Η πέτρα του Σίσυφου
Δεν θα ήταν υπερβολικό να υποθέσουμε πως οι δηλώσεις και αναλύσεις σε σχέση με την αποτίμηση της «προόδου» της ελληνικής κοινωνίας που θα αναπτυχθούν από την κυβέρνηση στο προεκλογικό χρηματιστήριο των πολιτικών ιδεών έχουν κάθε πιθανότητα να αποτελέσουν, εκ νέου, ασκήσεις ρητορικής, μέσα από αλλεπάλληλα λεκτικά παιχνίδια και από ένα πλήθος ευφημισμών, διφορούμενων, στερεοτυπικών και προκατειλημμένων χρήσεων «γνωστών» εννοιών (Δημοκρατία, Κράτος, αριστεία, ρεαλισμός, απελευθέρωση, ρύθμιση, κ.ά.).
Εκφραστικές και υφολογικές φλυαρίες που θα επιχειρήσουν να (επανα)νομιμοποιήσουν μια πολιτική οικονομία, της οποίας η λογική θα συνοψίζεται πάλι σε τελική ανάλυση ως εξής: «Κουράγιο, εργαζόμενοι! Ας κάνουμε όλοι μαζί την υπερπροσπάθεια που σας ζητείται».
Απέναντι στην προοπτική του ορθολογικού ανορθολογισμού αυτής της διακυβέρνησης που θα θελήσει να διαιωνιστεί και να διασωθεί δεν αρκεί να αναδειχθούν μόνο οι τρόποι μέσω των οποίων –κάτω από τα προσχήματα του ορθού λόγου– η άσκησή της συγκάλυψε συστηματικά «φιλάνθρωπες» καταχρήσεις εξουσίας και δικαιολόγησε μια σειρά από πρακτικές τυραννίες στην καθημερινότητα των πολιτών.
Είναι, πράγματι, ανάγκη να αναδειχθούν, παράλληλα, με όσο πιο πρακτικό τρόπο είναι δυνατό, οι καταστροφικές επιπτώσεις της λανθάνουσας φιλοσοφίας της οικονομίας και της σχέσης ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική που υιοθέτησε αυτή η διακυβέρνηση. Να καταδειχθούν, δηλαδή, όλες αυτές οι συνέπειες που οφείλονται στο ανυπέρβλητο διαχωριστικό όριο που ασπάστηκε αυτή η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση ανάμεσα στην οικονομία –την οποία την αντιμετωπίζει ως χώρο που διέπεται αποκλειστικά από τους ρευστούς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς της αγοράς– και την κοινωνία – την οποία διαχειρίζεται ως χώρο διακατεχόμενο από την απρόβλεπτη αυθαιρεσία της παράδοσης, της εξουσίας και των παθών. Να φανερωθούν, με άλλα λόγια, τα μέσα και οι τρόποι που χρησιμοποίησε μέσα σε αυτή την προοπτική προκειμένου να παραγνωριστεί η πολιτική της φιλοσοφία, η οποία εμφορείται, για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται, από τη λογική «δώσε μου το ρόλοι σου να σου πω την ώρα».
