέσει την αρχή της επίλυσης όλων των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν και, ειδικότερα, αυτό της αναπαραγωγής των μεγάλων κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων.
Τα τελευταία 15 χρόνια τα μέτρα διαχείρισης της μεγάλης οικονομικής κρίσης που έπληξε την ελληνική κοινωνία μετέβαλλαν δραστικά τη δομή του καταμερισμού του κεφαλαίου και συνεπώς τους μηχανισμούς που έτειναν να διασφαλίσουν την αναπαραγωγή της κοινωνικής δομής ως είχε. Αυτό είχε ως συνέπεια τα συστήματα των στρατηγικών αναπαραγωγής όλων των κοινωνικών ομάδων να τεθούν σε κρίση καθώς ανετράπη βίαια η δομή των διαφορικών ευκαιριών κέρδους που ήταν αντικειμενικά προσφερόμενες στις έως τότε επενδύσεις τους.
Οι κοινωνικές ομάδες βρέθηκαν να αναζητούν εναγωνίως τρόπους και στόχους μεταστροφής των κατεχόμενων κεφαλαίων τους σε άλλες μορφές τους, πιο αποδοτικές. Οι δυσκολίες πολλές, άλλοτε εξαιτίας της αδράνειας των συστημάτων προτιμήσεων (ή συμφερόντων), άλλοτε της αδυναμίας αποσαφήνιση των στόχων αυτής της διαδικασίας μεταστροφής που προκαλούσε (και προκαλεί ακόμα) η συνεχής μεταβολή των εργαλείων αναπαραγωγής, άλλοτε γιατί έχουν μηδενισθεί οι ευκαιρίες μεταστροφής των κεφαλαίων διαφόρων ομάδων εξαιτίας της απόλυτης συσχέτισης των κεφαλαίων τους με τη προγενέστερη κατάσταση των μηχανισμών αναπαραγωγής.
Και είναι ακριβώς αυτή η αναντιστοιχία στρατηγικών αναπαραγωγής και μηχανισμών αναπαραγωγής, νοητικών δομών και αντικειμενικών δομών που αποτελεί αιτία πολλών συλλογικών τάσεων μη προσαρμογής, εξέγερσης, όπως και παραίτησης, που παρατηρούνται.
Μπροστά σε αυτή την υστέρηση, αυτή την ατομική και συλλογική αλλοδοξία τα «πολιτικά αφηγήματα» που αναζητούνται από τα πολιτικά κόμματα, ενόψει εθνικών εκλογών, δεν θα προέλθουν από τους μοντέρνους κληρονόμους αυτών που ο Πλάτωνας ονόμαζε «δοξοσόφους», αυτούς τους επιστήμονες της φαινομενικότητας που έχουν το ένα πόδι στην επιστήμη, το άλλο στο αντικείμενο της επιστήμης, και το χέρι προτεταμένο. Η ανανέωση της πίστης των πολιτών στη πολιτική περνά και από την πρόταση ενός πραγματικού συλλογικού σχεδίου για την κοινωνία που δεν θα αφήνει χώρο μόνο για τις ατομικές στρατηγικές κοινωνικής αναπαραγωγής.
Πολλοί πολίτες έχουν εξουθενωθεί από το περιβάλλον πανικού ή μαζικής φυγής που βιώνουν εδώ και χρόνια, όπου ο καθένας προσπαθεί να σώσει τον εαυτούλη του μέσα σε έναν τελείως εγωκεντρικό αγώνα. Είναι οι περισσότεροι από αυτούς που έχουν γυρίσει την πλάτη στην πολιτική, αισθανόμενοι εγκαταλειμμένοι αλλά και συνειδητοποιημένοι πως, ενώ μάχονται για να σώσουν τον εαυτό τους και την πάρτη τους, προσθέτουν το βάρος τους σε ένα πλοίο που βουλιάζει.
* Καθηγητής Κοινωνιολογίας, ΕΚΠΑ


