Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2026
ENQUIRE / NEWSROOM
Η ουσία της ημέρας.Χωρίς τον θόρυβο.
ΤώραΚαιρός: Κυριακή με βροχές και καταιγίδες
Οικονομία

Η οικονομική ανασφάλεια και η κρίση εμπιστοσύνης αλλάζουν τον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης

Οικονομία24.10.20261 λεπτό
Η οικονομική ανασφάλεια και η κρίση εμπιστοσύνης αλλάζουν τον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης



Η παράτυπη μετανάστευση προς την Ευρώπη μειώνεται, όμως τα κόμματα που την έχουν αναγάγει σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής τους ατζέντας εξακολουθούν να ενισχύονται. Από τη Γερμανία και τη Γαλλία έως την Ισπανία, οι ακροδεξιές δυνάμεις κερδίζουν έδαφος, αναδεικνύοντας μια ευρύτερη κρίση του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος.

Όπως επισημαίνει το GZERO σε ανάλυσή του, η ενίσχυση των αντι-μεταναστευτικών κομμάτων καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι παράτυπες αφίξεις στην Ευρώπη υποχωρούν σημαντικά. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης που παραθέτει το μέσο, οι θαλάσσιες αφίξεις μεταναστών και αιτούντων άσυλο κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2026 μειώθηκαν σχεδόν κατά 40% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, φτάνοντας τις 60.000. Παράλληλα, οι παράτυπες διελεύσεις συνόρων το 2025 υποχώρησαν κάτω από τις 200.000, πολύ μακριά από τα επίπεδα της μεταναστευτικής κρίσης του 2015-2016.

Την ίδια ώρα, ωστόσο, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και το ισπανικό Vox ενισχύουν την παρουσία τους. Το GZERO αναφέρεται στις σημαντικές εκλογικές επιδόσεις της AfD σε γερμανικά κρατίδια, στην άνοδο του Vox και στην ενίσχυση του Εθνικού Συναγερμού στις δημοσκοπήσεις ενόψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί η πολιτική επιρροή των αντι-μεταναστευτικών κομμάτων αυξάνεται, ακόμη και όταν οι αφίξεις περιορίζονται;

Πέρα από το μεταναστευτικό

Η απάντηση βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, στη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα και στην αίσθηση ότι το πολιτικό κέντρο αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών.

Σε εκτενές δημοσίευμά τους, οι New York Times περιγράφουν την αποδυνάμωση των κεντρώων κομμάτων στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς εργαζόμενοι και νέοι στρέφονται προς πολιτικές δυνάμεις που υπόσχονται ριζική αλλαγή. Όπως επισημαίνει η αμερικανική εφημερίδα, η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη, ο πληθωρισμός, το αυξημένο δημόσιο χρέος και οι περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές ενισχύουν την απογοήτευση από το πολιτικό κατεστημένο.

Η οικονομική ανασφάλεια συνδυάζεται με την αίσθηση ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έχουν μείνει έξω από την ευημερία. Οι εργαζόμενοι που έχουν πληγεί από την παγκοσμιοποίηση και την αυτοματοποίηση ανησυχούν για το μέλλον τους, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί νέους φόβους για την αγορά εργασίας.

Οι New York Times αναδεικνύουν, επίσης, το χάσμα ανάμεσα στις πολιτικές ελίτ και στους πολίτες που παραδοσιακά στήριζαν τα κόμματα της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς. Όλο και περισσότεροι ψηφοφόροι θεωρούν ότι τα κόμματα αυτά δεν προσφέρουν ουσιαστικές εναλλακτικές λύσεις και ότι οι ηγεσίες τους έχουν απομακρυνθεί από την καθημερινότητα των εργαζομένων και των οικονομικά ασθενέστερων.

Στο ίδιο πλαίσιο, το GZERO επισημαίνει ότι οι ανησυχίες για τη μετανάστευση δεν υποχωρούν αυτομάτως όταν μειώνονται οι αφίξεις μεταναστών. Ζητήματα όπως η εθνική ταυτότητα, η κοινωνική συνοχή και οι πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, επιτρέποντας στα αντι-μεταναστευτικά κόμματα να διατηρούν την απήχησή τους.

Επομένως, η μείωση των μεταναστευτικών ροών δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και υποχώρηση της εκλογικής επιρροής της ακροδεξιάς. Η δυσαρέσκεια που αξιοποιεί συνδέεται με ευρύτερα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, αλλά και με την κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Η μετανάστευση ως πολιτικό εργαλείο

Η αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που βοηθά να εξηγηθεί η αντίφαση ανάμεσα στη μείωση των αφίξεων και στην άνοδο των αντι-μεταναστευτικών κομμάτων.

Σύμφωνα με το GZERO, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν υιοθετήσει αυστηρότερα μέτρα τα τελευταία χρόνια, ενισχύοντας τους συνοριακούς ελέγχους και περιορίζοντας τις δυνατότητες εισόδου και παραμονής. Η Γερμανία ενίσχυσε τους ελέγχους στα σύνορά της, ενώ σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης τέθηκε σε ισχύ το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Παράλληλα, η ΕΕ έχει εντείνει τη συνεργασία με χώρες εκτός των συνόρων της, όπως η Τουρκία, η Τυνησία, η Λιβύη και η Αίγυπτος, με στόχο τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών.

Το μέσο σημειώνει ότι η πίεση της κοινής γνώμης και η ενίσχυση των λαϊκιστικών κομμάτων έχουν συμβάλει στη στροφή προς αυστηρότερες πολιτικές. Κυβερνήσεις του πολιτικού κέντρου επιχειρούν να ανταποκριθούν στις ανησυχίες των ψηφοφόρων, υιοθετώντας μέτρα που σε αρκετές περιπτώσεις αποτελούσαν βασικές διεκδικήσεις της ακροδεξιάς.

Ωστόσο, η αλλαγή πολιτικής δεν φαίνεται να αρκεί για να ανακόψει την άνοδο της ακροδεξιάς. Όπως υπογραμμίζει το GZERO, τα κόμματα της ακροδεξιάς βρίσκονται πλέον αντιμέτωπα με ένα στρατηγικό δίλημμα: εάν η παράτυπη μετανάστευση συνεχίσει να μειώνεται, θα πρέπει να βρουν τρόπους να διατηρήσουν τη δυναμική τους, αξιοποιώντας και άλλα ζητήματα.

Η οικονομία, η ασφάλεια, η εθνική ταυτότητα και η κριτική προς τις πολιτικές ελίτ αποτελούν πεδία στα οποία μπορούν να διευρύνουν την πολιτική τους ατζέντα. Η μετατόπιση αυτή συνδέεται και με τη γενικότερη κρίση του πολιτικού κέντρου που περιγράφουν οι New York Times.

Η κρίση του πολιτικού κέντρου

Η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων δεν περιορίζεται σε μία χώρα ούτε αφορά αποκλειστικά την άνοδο της ακροδεξιάς.

Οι New York Times αναφέρουν ότι στη Γαλλία, πέρα από τον Εθνικό Συναγερμό της Λεπέν, ενισχύεται και η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν, ενώ στη Γερμανία οι ψηφοφόροι στρέφονται τόσο προς την AfD όσο και προς το αριστερό Die Linke. Η τάση αυτή δείχνει ότι η πολιτική δυσαρέσκεια μπορεί να ενισχύσει δυνάμεις από διαφορετικές πλευρές του πολιτικού φάσματος, με κοινό παρονομαστή την αμφισβήτηση του κατεστημένου.

Στη Βρετανία, σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα, οι Εργατικοί και οι Συντηρητικοί συγκέντρωσαν στις εκλογές του 2024 το χαμηλότερο συνολικό ποσοστό ψήφων τους εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Στη Γερμανία, τα παραδοσιακά κόμματα δυσκολεύονται να διαμορφώσουν σταθερές κυβερνητικές πλειοψηφίες, ενώ η AfD έχει αποκτήσει σημαντική εκλογική δύναμη.

Το GZERO περιγράφει αντίστοιχα μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση: κόμματα που βρίσκονταν κάποτε στο περιθώριο της πολιτικής ζωής αποκτούν πλέον κεντρικό ρόλο, ασκώντας πίεση στις κυβερνήσεις και αναγκάζοντας τα παραδοσιακά κόμματα να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους σε ζητήματα όπως η μετανάστευση.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για τις δυνάμεις του κέντρου. Από τη μία πλευρά, καλούνται να απαντήσουν στις ανησυχίες των ψηφοφόρων για τη μετανάστευση και την ασφάλεια. Από την άλλη, πρέπει να αντιμετωπίσουν τα βαθύτερα αίτια της δυσαρέσκειας, όπως η στασιμότητα των εισοδημάτων, οι περιορισμένες ευκαιρίες και η αίσθηση ότι οι δημόσιες υπηρεσίες δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας.

Η αναζήτηση μιας νέας πολιτικής πρότασης

Οι New York Times υπογραμμίζουν ότι για να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, τα κεντρώα κόμματα πρέπει να αποδείξουν ότι κατανοούν τις ανησυχίες των εργαζομένων και των νεότερων γενιών και ότι μπορούν να προσφέρουν απτά αποτελέσματα.

Στο δημοσίευμα, ο οικονομολόγος Ντάρον Ατζέμογλου υποστηρίζει ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς στις προσδοκίες των πολιτών, ιδίως της εργατικής τάξης. Μεταξύ των προτεραιοτήτων που προτείνει είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας, η αύξηση των μισθών και η βελτίωση των επαγγελματικών προοπτικών για ανθρώπους χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο.

Η ανάγκη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη και οι τεχνολογικές αλλαγές αναδιαμορφώνουν την εργασία, εντείνοντας την αβεβαιότητα για το μέλλον.

Από την πλευρά του, το GZERO θέτει το ερώτημα κατά πόσο τα ακροδεξιά κόμματα θα καταφέρουν να διατηρήσουν την εκλογική τους δυναμική εάν ένα από τα βασικά ζητήματα που τροφοδοτούν την άνοδό τους, η παράτυπη μετανάστευση, συνεχίσει να υποχωρεί. Η απάντηση θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από την ικανότητά τους να προσαρμόσουν την πολιτική τους ατζέντα και να αξιοποιήσουν τη δυσαρέσκεια για ευρύτερα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα.

Η κοινή εικόνα που προκύπτει από τις δύο αναλύσεις είναι ότι η άνοδος της ακροδεξιάς δεν αποτελεί απλώς αντίδραση στις μεταναστευτικές ροές. Συνδέεται με μια βαθύτερη κρίση αντιπροσώπευσης, με την οικονομική ανασφάλεια και με την υποχώρηση της εμπιστοσύνης στους παραδοσιακούς πολιτικούς θεσμούς.

Όσο οι πολίτες θεωρούν ότι οι κυβερνήσεις δεν απαντούν στις ανάγκες τους, οι υποσχέσεις για ριζική αλλαγή θα εξακολουθούν να βρίσκουν ακροατήριο, ακόμη και όταν το μεταναστευτικό ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης εμφανίζει σημάδια αποκλιμάκωσης.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.