Καθημερινά, το «δεν πάει άλλο», αυτή η αλήθεια «του υγιώς σκεπτόμενου λαού», όπως έλεγε ο Pascal, έρχεται σε ρήξη με τους λόγους ορισμένων πολιτικών δημαγωγών, οι οποίοι, στηρίζονται μόνο στην επικύρωση της αγοράς, που ενσαρκώνεται από την ακροαματικότητα ή τις δημοσκοπήσεις και ταυτίζεται κυνικά με τη δημοκρατική ετυμηγορία της πλειονότητας, προκειμένου να επιβάλουν σε όλους την αχρειότητα και την ευτέλεια τους.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, είναι ανάγκη να ορισθεί και να κριθεί η πρόοδος, σήμερα και στο μέλλον. Ας υπενθυμίσουμε, έστω με τρόπο πολύ απλουστευτικό, υπό μορφή κάποιων αντιθέσεων, τα βασικά διλήμματα:
- ΔΝΤ-τρόπος-θεώρησης-του-κόσμου / κοινωνικός-τρόπος-θεώρησης-του-κόσμου
- υλική και ηθική αθλιότητα / ανθρώπινη αξιοπρέπεια
- ατομισμός-εγώ / συλλογικό-εμείς
- ορθολογικός κυνισμός / ρεαλιστική ουτοπία
- ετερονομία / αυτονομία
- φενακισμός συνειδήσεων / κινητοποίηση βουλήσεων
- ανασφάλεια / ασφάλεια – απαγορευτικό εργασιακής παλινδρόμησης
- ανομία / ρύθμιση
- ομογενοποίηση / πολυμορφία
- «ελαστικότητα» / σταθερότητα
- οικονομικό κέρδος – κόστος / οικονομικό κέρδος-κοινωνικό κόστος
- νεποτισμός / αξιοκρατία
- ατομικό συμφέρον / δημόσιο συμφέρον
- λαϊκίστικος τεχνοκρατισμός/ δημόσια επιστημοσύνη
- παραίτηση-μοιρολατρία / αγώνας
- απομόνωση – διάσπαση – «κοινωνικό ρήγμα» / συλλογικότητες-κοινωνικές συγγένειες
- εξοντωτικός ανταγωνισμός / αλληλεγγύη – κοινωνική αρωγή
- αυταρχισμός/δημοκρατία
- οικουμενικοποίηση των απαιτήσεων / οικουμενικοποίηση των μέσων
- οχυρωματική πολιτική / ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και ιδεών
Έτσι εκτεθειμένα, γενικόλογα και απομονωμένα από τα συμφραζόμενα που θα τους έδιναν το πρακτικό τους νόημα σε συγκεκραμένους κοινωνικούς μικρόκοσμους, αυτά τα διαζεύγματα, και άλλα που παραλείπονται εξαιτίας χώρου, επιτρέπουν στρατηγικές στρέβλωσης των νοημάτων τους με σκοπό την αποδόμηση της κοινωνικής και πολιτικής τους λειτουργίας. Ωστόσο, έχουν την αρετή να μας θυμίζουν πως μπορούμε και οφείλουμε να απαιτήσουμε την πρακτική αποτίμηση της σχέσης που διατηρεί κάθε οικονομική και κοινωνική πολιτική, καθώς και τα μέσα της, με καθέναν από τους πόλους αυτών των διαζευγμάτων.
Και όλα μας πείθουν πως είναι συλλογική αυτή η απαίτηση. Η θεμιτή συλλογική οργή που έχει καταφέρει να δημιουργήσει η παρούσα διακυβέρνηση (προς)καλεί κάθε προοδευτική πολιτική δύναμη να αναλάβει το καθήκον μιας εργασίας αποσαφήνισης του τι είναι σήμερα προοδευτικό, και πώς μπορεί επιτέλους, πρακτικά, να υποστηριχθεί. Μιας πολιτικής εργασίας της οποίας, με πλήρη συνείδηση της στωικής διάκρισης ανάμεσα στο τι εξαρτάται από μας και στο τι δεν εξαρτάται από μας, βασικό στόχο θα αποτελεί η ορθολογικά συντονισμένη προσπάθεια συνδυασμού ευφυίας, επιστημονικής γνώσης των καταστάσεων, μετριοπάθειας, ανιδιοτέλειας και προσοχής στις λεπτομέρειες και στους «ανθρωπάκους».
Το ιστορικό διακύβευμα της προεκλογικής περιόδου στην οποία έχουμε ατύπως, ήδη, υπεισέλθει είναι να πειστεί το μεγαλύτερο, συνεχώς αυξανόμενο, τμήμα του εκλογικού σώματος που έχει γυρίσει την πλάτη στην πολιτική διότι η πολιτική έχει πρώτη γυρίσει την πλάτη σε εκείνο, ότι υπάρχουν ή μπορεί να υπάρξουν πολιτικές δυνάμεις που έχουν συνειδητοποιήσει, αποφασίσει και γνωρίζουν το πώς θα προοδεύσει η ελληνική κοινωνία, πώς θα διασφαλιστεί η κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη για όλους, πώς θα προχωρήσει λίγο και ανεπίστρεπτα η πέτρα του Σίσυφου στην ελληνική κοινωνία. Η δημιουργία αυτής της πίστης είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να επιστρέψει αυτό το τμήμα στην πολιτική, και να καταστήσει καθοριστικές αυτές τις δυνάμεις.
* Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών


